Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (β')


Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα- προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)


 Δεύτερο  Μέρος

Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριὸ μα­ζε­μέ­νο στὴν πλα­τεί­α ἄ­κου­γε τὸν ἅ­γιο νὰ μι­λά­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Τὰ παι­διὰ ξυ­πό­λη­τα καὶ μι­σό­γυ­μνα ἔ­παι­ζαν πα­ρα­πέ­ρα, σκορ­πι­σμέ­να στὸ φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τῆς πλα­γιᾶς. Ὁ ἅ­γιος στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο κι ἔ­μει­νε νὰ τὰ κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κός. Ξα­να­γυρ­νών­τας στοὺς ἀ­κρο­α­τές του βάλ­θη­κε νὰ τοὺς μι­λά­ει γι’ αὐ­τά.

-   Ὅ­ταν βα­πτί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ βγά­νε­τε στὸ ὄ­νο­μα τῶν ἁ­γί­ων, ποὺ ἔ­χου­νε νό­η­μα. Μα­ρί­α θὰ πεῖ κυ­ρί­α, για­τὶ ἡ Θε­ο­τό­κος ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει βα­σί­λισ­σα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς. Νι­κό­λα­ος λέ­γε­ται ἐ­κεῖ­νος ποὺ νί­κη­σε τοὺς λα­οὺς, τοὺς δαί­μο­νες, τὰ πά­θη. Γε­ώρ­γιος λέ­γε­ται γε­ωρ­γη­μέ­νο φυ­τό, στο­λι­σμέ­νο μὲ καρ­πούς, μὲ ἀ­ρε­τὲς χρι­στι­α­νι­κές. Πα­ρα­σκευ­ὴ λέ­γε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ ἑ­τοι­μά­σθη­κε γιὰ τὸν Χρι­στό.

Νὰ κά­μεις μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Προ­δρό­μου, νὰ ἔ­χεις καὶ τὸν ἅ­γιο τοῦ παι­διοῦ σου. Καὶ ὅ­ταν τὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο καὶ σοῦ γυ­ρεύ­ει ψω­μί, μὴν τοῦ δί­νεις, μό­νο νὰ πά­ρεις τὸ ψω­μί, νὰ τὸ βά­λεις ἐμ­πρὸς στὴν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ καὶ νὰ τοῦ πεῖς: «Ἐ­γώ, παι­δί μου, δὲν ἔ­χω ψω­μί. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­χει. Σή­κω νὰ κά­νεις τὸν σταυ­ρό σου, νὰ πα­ρα­κα­λέ­σου­με τὸν ἅ­γιό σου νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν Χρι­στὸ νὰ σοῦ τὸ δώ­σει. Καὶ ἔ­τσι τὸ παι­δὶ πα­ρα­κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ ψω­μιοῦ καὶ εὐ­θὺς ὅ­ταν ξυ­πνᾶ, τὸν ἅ­γιό του βλέ­πει. Καὶ ἔ­τσι νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ παι­δεύ­ε­τε ἀ­πὸ μι­κρά, γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζουν στὸν κα­λὸ δρό­μο.

Ὁ ἅ­γιος κον­το­στά­θη­κε, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­ρι­ξε τὸ βλέμ­μα του ξα­νὰ μα­κριά, στὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­τρε­χαν καὶ ξε­φώ­νι­ζαν στὴν πλα­γιά. Ρώ­τη­σε:
-   Ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­ο ἐ­δῶ στὸ χω­ριό σας νὰ δι­α­βά­ζουν τὰ παι­διά;
-   Δὲν ἔ­χου­με, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.

-   Νὰ μα­ζευ­τεῖ­τε ὅ­λοι νὰ κά­με­τε ἕ­να σχο­λεῖ­ο κα­λό, νὰ βά­λε­τε καὶ ἐ­πι­τρό­πους νὰ τὸ κυ­βερ­νοῦν, νὰ βά­νουν δι­δά­σκα­λο νὰ μα­θαί­νουν ὅ­λα τὰ παι­διὰ γράμ­μα­τα, πλού­σια καὶ φτω­χά. Για­τὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο μα­θαί­νου­με τί εἶ­ναι Θε­ός, τί εἶ­ναι Ἁ­γί­α Τριάς, τί εἶ­ναι ἄγ­γε­λοι, δαί­μο­νες, πα­ρά­δει­σος, κό­λα­ση, ἀ­ρε­τή, κα­κί­α. Τί εἶ­ναι ψυ­χή, σῶ­μα κ. λ. π. Για­τὶ χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ο περ­πα­τοῦ­με στὸ σκό­τος.

Νὰ σπου­δά­ζε­τε καὶ σεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, νὰ μα­θαί­νε­τε γράμ­μα­τα ὅ­σοι μπο­ρεῖ­τε. Κι ἂν δὲν μά­θα­τε οἱ πα­τέ­ρες, νὰ σπου­δά­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ μα­θαί­νουν τὰ ἑλ­λη­νι­κά, για­τὶ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι στὴν ἑλ­λη­νι­κή. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ ἔ­χε­τε ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο στὴ χώ­ρα σου, πα­ρὰ νὰ ἔ­χεις βρύ­σες καὶ πο­τά­μια. Καὶ σὰν μά­θεις τὸ παι­δί σου γράμ­μα­τα, τό­τε λέ­γε­ται ἄν­θρω­πος. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὰ μο­να­στή­ρια.

Γιὰ τοῦ­το πρέ­πει νὰ στε­ρε­ώ­νε­τε σχο­λεῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, νὰ φω­τί­ζον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι. Δι­ό­τι δι­α­βά­ζον­τας τὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὰ ηὗ­ρα πὼς λαμ­πρύ­νουν καὶ φω­τί­ζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὰ μα­θαί­νου­με. Ἡ πί­στη μας δὲν στε­ρε­ώ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­μα­θεῖς ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σο­φοὺς καὶ πε­παι­δευ­μέ­νους. Λοι­πόν, τέ­κνα μου, πρὸς δι­α­φύ­λα­ξη τῆς πί­στε­ως καὶ γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς πα­τρί­δας, φρον­τί­σα­τε νὰ συ­στή­σε­τε ἀ­νυ­περθέ­τως σχο­λεῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό, γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν τὰ τέ­κνα σας ὅ­σα ἐ­σεῖς ἀ­γνο­εῖ­τε.

Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τὶς πα­ρα­κί­νη­σε νὰ δώ­σουν τὰ χρυ­σα­φι­κά τους καὶ ὅ,τι πο­λύ­τι­μο εἶ­χαν γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ σχο­λεί­ου. Σα­γη­νευ­μέ­νες ἐ­κεῖ­νες ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρε­μη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου πρό­σφε­ραν πρό­θυ­μα ὅ,τι εἶ­χαν.

Ὁ ἅ­γιος τοὺς μί­λη­σε γιὰ αρ­κε­τὴ ὥ­ρα ἀ­κό­μα. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ πα­πᾶ καὶ νὰ λει­τουρ­γη­θεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν σὲ βα­θειὰ ἄ­γνοι­α. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν με­γα­λώ­σει ἀ­βά­πτι­στα. Τοὺς δί­δα­ξε γιὰ τὴν με­τά­νοι­α, τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τὸ βά­πτι­σμα.

-   Τέσ­σε­ρα εἶ­ναι τὰ γι­α­τρι­κά σου γιὰ νὰ σω­θεῖς. Τὸ πρῶ­το εἶ­ναι νὰ συγ­χω­ρή­σεις τοὺς ἐ­χθρούς σου. Τὸ δεύ­τε­ρο νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σαι κα­θα­ρά. Τὸ τρί­το νὰ κα­τη­γο­ρεῖ­τε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες σας τὸν ἑ­αυ­τό σας καὶ ὄ­χι ἄλ­λον. Τὸ τέ­ταρ­το νὰ ἀ­πο­φα­σί­ζε­τε νὰ μὴν ἁ­μαρ­τή­σε­τε πλέ­ον. Καί, ἂν μπο­ρεῖ­τε, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε κά­θε μέ­ρα. Κι ἂν ὄ­χι, ἂς εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἢ μιὰ φο­ρὰ τὸν μή­να ἢ τὸ λι­γό­τε­ρο τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν χρό­νο.

Καὶ νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ τέ­κνα σας ἀ­πὸ μι­κρὰ στὸν κα­λὸ δρό­μο, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ται. Ἀ­βά­πτι­στος καὶ ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος ἄν-θρω­πος εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ σω­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ θα­να­τώ­σεις ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πους βα­πτι­σμέ­νους, πα­ρὰ νὰ ἀ­φή­σεις ἕ­να παι­δὶ ἀ­βά­πτι­στο νὰ πε­θά­νει. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ μέλ­λει νὰ πε­θά­νει τὸ παι­δὶ καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸ βα­πτί­σει, ἂς τὸ βα­πτί­σει ὅ­ποι­ος τύ­χει, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­δελ­φός, γεί­το­νας, μα­μή. Βά­λε ἀρ­κε­τὸ νε­ρὸ καὶ λά­δι, σταύ­ρω­σέ το καὶ βά­πτι­σέ το. Πές: «Βα­πτί­ζε­ται ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ… εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­μήν». Κι ἂν ζή­σει, τε­λει­ώ­νει τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὁ πα­πᾶς. Μὰ ἔ­τυ­χε καὶ δὲν ἔ­χεις νε­ρό; Βά­πτι­σέ το στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πὲς τὰ ἴ­δια λό­για.

Ὁ­μοί­ως, ἂν τυ­χὸν μέλ­λει νὰ πε­θά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει, ἂς ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ σὲ ὅ­ποι­ον τύ­χει. Ἔ­χει ἐλ­πί­δα νὰ σω­θεῖ. Ἂν ὅ­μως με­τα­λά­βει ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος, δὲν ὠ­φε­λεῖ τί­πο­τε.

Στὴ συ­νέ­χεια ἡ κου­βέν­τα του γύ­ρι­σε στὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κυ­ρια­κῆς, τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τὴ νη­στεί­α.

-   Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί πρέ­πει νὰ νη­στεύ­ου­με πάν­το­τε, μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν Τε­τάρ­τη, για­τὶ που­λή­θη­κε ὁ Κύ­ριος καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, για­τὶ σταυ­ρώ­θη­κε. Ὁ­μοί­ως καὶ τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, κα­θὼς ἐ­νο­μο­θέ­τη­σαν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες νὰ νη­στεύ­ου­με, γιὰ νὰ νε­κρώ­νου­με τὰ πά­θη καὶ νὰ τα­πει­νώ­νου­με τὸ σῶ­μα. Ἐ­δῶ πῶς πη­γαί­νε­τε; Φυ­λά­γε­τε τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, Χρι­στια­νοί μου; Ἂν εἶ­στε Χρι­στια­νοί, πρέ­πει νὰ τὶς φυ­λά­γε­τε.

Ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ μὴ χω­ρί­ζε­σθε καὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­κοῦ­τε τὸν ἱ­ε­ρέ­α ποὺ ση­μαί­νει; Εὐ­θὺς νὰ ση­κώ­νε­σθε, νὰ νί­πτε­σθε καὶ νὰ πη­γαί­νε­τε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι σὰν τὴ μά­να. Ὅ­ταν σφάλ­λει ὁ γιός της, τὸν μα­λώ­νει καὶ πά­λι τὸν ἀ­γα­πᾶ.

Ἀ­κό­μα τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ μὴ δου­λεύ­ε­τε κα­θό­λου. Μή­τε νὰ που­λή­σε­τε, μή­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος ποὺ γί­νε­ται τὴν Κυ­ρια­κὴ εἶ­ναι α­φο­ρι­σμέ­νο καὶ κα­τα­ρα­μέ­νο, καὶ βά­νε­τε φω­τιὰ καὶ κα­τά­ρα στὸ σπί­τι σας καὶ ὄ­χι εὐ­λο­γί­α. Καὶ ἢ σὲ θα­να­τώ­νει ὁ Θε­ὸς πα­ρά­και­ρα, ἢ τὴ γυ­ναί­κα σου, ἢ τὸ παι­δί σου, ἢ τὸ ζῶ­ο σου ψο­φᾶ. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ που­λή­σεις πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα τὴν Κυ­ρια­κή, ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος μὴν τὸ σμί­γεις στὴ σα­κού­λα σου, για­τὶ τὴ μα­γα­ρί­ζει, ἀλ­λὰ δῶ­σε τα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Οὔ­τε χω­ρά­φι, οὔ­τε ἀμ­πέ­λι νὰ κοι­τά­ζε­τε τὴν Κυ­ρια­κή, οὔ­τε νὰ κα­θα­ρί­ζε­τε τὰ ἀ­χού­ρια σας. Μο­νά­χα νὰ δι­α­βά­ζε­τε βι­βλί­α, νὰ μα­θαί­νε­τε τὸ κα­λὸ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας, για­τὶ ὅ­λοι θὰ πε­θά­νου­με, κα­θὼς βλέ­που­με κά­θε μέ­ρα.

Καὶ ὅ­σο βιὸς ἔ­χου­με, ἀ­δέλ­φια καὶ ἀ­δελ­φές μου, ἐ­δῶ στὴ γῆ θὰ ἀ­πο­μεί­νει. Μο­νά­χα ὅ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη δώ­σα­τε, αὐ­τὸ θὰ ἔ­χε­τε γιὰ βο­ή­θεια στὴν ψυ­χή σας. Καὶ ὅ,τι δώ­σα­τε στοὺς φτω­χοὺς γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, θὰ λά­βε­τε γιὰ τὸ ἕ­να ἑ­κα­τὸ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ νη­στεί­α ἁ­γιά­ζει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἔ­χει ἀ­γα­θὸ τέ­λος.


Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­λε­γε νὰ φύ­γει. Μὰ ἐν­τε­λῶς ξαφ­νι­κά, ἀ­πά­νω ποὺ μι­λοῦ­σε ὁ ἅ­γιος, ἕ­νας θε­ό­ρα­τος βρά­χος ξε­κό­πη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­πό­το­μη πλα­γιὰ καὶ πῆ­ρε νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ στὴν κα­τη­φό­ρα. Ὁ κό­σμος ἔν­τρο­μος μὲ δυ­να­τὲς φω­νὲς σκόρ­πι­σε γιὰ νὰ γλυ­τώ­σει. Μὰ ὁ ἅ­γιος δὲν τα­ρά­χθη­κε, οὔ­τε κου­νή­θη­κε κα­θό­λου. Σή­κω­σε μό­νο τὸ ρα­βδί του καὶ σταύ­ρω­σε τὸν βρά­χο ποὺ ἔ­πε­φτε. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ὁ φο­βε­ρὸς βρά­χος κοκ­κά­λω­σε στὴ μέ­ση τῆς πλα­γιᾶς, λὲς καὶ τὸν ἄ­δρα­ξε στι­βα­ρὸ χέ­ρι ἀ­ό­ρα­του κύ­κλω­πα. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν κα­τά­πλη­κτοι. Ἕ­νας-ἕ­νας ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν κον­τά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου