Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Χειροτονία εις διάκονον του Λεωνίδα Πίττου



Τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου 24-8-2014 ἐκ.ἡμ. (ἐορτή τοῦ ἰσαποστόλου και ἐθναποστόλου Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ)  τελέσθηκε, σὲ κλίμα συγκίνησης,  στὸν Καθεδρικὸ  Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν, ἀπό τόν Σεβασμιώτατο  Μητροπολίτη Ἀττικῆς και Βοιωτίας κ. Χρυσόστομο, ἡ εἰς Διάκονον χειροτονία, ἑνὸς ἐκλεκτοῦ μέλους τῆς  Ἐκκλησίας μας, τοῦ Λεωνίδα Πίττου, ἐγγάμου καὶ πατρὸς ἑνὸς τέκνου. 

Παρόντες καί συμπροσευχόμενοι στὸ ἱερὸ βῆμα, ἦταν οἱ Θεοφιλέστατοι Ἐπίσκοποι: Χριστιανουπόλεως κ. Γρηγόριος, Μαραθῶνος κ. Φώτιος καὶ  Φιλίππων κ. Ἀμβρόσιος, ἐνῶ ἀπὸ νωρὶς τὸ πρωὶ ὁ ναὸς γέμισε ἀπὸ πιστούς, συγγενεῖς καὶ φίλους τοῦ νεοχειροτονηθέντος.

Λίγο πρὶν τὴ χειροτονία του ὁ ὑποψήφιος διάκονος Λεωνίδας, ανέγνωσε τἠν προσφώνησή του πρός τόν Σεβ. κ. Χρυσόστομο (πατῆστε ἐδῶ), ἐνῶ ὁ Σεβασμιώτατος, στήν ἀντιφώνησή του τόνισε μεταξύ άλλων:

«Εἶναι μεγάλη ἡ συγκίνηση καὶ ἡ χαρὰ ποὺ αἰσθανόμαστε αὐτὴ τὴ στιγμή, διότι σὲ λίγα λεπτὰ ἀπὸ τῶρα ἕνας νέος κληρικός, "σάρξ ἐκ τῆς σαρκὸς" τῆς Ἐκκλησίας  μας, θὰ ἐνταχθεῖ στὸ δυναμικὸ τοῦ ἱεροῦ κλήρου τῆς Μητροπόλεώς μας. Δίχως νὰ θέλω νὰ σὲ ἀπογοητεύσω, ὀφείλω νὰ σοῦ γνωστοποιήσω ὅτι ἀπὸ σήμερα ἡ ζωή σου δὲ θὰ εἶναι ἀνθόσπαρτη. Θὰ εἶναι "στενὴ καὶ τεθλιμμένη", ὅμως μὲ τὴν ἀγόγγυστη ὑπομονή σου ὅλα θὰ γίνονται Ἅγια καὶ καλά. Μὴν ξεχνᾶς ὅτι ὁ σημερινὸς Ἀποστολοεπίσκοπος Ἱερομάρτυρας, ὁ  Ἅγιος Εὐτυχής, ὁδηγήθηκε ἀπὸ συκοφάντες στὸ μαρτύριο, ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ ἑορταζόμενος καὶ προστάτης τῶν κατηχητικῶν μας, Πατροκοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἀπὸ συκοφαντία κι αὐτὸς ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο. Νὰ ξέρεις ἀκόμη ὅτι πολὺ δύσκολα θὰ βρεῖς  ἀνθρώπους ἀπ’αὐτὸ τὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας νὰ σὲ καταλάβουν καὶ νὰ σὲ στηρίξουν σ’ ὅσα θελήσεις νὰ κάνεις, πάντα μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ!»

  Εν συνεχεία, ὁ Σεβασμιώτατος  κ. Χρυσόστομος προέτρεψε τὸν ὑποψήφιο διάκονο, νὰ ἔχει ταπείνωση, διάκριση καὶ ἀγάπη στὰ νέα του καθήκοντα, τὰ ὁποῖα καλεῖται νὰ ὑπηρετήσει συνειδητὰ, μὲ ἀπόλυτη αὐταπάρνηση καὶ συνεργασία. Νὰ διέπεται ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς όλους, ὁ δὲ πηγαῖος αὐθορμητισμός του, ὅπως ἐκδηλώθηκε στὴν προσλαλιά του, νὰ τὸν συνοδεύει πάντα! Νὰ εἶναι προσεκτικὸς σὲ κάθε ἐπευφημία ποὺ θ’ ἀκούει, δίχως νὰ ξεχνάει ποτὲ ὅτι θὰ ὑπηρετεῖ τὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης, τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ἐπισημαίνοντάς του πὼς ὅ,τι καὶ νὰ φτιάξει, ὅ,τι καὶ νὰ κάνει στὴ διακονική του ἀφιέρωση, δὲ θὰ εἶναι τίποτα δικό του, ὅλα γίνονται ἀπὸ τὸ γλυκύτατο Ἰησοῦ τῆς Ναζαρὲτ καὶ ἀνήκουν ὅλα σ’ Ἐκεῖνον.

  Τελειώνοντας την ἀντιφώνησή του ὁ Σεβασμιώτατος, είπε: «Εἴσελθε εἰς τὴν Χάριν τοῦ Κυρίου μας», γιὰ νὰ ἀκολουθήσει ἡ  χειροτονία του εἰς  Διάκονο.
  Στὸ τέλος τῆς Θείας  Λειτουργίας,  ὁ Σεβασμιώτατος  ἔδωσε τίς εὐχὲς στὴ νέα Διακόνισσα Εὐσεβία καὶ στοὺς  γονεῖς τοῦ νέου Διακόνου, Μαρίνο καὶ Παρασκευή.
  Ὁ Διάκονος Λεωνίδας εἶναι κάτοχος πτυχίων Πολιτικοῦ Μηχανικοῦ, Βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ Ἁγιογραφίας,  μέλος τῆς συντονιστικὴς ἐπιτροπὴς τοῦ Νεανικού Ορθοδόξου Συνδέσμου καὶ μέχρι πρότινος  Ἱεροψάλτης καὶ Κατηχητὴς τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Μητροπόλεως  Ἀττικῆς-Βοιωτίας.

Τοῦ εὐχόμαστε καλὴ σταδιοδρομία μὲ σύνεση καὶ διάκριση στὰ νέα του καθήκοντα!


 περισσότερα φωτ. στιγμιότυπα ΕΔΩ





Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ ( α΄)

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)


Μικρὸ εὐλαβικὸ ἀφιέρωμα στὸν Ἱερομάρτυρα καὶ Ἰσαπόστολο  Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, τὸν Ἅγιο ποὺ τοῦ χρωστᾶμε ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη γιατί κράτησε ζωντανό το Γένος μας, ὅταν ὅλα τά σκιαζε ἡ φοβέρα του ἐξισλαμισμοὺ καὶ τὰ πλάκωνε τὸ σκοτάδι τῆς ἀμάθειας καὶ τῆς ὀθωμανικῆς βαρβαρότητας! Ἃς ἔχουμε τὴν εὐχή του καὶ τὶς πρεσβεῖες του, γιὰ νὰ μᾶς δυναμώνει ὁ Θεὸς σὲ τοῦτα τά δύσκολα χρόνια ποὺ ξαναπερνᾶ ἡ πατρίδα μας!

Πρῶτο  Μέρος

Ἡ μι­κρὴ συ­νο­δεί­α βά­δι­ζε μὲ κό­πο στὸν κα­κο­τρά­χα­λο ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ποὺ φώ­λια­ζε σὰν ἀ­ε­το­φω­λιὰ στὴν ἀ­πό­με­ρη πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ. Ὁ λι­γνὸς κα­λό­γε­ρος ποὺ πή­γαι­νε μπρο­στά, ἅ­πλω­νε τὸ βλέμ­μα του στὶς γνώ­ρι­μες ψη­λὲς κορ­φές, στὰ κο­φτε­ρὰ φα­ράγ­για, στὰ κα­τα­πρά­σι­να ἔ­λα­τα, κι ἀ­να­θυ­μό­ταν πε­ρα­σμέ­να χρό­νια καὶ και­ρούς. Τό­τε ποὺ νε­α­ρὸς ἀ­κό­μη, γε­μά­τος ὄ­νει­ρα καὶ φλό­γα, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ καὶ μά­ζευ­ε τὰ Ἑλ­λη­νό­που­λα, μὰ καὶ τοὺς με­γά­λους, νὰ τοὺς δι­δά­ξει τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα. Νὰ τοὺς μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α τους καὶ τὴν κα­τα­γω­γή τους. Νὰ ξέ­ρουν τὴ ρί­ζα τους, ὅ­τι κρα­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Λε­ω­νί­δα καὶ τὸν Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Νὰ ξα­να­θυ­μη­θοῦν τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά τους. Ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ ξυ­πνή­σει καί, πά­λι μὲ χρό­νια μὲ και­ρούς, νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴν Πό­λη θρι­αμ­βευ­τής.

Καὶ νὰ ποὺ τώ­ρα, μὲ ἄ­σπρα τὰ μαλ­λιὰ κι ὡ­ρι­μα­σμέ­νη πιὰ ψυ­χή, ξα­να­γυρ­νοῦ­σε γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἔρ­γο του.

Ἦ­ταν ὁ γεν­νη­μέ­νος στὸ Με­γά­λο Δέν­δρο τῆς Αἰ­τω­λί­ας ἁ­γι­ο­ρεί­της ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός, ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἅ­γιος στὴ συ­νεί­δη­ση ὅ­λων πο­λὺ πρὶν πε­θά­νει μαρ­τυ­ρι­κὰ στὴ Βό­ρει­ο Ἤ­πει­ρο, τὸ 1779.

Στὸ μι­κρὸ χω­ριὸ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ ὅ­λοι καὶ τὸν πε­ρί­με­ναν. Ὁ ἅ­γιος ἔ­φτα­σε κον­τα­να­σαί­νον­τας κι ὅ­λοι ἔ­τρε­ξαν νὰ πά­ρουν τὴν εὐ­λο­γί­α του, φι­λών­τας τ’ ἁ­γι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Δι­ψα­σμέ­νος ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α ζή­τη­σε λί­γο νε­ρὸ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἦ­ταν ἕ­να ξε­ρο­πή­γα­δο.
-   Εἶ­ναι στε­γνό, ἅ­γι­ε! τοῦ εἶ­παν.
Μὰ ὡ­στό­σο με­ρι­κοὶ κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ὴ ἔ­τρε­ξαν, ἔ­βγα­λαν ἀ­π’ τὸν πά­το του λί­γο νε­ρὸ γε­μά­το λά­σπη καὶ χῶ­μα καὶ τοῦ τὸ πρό­σφε­ραν. Ὁ ἅ­γιος δο­κί­μα­σε λί­γο καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ κου­ρα­σμέ­νο του χέ­ρι εὐ­λό­γη­σε τὸ ξε­ρο­πή­γα­δο γιὰ τὴν ἐ­λά­χι­στη ἐ­κεί­νη δρο­σιὰ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε. Ἀ­μέ­σως ἀ­νά­βλυ­σε νε­ρὸ κα­θα­ρὸ καὶ ἄ­φθο­νο. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, τὸ πη­γά­δι ἦ­ταν πάν­το­τε γε­μά­το.

Ὁ ἅ­γιος ἔμ­πη­ξε ἕ­να με­γά­λο ξύ­λι­νο σταυ­ρὸ στὸ χῶ­μα, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνὶ κι εὐ­λό­γη­σε τὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει.

-   Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Χρι­στοῦ κι ἐ­στά­θη­κα σ’ αὐ­τὸν τὸν ἅ­γιο τό­πο, ἐ­ξέ­τα­σα πρῶ­τα γιὰ σᾶς καὶ ἔ­μα­θα, πὼς μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καὶ Θε­οῦ, εἶ­στε εὐ­σε­βεῖς Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, τέ­κνα καὶ θυ­γα­τέ­ρες τοῦ Χρι­στοῦ μας. Καὶ ὄ­χι μό­νο δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σᾶς δι­δά­ξω, ἀλ­λὰ μή­τε τὰ πο­δά­ρια σας νὰ φι­λή­σω. Δι­ό­τι ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ σᾶς εἶ­ναι τι­μι­ώ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ­λον τὸν κό­σμο. Κι ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός, χει­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους.

Εἶ­μαι ὅ­μως δοῦ­λος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἶ­μαι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λ’ ὁ Χρι­στός μου μὲ κα­τα­δέ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α του. Τὸν Χρι­στό μας λοι­πόν, ἀ­δελ­φοί μου, πι­στεύ­ω, δο­ξά­ζω καὶ προ­σκυ­νῶ. Τὸν Χρι­στό μας πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ ἀ­ξι­ώ­σει νὰ χύ­σω κι ἐ­γὼ τὸ αἷ­μα μου γιὰ τὴν ἀ­γά­πη του, κα­θὼς τὸ ἔ­χυ­σε καὶ Ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴν ἀ­γά­πη μου.

Ἂν ἴ­σως καὶ ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἀ­νε­βῶ στὸν οὐ­ρα­νό, νὰ φω­νά­ξω μιὰ φω­νὴ με­γά­λη, νὰ κη­ρύ­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πὼς μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ Θε­ὸς ἀ­λη­θι­νὸς καὶ ζω­ὴ τῶν πάν­των, θὰ τὸ ἔ­κα­μνα. Μὰ ἐ­πει­δὴ δὲν δύ­να­μαι νὰ πρά­ξω ἐ­κεῖ­νο τὸ μέ­γα, κά­μνω τοῦ­το τὸ μι­κρό, καὶ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου τὸ κα­τὰ δύ­να­μη, ὄ­χι ὡς δι­δά­σκα­λος, ἀλ­λὰ ὡς ἀ­δελ­φός. Δι­δά­σκα­λος μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι.

Ἀ­να­χω­ρών­τας ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μου πρὸ πε­νήν­τα ἐ­τῶν, ἐ­περ­πά­τη­σα τό­πους πολ­λούς, κά­στρα, χῶ­ρες καὶ χω­ριὰ καὶ μά­λι­στα στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κά­θη­σα στὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, δε­κα­ε­πτὰ χρό­νους, καὶ ἔ­κλαι­γα διὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου.

Με­λε­τών­τας τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο βρῆ­κα μέ­σα πολ­λὰ νο­ή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ὅ­λα μαρ­γα­ρι­τά­ρια, πλοῦ­τος, ζω­ὴ αἰ­ώ­νια. Σι­μὰ στὰ ἄλ­λα βρῆ­κα καὶ τοῦ­τον τὸν λό­γο ὅ­που λέ­γει ὁ Χρι­στός μας: πὼς δὲν πρέ­πει κα­νέ­νας Χρι­στια­νὸς νὰ φρον­τί­ζει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μό­νο πῶς νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ νὰ φρον­τί­ζει καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς του νὰ μὴ κο­λα­σθοῦν. Ἀ­κού­ον­τας κι ἐ­γὼ τοῦ­τον τὸν γλυ­κύ­τα­το λό­γο, νὰ φρον­τί­ζου­με καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς μας, μ’ ἔ­τρω­γε ἐ­κεῖ­νος ὁ λό­γος μέ­σα στὴν καρ­διὰ τό­σους χρό­νους, ὡ­σὰν τὸ σκου­λή­κι ὅ­που τρώ­γει τὸ ξύ­λο, τί νὰ κά­νω κι ἐ­γὼ στο­χα­ζό­με­νος στὴν ἀ­μά­θειά μου.

Ἐ­συμ­βου­λεύ­θη­κα τοὺς πνευ­μα­τι­κούς μου πα­τέ­ρες, ἀρ­χι­ε­ρεῖς, πα­τριά­ρχες, τοὺς φα­νέ­ρω­σα τὸν λο­γι­σμό μου, ἀ­νί­σως καὶ εἶ­ναι θε­ά­ρε­στο τέ­τοι­ο ἔρ­γο, καὶ ὅ­λοι μὲ πα­ρε­κί­νη­σαν νὰ τὸ κά­μω. Καὶ μά­λι­στα πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πὸ τὸν Πα­να­γι­ώ­τα­το κύ­ριο Σω­φρό­νιο, τὸν Πα­τριά­ρχη – νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του – ἄ­φη­σα τὴ δι­κή μου προ­κο­πή, τὸ δι­κό μου κα­λό, κι ἐ­βγή­κα νὰ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.

Δὲν μπο­ρεῖ ὁ κα­λό­γε­ρος νὰ σω­θεῖ, πα­ρὰ μα­κριὰ ἂν φεύ­γει ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Μὰ ἐ­πει­δὴ τὸ γέ­νος μας ἔ­πε­σε σὲ ἀ­μά­θεια, εἶ­πα: ἂς χά­σει ὁ Χρι­στὸς ἐ­μέ­να, ἕ­να πρό­βα­το, καὶ ἂς κερ­δί­σει τὰ ἄλ­λα. Ἴ­σως ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ εὐ­χή σας σώ­σει καὶ μέ­να.

Μι­λοῦ­σε ζε­στά, ἁ­πλά, τα­πει­νά. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι τὸν ἄ­κου­γαν συ­νε­παρ­μέ­νοι. Ἀ­νά­με­σά τους βλέ­πει κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ ἅ­γιος νὰ στέ­κουν δυ­ὸ ἁρ­μα­τω­μέ­νοι. Ἦ­ταν παλ­λη­κά­ρια τῆς κλε­φτου­ριᾶς, μὰ εἶ­χαν σπεί­ρει φό­βο καὶ τρό­μο στοὺς Χρι­στια­νοὺς μὲ τὰ ἐγ­κλή­μα­τά τους.

-   Ἔ, σεῖς! τοὺς φω­νά­ζει. Θ’ ἀ­νοί­ξε­τε πα­ρά­δει­σο, νο­μί­ζε­τε, μ’ αὐ­τά σας τὰ χά­λια;
-   Ναί, μὲ τ’ ἀ­ση­μο­χάν­τζα­ρά μας! εἶ­παν αὐ­τοί, ἂν μὲ τὸ κα­λὸ δὲν μᾶς ἀ­νοί­ξουν. Μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω θὰ μποῦ­με! Τί μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­μουν;
-   Πιά­στε τ’ ἀ­ση­μό­πλε­χτα κουμ­πιὰ τῶν γε­λε­κι­ῶν σας καὶ σφί­χτε τα! τοὺς λέ­ει.

Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πια­σαν οἱ κλέ­φτες τὰ κουμ­πιά τους καὶ τά ’­σφι­ξαν ἀ­νά­με­σα στὰ δά­χτυ­λά τους. Καὶ μὲ μιᾶς, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα ποὺ πή­γαι­νε τσαμ­πού­να! Τοὺς κα­τα­λέ­ρω­σε τὸ αἷ­μα τοὺς κλέ­φτες.

-   Ἔ, καὶ θαρ­ρεῖ­τε πὼς τὰ αἵ­μα­τα αὐ­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν ποὺ σφά­ξα­τε, θὰ σᾶς ἀ­φή­σουν νὰ μπεῖ­τε στὸν πα­ρά­δει­σο; Δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω!

Σὰν εἶ­δαν τὸ θά­μα οἱ κλέ­φτες τά ’­χα­σαν. Ἡ σκλη­ρὴ καρ­διά τους μα­λά­κω­σε. Με­τά­νι­ω­σαν, φό­ρε­σαν γυ­ναι­κεῖ­α σεγ­κού­νια, δεῖγ­μα τῆς με­τά­νοι­ας τους, κι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν ἅ­γιο κα­τα­πό­δι.

-   Ἀ­νί­σως καὶ θέ­λου­με νὰ πε­ρά­σου­με κι ἐ­δῶ κα­λά, νὰ πη­γαί­νου­με καὶ στὸν πα­ρά­δει­σο, συ­νέ­χι­σε ὁ ἅ­γιος, πρέ­πει νὰ ἔ­χου­με δύ­ο ἀ­γά­πες: ἀ­γά­πη στὸν Θε­ό μας καὶ στοὺς ἀ­δελ­φούς μας. Κα­λό­τυ­χος ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε καὶ ἔ­λα­βε στὴν καρ­διά του αὐ­τὲς τὶς δύ­ο ἀ­γά­πες.

Τὸ βλέμ­μα του ἀγ­κά­λια­ζε ἕ­ναν-ἕ­ναν τους φτω­χοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. Μιὰ βα­θειὰ ἀ­γά­πη ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­π’ τὴν καρ­διά του γιὰ ὅ­λα τὰ πρό­βα­τα τῆς μάν­δρας τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τέ­χνη τοὺς αἰχ­μα­λώ­τι­ζε καὶ ξε­κλεί­δω­νε τὶς πόρ­τες τῆς καρ­διᾶς τους.

-   Ἐ­σεῖς, Χρι­στια­νοί μου, πῶς πη­γαί­νε­τε ἐ­δῶ; Ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σας; Εἶ­ναι ἐ­δῶ κα­νέ­νας ποὺ νά ’­χει αὐ­τὴ τὴν ἀ­γά­πη στοὺς ἀ­δελ­φούς του; Ἂς ση­κω­θεῖ ἐ­πά­νω νὰ μοῦ τὸ πεῖ, νὰ τὸν εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν, νὰ λά­βει μί­α συγ­χώ­ρη­ση, ποὺ νά ’­δι­νε χι­λιά­δες φλου­ριὰ δὲν θὰ τὴν εὕ­ρι­σκε.

-   Ἐ­γώ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, ἀ­γα­πῶ τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.
-   Κα­λά, παι­δί μου, ἔ­χε τὴν εὐ­χή μου. Πῶς σὲ λέ­νε στ’ ὄ­νο­μά σου;
-   Κώ­στα.
-   Τί τέ­χνη κά­νεις;
-   Πρό­βα­τα φυ­λά­γω.
-   Τὸ τυ­ρί, ὅ­ταν τὸ πω­λεῖς, τὸ ζυ­γιά­ζεις;
-   Τὸ ζυ­γιά­ζω.
-   Ἐ­σύ, παι­δί μου, ἔ­μα­θες νὰ ζυ­γιά­ζεις τὸ τυ­ρὶ κι ἐ­γὼ νὰ ζυ­γιά­ζω τὴν ἀ­γά­πη. Τώ­ρα νὰ ζυ­γιά­σω κι ἐ­γὼ τὴν ἀ­γά­πη σου κι ἂν εἶ­ναι σω­στή, τό­τε νὰ σὲ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Πῶς νὰ σὲ κα­τα­λά­βω, παι­δί μου, ἂν ἀ­γα­πᾶς τοὺς ἀ­δελ­φούς σου; Τὸ ἀ­γα­πᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸ φτω­χὸ παι­δί;

-   Τὸ ἀ­γα­πῶ.
-   Ἂν τὸ ἀ­γα­ποῦ­σες, θὰ τοῦ ἔ­παιρ­νες ἕ­να που­κά­μι­σο ποὺ εἶ­ναι γυ­μνό, νὰ πα­ρα­κα­λεῖ καὶ κεῖ­νο γιὰ τὴν ψυ­χή σου. Τό­τε θά ‘ναι ἀ­λη­θι­νὴ ἡ ἀ­γά­πη, ἐ­νῷ τώ­ρα εἶ­ναι ψεύ­τι­κη. Τώ­ρα σὰν θέ­λεις νὰ κά­μεις τὴν ἀ­γά­πη μά­λα­μα, πά­ρε καὶ ἔν­δυ­σε τὰ φτω­χὰ παι­διὰ καὶ τό­τε νὰ βά­λω νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Τὸ κά­μνεις τοῦ­το;
-   Τὸ κά­μνω.
-   Χρι­στια­νοί μου, ὁ Κώ­στας κα­τά­λα­βε πὼς ἡ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­χε ὣς τώ­ρα ἦ­ταν ψεύ­τι­κη καὶ θέ­λει νὰ τὴν κά­μει μά­λα­μα, νὰ ἐν­δύ­σει τὰ φτω­χὰ παι­διά. Ἐ­πει­δὴ καὶ τὸν παι­δέ­ψα­με, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ νὰ πεῖ­τε γιὰ τὸν κὺρ-Κώ­στα τρεῖς φο­ρές: ὁ Θε­ὸς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει καὶ νὰ τὸν ἐ­λε­ή­σει.

ΠΗΓΗ

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (β')


Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα- προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)


 Δεύτερο  Μέρος

Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριὸ μα­ζε­μέ­νο στὴν πλα­τεί­α ἄ­κου­γε τὸν ἅ­γιο νὰ μι­λά­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Τὰ παι­διὰ ξυ­πό­λη­τα καὶ μι­σό­γυ­μνα ἔ­παι­ζαν πα­ρα­πέ­ρα, σκορ­πι­σμέ­να στὸ φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τῆς πλα­γιᾶς. Ὁ ἅ­γιος στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο κι ἔ­μει­νε νὰ τὰ κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κός. Ξα­να­γυρ­νών­τας στοὺς ἀ­κρο­α­τές του βάλ­θη­κε νὰ τοὺς μι­λά­ει γι’ αὐ­τά.

-   Ὅ­ταν βα­πτί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ βγά­νε­τε στὸ ὄ­νο­μα τῶν ἁ­γί­ων, ποὺ ἔ­χου­νε νό­η­μα. Μα­ρί­α θὰ πεῖ κυ­ρί­α, για­τὶ ἡ Θε­ο­τό­κος ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει βα­σί­λισ­σα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς. Νι­κό­λα­ος λέ­γε­ται ἐ­κεῖ­νος ποὺ νί­κη­σε τοὺς λα­οὺς, τοὺς δαί­μο­νες, τὰ πά­θη. Γε­ώρ­γιος λέ­γε­ται γε­ωρ­γη­μέ­νο φυ­τό, στο­λι­σμέ­νο μὲ καρ­πούς, μὲ ἀ­ρε­τὲς χρι­στι­α­νι­κές. Πα­ρα­σκευ­ὴ λέ­γε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ ἑ­τοι­μά­σθη­κε γιὰ τὸν Χρι­στό.

Νὰ κά­μεις μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Προ­δρό­μου, νὰ ἔ­χεις καὶ τὸν ἅ­γιο τοῦ παι­διοῦ σου. Καὶ ὅ­ταν τὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο καὶ σοῦ γυ­ρεύ­ει ψω­μί, μὴν τοῦ δί­νεις, μό­νο νὰ πά­ρεις τὸ ψω­μί, νὰ τὸ βά­λεις ἐμ­πρὸς στὴν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ καὶ νὰ τοῦ πεῖς: «Ἐ­γώ, παι­δί μου, δὲν ἔ­χω ψω­μί. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­χει. Σή­κω νὰ κά­νεις τὸν σταυ­ρό σου, νὰ πα­ρα­κα­λέ­σου­με τὸν ἅ­γιό σου νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν Χρι­στὸ νὰ σοῦ τὸ δώ­σει. Καὶ ἔ­τσι τὸ παι­δὶ πα­ρα­κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ ψω­μιοῦ καὶ εὐ­θὺς ὅ­ταν ξυ­πνᾶ, τὸν ἅ­γιό του βλέ­πει. Καὶ ἔ­τσι νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ παι­δεύ­ε­τε ἀ­πὸ μι­κρά, γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζουν στὸν κα­λὸ δρό­μο.

Ὁ ἅ­γιος κον­το­στά­θη­κε, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­ρι­ξε τὸ βλέμ­μα του ξα­νὰ μα­κριά, στὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­τρε­χαν καὶ ξε­φώ­νι­ζαν στὴν πλα­γιά. Ρώ­τη­σε:
-   Ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­ο ἐ­δῶ στὸ χω­ριό σας νὰ δι­α­βά­ζουν τὰ παι­διά;
-   Δὲν ἔ­χου­με, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.

-   Νὰ μα­ζευ­τεῖ­τε ὅ­λοι νὰ κά­με­τε ἕ­να σχο­λεῖ­ο κα­λό, νὰ βά­λε­τε καὶ ἐ­πι­τρό­πους νὰ τὸ κυ­βερ­νοῦν, νὰ βά­νουν δι­δά­σκα­λο νὰ μα­θαί­νουν ὅ­λα τὰ παι­διὰ γράμ­μα­τα, πλού­σια καὶ φτω­χά. Για­τὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο μα­θαί­νου­με τί εἶ­ναι Θε­ός, τί εἶ­ναι Ἁ­γί­α Τριάς, τί εἶ­ναι ἄγ­γε­λοι, δαί­μο­νες, πα­ρά­δει­σος, κό­λα­ση, ἀ­ρε­τή, κα­κί­α. Τί εἶ­ναι ψυ­χή, σῶ­μα κ. λ. π. Για­τὶ χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ο περ­πα­τοῦ­με στὸ σκό­τος.

Νὰ σπου­δά­ζε­τε καὶ σεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, νὰ μα­θαί­νε­τε γράμ­μα­τα ὅ­σοι μπο­ρεῖ­τε. Κι ἂν δὲν μά­θα­τε οἱ πα­τέ­ρες, νὰ σπου­δά­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ μα­θαί­νουν τὰ ἑλ­λη­νι­κά, για­τὶ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι στὴν ἑλ­λη­νι­κή. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ ἔ­χε­τε ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο στὴ χώ­ρα σου, πα­ρὰ νὰ ἔ­χεις βρύ­σες καὶ πο­τά­μια. Καὶ σὰν μά­θεις τὸ παι­δί σου γράμ­μα­τα, τό­τε λέ­γε­ται ἄν­θρω­πος. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὰ μο­να­στή­ρια.

Γιὰ τοῦ­το πρέ­πει νὰ στε­ρε­ώ­νε­τε σχο­λεῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, νὰ φω­τί­ζον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι. Δι­ό­τι δι­α­βά­ζον­τας τὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὰ ηὗ­ρα πὼς λαμ­πρύ­νουν καὶ φω­τί­ζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὰ μα­θαί­νου­με. Ἡ πί­στη μας δὲν στε­ρε­ώ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­μα­θεῖς ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σο­φοὺς καὶ πε­παι­δευ­μέ­νους. Λοι­πόν, τέ­κνα μου, πρὸς δι­α­φύ­λα­ξη τῆς πί­στε­ως καὶ γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς πα­τρί­δας, φρον­τί­σα­τε νὰ συ­στή­σε­τε ἀ­νυ­περθέ­τως σχο­λεῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό, γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν τὰ τέ­κνα σας ὅ­σα ἐ­σεῖς ἀ­γνο­εῖ­τε.

Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τὶς πα­ρα­κί­νη­σε νὰ δώ­σουν τὰ χρυ­σα­φι­κά τους καὶ ὅ,τι πο­λύ­τι­μο εἶ­χαν γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ σχο­λεί­ου. Σα­γη­νευ­μέ­νες ἐ­κεῖ­νες ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρε­μη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου πρό­σφε­ραν πρό­θυ­μα ὅ,τι εἶ­χαν.

Ὁ ἅ­γιος τοὺς μί­λη­σε γιὰ αρ­κε­τὴ ὥ­ρα ἀ­κό­μα. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ πα­πᾶ καὶ νὰ λει­τουρ­γη­θεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν σὲ βα­θειὰ ἄ­γνοι­α. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν με­γα­λώ­σει ἀ­βά­πτι­στα. Τοὺς δί­δα­ξε γιὰ τὴν με­τά­νοι­α, τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τὸ βά­πτι­σμα.

-   Τέσ­σε­ρα εἶ­ναι τὰ γι­α­τρι­κά σου γιὰ νὰ σω­θεῖς. Τὸ πρῶ­το εἶ­ναι νὰ συγ­χω­ρή­σεις τοὺς ἐ­χθρούς σου. Τὸ δεύ­τε­ρο νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σαι κα­θα­ρά. Τὸ τρί­το νὰ κα­τη­γο­ρεῖ­τε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες σας τὸν ἑ­αυ­τό σας καὶ ὄ­χι ἄλ­λον. Τὸ τέ­ταρ­το νὰ ἀ­πο­φα­σί­ζε­τε νὰ μὴν ἁ­μαρ­τή­σε­τε πλέ­ον. Καί, ἂν μπο­ρεῖ­τε, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε κά­θε μέ­ρα. Κι ἂν ὄ­χι, ἂς εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἢ μιὰ φο­ρὰ τὸν μή­να ἢ τὸ λι­γό­τε­ρο τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν χρό­νο.

Καὶ νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ τέ­κνα σας ἀ­πὸ μι­κρὰ στὸν κα­λὸ δρό­μο, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ται. Ἀ­βά­πτι­στος καὶ ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος ἄν-θρω­πος εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ σω­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ θα­να­τώ­σεις ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πους βα­πτι­σμέ­νους, πα­ρὰ νὰ ἀ­φή­σεις ἕ­να παι­δὶ ἀ­βά­πτι­στο νὰ πε­θά­νει. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ μέλ­λει νὰ πε­θά­νει τὸ παι­δὶ καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸ βα­πτί­σει, ἂς τὸ βα­πτί­σει ὅ­ποι­ος τύ­χει, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­δελ­φός, γεί­το­νας, μα­μή. Βά­λε ἀρ­κε­τὸ νε­ρὸ καὶ λά­δι, σταύ­ρω­σέ το καὶ βά­πτι­σέ το. Πές: «Βα­πτί­ζε­ται ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ… εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­μήν». Κι ἂν ζή­σει, τε­λει­ώ­νει τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὁ πα­πᾶς. Μὰ ἔ­τυ­χε καὶ δὲν ἔ­χεις νε­ρό; Βά­πτι­σέ το στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πὲς τὰ ἴ­δια λό­για.

Ὁ­μοί­ως, ἂν τυ­χὸν μέλ­λει νὰ πε­θά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει, ἂς ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ σὲ ὅ­ποι­ον τύ­χει. Ἔ­χει ἐλ­πί­δα νὰ σω­θεῖ. Ἂν ὅ­μως με­τα­λά­βει ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος, δὲν ὠ­φε­λεῖ τί­πο­τε.

Στὴ συ­νέ­χεια ἡ κου­βέν­τα του γύ­ρι­σε στὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κυ­ρια­κῆς, τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τὴ νη­στεί­α.

-   Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί πρέ­πει νὰ νη­στεύ­ου­με πάν­το­τε, μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν Τε­τάρ­τη, για­τὶ που­λή­θη­κε ὁ Κύ­ριος καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, για­τὶ σταυ­ρώ­θη­κε. Ὁ­μοί­ως καὶ τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, κα­θὼς ἐ­νο­μο­θέ­τη­σαν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες νὰ νη­στεύ­ου­με, γιὰ νὰ νε­κρώ­νου­με τὰ πά­θη καὶ νὰ τα­πει­νώ­νου­με τὸ σῶ­μα. Ἐ­δῶ πῶς πη­γαί­νε­τε; Φυ­λά­γε­τε τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, Χρι­στια­νοί μου; Ἂν εἶ­στε Χρι­στια­νοί, πρέ­πει νὰ τὶς φυ­λά­γε­τε.

Ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ μὴ χω­ρί­ζε­σθε καὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­κοῦ­τε τὸν ἱ­ε­ρέ­α ποὺ ση­μαί­νει; Εὐ­θὺς νὰ ση­κώ­νε­σθε, νὰ νί­πτε­σθε καὶ νὰ πη­γαί­νε­τε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι σὰν τὴ μά­να. Ὅ­ταν σφάλ­λει ὁ γιός της, τὸν μα­λώ­νει καὶ πά­λι τὸν ἀ­γα­πᾶ.

Ἀ­κό­μα τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ μὴ δου­λεύ­ε­τε κα­θό­λου. Μή­τε νὰ που­λή­σε­τε, μή­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος ποὺ γί­νε­ται τὴν Κυ­ρια­κὴ εἶ­ναι α­φο­ρι­σμέ­νο καὶ κα­τα­ρα­μέ­νο, καὶ βά­νε­τε φω­τιὰ καὶ κα­τά­ρα στὸ σπί­τι σας καὶ ὄ­χι εὐ­λο­γί­α. Καὶ ἢ σὲ θα­να­τώ­νει ὁ Θε­ὸς πα­ρά­και­ρα, ἢ τὴ γυ­ναί­κα σου, ἢ τὸ παι­δί σου, ἢ τὸ ζῶ­ο σου ψο­φᾶ. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ που­λή­σεις πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα τὴν Κυ­ρια­κή, ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος μὴν τὸ σμί­γεις στὴ σα­κού­λα σου, για­τὶ τὴ μα­γα­ρί­ζει, ἀλ­λὰ δῶ­σε τα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Οὔ­τε χω­ρά­φι, οὔ­τε ἀμ­πέ­λι νὰ κοι­τά­ζε­τε τὴν Κυ­ρια­κή, οὔ­τε νὰ κα­θα­ρί­ζε­τε τὰ ἀ­χού­ρια σας. Μο­νά­χα νὰ δι­α­βά­ζε­τε βι­βλί­α, νὰ μα­θαί­νε­τε τὸ κα­λὸ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας, για­τὶ ὅ­λοι θὰ πε­θά­νου­με, κα­θὼς βλέ­που­με κά­θε μέ­ρα.

Καὶ ὅ­σο βιὸς ἔ­χου­με, ἀ­δέλ­φια καὶ ἀ­δελ­φές μου, ἐ­δῶ στὴ γῆ θὰ ἀ­πο­μεί­νει. Μο­νά­χα ὅ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη δώ­σα­τε, αὐ­τὸ θὰ ἔ­χε­τε γιὰ βο­ή­θεια στὴν ψυ­χή σας. Καὶ ὅ,τι δώ­σα­τε στοὺς φτω­χοὺς γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, θὰ λά­βε­τε γιὰ τὸ ἕ­να ἑ­κα­τὸ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ νη­στεί­α ἁ­γιά­ζει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἔ­χει ἀ­γα­θὸ τέ­λος.


Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­λε­γε νὰ φύ­γει. Μὰ ἐν­τε­λῶς ξαφ­νι­κά, ἀ­πά­νω ποὺ μι­λοῦ­σε ὁ ἅ­γιος, ἕ­νας θε­ό­ρα­τος βρά­χος ξε­κό­πη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­πό­το­μη πλα­γιὰ καὶ πῆ­ρε νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ στὴν κα­τη­φό­ρα. Ὁ κό­σμος ἔν­τρο­μος μὲ δυ­να­τὲς φω­νὲς σκόρ­πι­σε γιὰ νὰ γλυ­τώ­σει. Μὰ ὁ ἅ­γιος δὲν τα­ρά­χθη­κε, οὔ­τε κου­νή­θη­κε κα­θό­λου. Σή­κω­σε μό­νο τὸ ρα­βδί του καὶ σταύ­ρω­σε τὸν βρά­χο ποὺ ἔ­πε­φτε. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ὁ φο­βε­ρὸς βρά­χος κοκ­κά­λω­σε στὴ μέ­ση τῆς πλα­γιᾶς, λὲς καὶ τὸν ἄ­δρα­ξε στι­βα­ρὸ χέ­ρι ἀ­ό­ρα­του κύ­κλω­πα. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν κα­τά­πλη­κτοι. Ἕ­νας-ἕ­νας ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν κον­τά του.

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (γ')


Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)


Τρίτο  Μέρος

Ὁ ἅ­γιος ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ βλέμ­μα του νὰ πλα­νη­θεῖ στὶς κο­ρυ­φὲς γύ­ρω του. Ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ νό­τια ἁ­πλώ­νον­ταν ἀ­τέ­λει­ω­τες βου­νο­κορ­φὲς τὰ Ἄ­γρα­φα. Συμπαγὴς καὶ χιονόλευκος ὄγκος τὰ Τζουμέρκα ἀπόμακρα, ὄρθωναν μεγαλόπρεπο τὸ ἀνάστημά τους στὸν βορειο-δυτικὸ ὁρίζοντα. Αὐ­θόρ­μη­τα σή­κω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὰ εὐ­λό­γη­σε.

-   Εὐ­λο­γη­μέ­να βου­νά! ἀ­να­φώ­νη­σε. Πό­σα γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ σώ­σε­τε, πό­σες ψυ­χές, ὅ­ταν ἔλ­θουν τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια! Κα­λό­τυ­χοι ἐ­σεῖς ποὺ βρε­θή­κα­τε ἐ­δῶ, πά­νω στὰ ψη­λὰ βου­νά, για­τὶ αὐ­τὰ θὰ σᾶς φυ­λά­ξουν ἀ­πὸ πολ­λὰ δει­νά. Θὰ ἀ­κοῦ­τε καὶ δὲν θὰ βλέ­πε­τε τὸν κίν­δυ­νο.

-   Θὰ λευ­τε­ρω­θοῦ­με πο­τέ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ; ρω­τοῦ­σαν μὲ λα­χτά­ρα οἱ σκλά­βοι.
-   Αὐ­τὸ μιὰ μέ­ρα θὰ γί­νει ρω­μαί­ι­κο καὶ κα­λό­τυ­χος ὅ­ποι­ος ζή­σει σὲ κεῖ­νο τὸ βα­σί­λει­ο.
-   Πό­τε θὰ γί­νει αὐ­τό, ἅ­γι­ε;

-   Τὸ πο­θού­με­νο θὰ γί­νει στὴν τρί­τη γε­νιά. Θὰ τὸ ἰ­δοῦν τὰ ἐγ­γό­νια σας. Τὰ βά­σα­να εἶ­ναι πολ­λὰ ἀ­κό­μη. Θυ­μη­θεῖ­τε τὰ λό­για μου. Τοῦ­το σᾶς λέ­γω καὶ σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω: κἂν ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ κα­τέ­βει κά­τω, κἂν ἡ γῆ νὰ ἀ­νέ­βει ἐ­πά­νω, κἂν ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ χα­λά­σει, κα­θὼς μέλ­λει νὰ χα­λά­σει, σή­με­ρον, αὔ­ριον, νὰ μὴ σᾶς μέλ­λει τί ἔ­χει νὰ κά­μει ὁ Θε­ός. Τὸ κορ­μί σας ἂς τὸ κά­ψουν, ἂς τὸ τη­γα­νί­σουν, τὰ πράγ­μα­τά σας ἂς τὰ πά­ρουν. Μὴ σᾶς μέλ­λει. Δῶ­στε τα. Δὲν εἶ­ναι δι­κά σας. Ψυ­χὴ καὶ Χρι­στὸς σᾶς χρει­ά­ζον­ται. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ πέ­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σᾶς τὰ πά­ρει, ἐ­κτὸς καὶ τὰ δώ­σε­τε μὲ τὸ θέ­λη­μά σας. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο νὰ τὰ φυ­λά­γε­τε, νὰ μὴν τὰ χά­σε­τε.
Ἕ­ως ὅ­του κλεί­σει ἡ πλη­γὴ αὐ­τὴ τοῦ πλά­τα­νου, συ­νέ­χι­σε δεί­χνον­τας τὸ δέν­τρο ποὺ σκί­α­ζε τὴν πλα­τεί­α, τὸ χω­ριό σας θά ΄ναι σκλα­βω­μέ­νο καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­νο.

Ὅ­ταν πέ­σουν δυ­ὸ πα­σχα­λι­ὲς μα­ζί, θὰ ἔρ­θει τὸ πο­θού­με­νο.
Ὅ­ταν δεῖ­τε τὸ χι­λι­άρ­με­νο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, τό­τε θὰ λυ­θεῖ τὸ ζή­τη­μα τῆς Πό­λης.

Οἱ ἀν­τί­χρι­στοι (=οἱ Τοῦρ­κοι) θὰ φύ­γουν, ἀλ­λὰ θά ‘ρθουν πά­λι καὶ θὰ φθά­σουν ὣς τὰ Ἑ­ξα­μί­λια. Ἔ­πει­τα θὰ τοὺς κυ­νη­γή­σε­τε ἕ­ως τὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά. Ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους τὸ ἕ­να τρί­το θὰ σκο­τω­θεῖ, τὸ ἄλ­λο τρί­το θὰ βα­πτι­σθεῖ καὶ μο­νά­χα τὸ ἕ­να τρί­το θὰ πά­ει στὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά.

Θὰ ἔρ­θει και­ρὸς ποὺ οἱ Ρω­μιοὶ θὰ τρώ­γον­ται με­τα­ξύ τους. Ἐ­γὼ συ­στή­νω ὁ­μό­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη.

Τὰ λό­για του φω­τι­σμέ­να, προ­φη­τι­κά, ἔ­ρι­χναν στά­λα-στά­λα τὴν ἐλ­πί­δα στὶς τυ­ρα­γνι­σμέ­νες ψυ­χὲς τῶν σκλά­βων. Θέ­ρι­ευ­αν τὴ λα­χτά­ρα τους, δυ­νά­μω­ναν τὴν ὑ­πο­μο­νή τους. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, φώ­να­ξε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν νὰ ση­κω­θοῦν. Σκορ­πί­στη­καν μέ­σα στὸ πλῆ­θος γιὰ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν ὅ­σοι ἤ­θε­λαν. Τέ­λε­σαν Εὐ­χέ­λαι­ο καὶ πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοὶ νὰ χρι­σθοῦν. Βά­πτι­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ ποὺ ἦ­ταν ἀ­βά­πτι­στα.

Ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ ἅ­γιος ἦ­ταν κα­τά­κο­πος. Τὸν πῆ­ραν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ τὸν φι­λο­ξε­νή­σουν. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­φε­ρε μιὰ κα­θα­ρὴ ἀλ­λα­ξιὰ τοῦ ἄν­τρα της καὶ ζή­τη­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­π’ τὸν ἅ­γιο νὰ τοῦ πλύ­νει τὸ που­κά­μι­σο. Τὸ ἔ­πλυ­νε εὐ­λα­βι­κὰ καὶ ὕ­στε­ρα ζή­τη­σε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γιὰ εὐ­λο­γί­α τοῦ σπι­τι­κοῦ της καὶ ὅ­λου τοῦ χω­ριοῦ. Γιὰ ἱ­ε­ρὸ κει­μή­λιο. Ὁ ἅ­γιος δὲν ἀρ­νή­θη­κε.

Πρω­ὶ-πρω­ὶ τοὺς ξύ­πνη­σε ἡ καμ­πά­να. Οἱ πλα­γι­ὲς καὶ τὰ φα­ράγ­για ἀν­τι­λά­λη­σαν. Χρό­νια εἴ­χα­νε ν’ ἀ­κού­σουν τὸ χαρμό­συ­νο, γλυ­κό της κε­λά­δη­μα. Εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει ἀ­λι­βά­νι­στοι. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ σι­γὴ σκέ­πα­ζε τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς πα­πᾶ. Οἱ Χρι­στια­νοὶ νη­στε­μέ­νοι κι ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νοι λει­τουργή­θη­καν καὶ με­τά­λα­βαν. Τὰ νε­ο­φώ­τι­στα παι­διὰ κρα­τοῦ­σαν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ὁ ἅ­γιος εἶ­πε καὶ μοί­ρα­σαν σ’ ὅ­λους κε­ριά, ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε ἡ συ­νο­δεί­α του. Τ’ ἄ­να­ψαν ὅ­λα καὶ ἡ τα­πει­νή τους ἐκ­κλη­σιὰ ἀ­στρα­πο­βό­λη­σε. Πλημμυρισμένες ἀπὸ χαρὰ οἱ καρδιές τους, ἀλάφρωσαν λίγο ἀπ’ τὸ πλάκωμα τῆς σκλαβιᾶς. Τοὺς φά­νη­κε σὰν νά ‘χαν Λαμ­πρή.

Ἤ­θε­λαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν ἀ­κό­μα, μὰ ὁ ἅ­γιος βι­α­ζό­ταν. Εἶ­χε νὰ πε­ρά­σει ἀ­μέ­τρη­τους τό­πους καὶ χω­ριά. Παν­τοῦ τὸν πε­ρί­με­ναν. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια τὸν ξε­προ­βό­δι­σαν. Ἔ­φε­ραν ἕ­να μου­λά­ρι γιὰ νὰ τὸν κα­τε­βά­σουν ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια μο­νο­πά­τια. Εἶ­παν στὸ παι­δὶ ποὺ τρα­βοῦ­σε τὸ σχοι­νί, ἂν συμ­βεῖ τί­πο­τε κά­τω στὶς κα­κο­το­πι­ές, νὰ τρέ­ξει ψη­λὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ρά­χη καὶ νὰ φω­νά­ξει. Ὁ ἅ­γιος χα­μο­γέ­λα­σε.

-   Θά ‘ρθει και­ρός, τοὺς εἶ­πε, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ μι­λοῦν ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ μέ­ρος σὲ ἄλ­λο, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ πλα­γι­νὰ δω­μά­τια. Δὲν θὰ τα­ξι­δεύ­ε­τε πιὰ μὲ τὰ ζῶ­α. Θὰ δεῖ­τε στὸν κάμ­πο ἁ­μά­ξι χω­ρὶς ἄ­λο­γα νὰ τρέ­χει γρη­γο­ρώ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν λα­γό. Θὰ βγοῦν πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὰ σχο­λεῖ­α, ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν τὰ φαν­τά­ζε­ται. Ὅ­μως ἀ­π’ τοὺς δι­α­βα­σμέ­νους θὰ ‘ρθεῖ καὶ με­γά­λο κα­κό. Θὰ δεῖ­τε νὰ πε­τᾶ­νε ἄν­θρω­ποι στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν μαυ­ρο­πού­λια καὶ νὰ ρί­χνουν φω­τιὰ στὸν κό­σμο.

Οἱ ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­λά­βουν τὰ προ­φη­τι­κά του λό­για, μὰ τὰ φύ­λα­ξαν εὐ­λα­βι­κὰ στὴν καρ­διά τους. Θὰ τὰ ζοῦ­σαν καὶ θὰ τὰ κα­τα­λά­βαι­ναν κα­λὰ οἱ κα­το­πι­νὲς γε­νι­ές.

Ὁ ἅ­γιος τοὺς εὐ­λό­γη­σε, χαι­ρέ­τη­σε καὶ ἔ­φυ­γε. Ὁ δρό­μος του ἦ­ταν μα­κρύς. Εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη τὴν Ἑλ­λά­δα, γιὰ νὰ ξα­να­στυ­λώ­σει τὸ ἀ­φα­νι­σμέ­νο του γέ­νος. Γιὰ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἔ­τρε­χε. Καὶ τὰ κα­τά­φε­ρε.

«Ἐ­κα­τά­στη­σε σχο­λεῖ­α παν­τα­χοῦ, τό­σον ἑλ­λη­νι­κὰ (γυ­μνά-σια-λύ­κεια), ὅ­σον καὶ κοι­νὰ (δη­μο­τι­κά), διὰ νὰ πη­γαί­νουν τὰ παι­δί­α καὶ νὰ μα­θαί­νουν δω­ρε­ὰν τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα. Ἐ­κα­τά­πει­σε τοὺς πλου­σί­ους καὶ ἠ­γό­ρα­σαν ὑ­πὲρ τὰς τέσ­σα­ρας χι­λιά­δας κο­λυμ­βή­θρας με­γά­λας χαλ­κω­μα­τέ­νιας, πρὸς δώ­δε­κα γρό­σια τὴν κα­θε­μί­αν, διὰ νὰ βα­πτί­ζων­ται κα­θὼς πρέ­πει τὰ παι­δί­α τῶν Χρι­στια­νῶν. Βι­βλί­α ἐ­μοί­ρα­ζε χά­ρι­σμα εἰς ἐ­κεί­νους ὅ­που ἤ­ξευ­ραν γράμ­μα­τα.

Κομ­βο­σχοί­νια καὶ σταυ­ρού­δια ἐ­μοί­ρα­ζεν (ὑ­πὲρ τὰς πεν­τα­κο­σί­ας χι­λιά­δας) εἰς τὸν κοι­νὸν λα­όν, διὰ νὰ συγ­χω­ροῦν τοὺς ἀ­γο­ρά­ζον­τας. Εἶ­χε τεσ­σα­ρά­κον­τα ἢ πεν­τή­κον­τα ἱ­ε­ρεῖς ὅ­που τὸν ἠ­κο­λού­θουν, καὶ ὅ­ταν ἔ­μελ­λε νὰ ὑ­πά­γῃ ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν εἰς ἄλ­λην, ἐ­πα­ράγ­γελ­λε εἰς τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, νὰ νη­στεύ­σουν καὶ νὰ κά­μουν ἀ­γρυ­πνί­αν.

Μοι­ρά­ζον­τας εἰς ὅ­λους κη­ρί­α δω­ρε­άν, ἔ­βαλ­λε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­δι­ά­βα­ζαν τὸ ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον καὶ ἐ­χρί­ον­το ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί. Ἐ­πει­δὴ τὸν ἠ­κο­λού­θει λα­ὸς πο­λύς, δύ­ο καὶ τρεῖς χι­λιά­δες, ἐ­πρό­στα­ζεν ἀ­πὸ τὸ ἑ­σπέ­ρας καὶ ἑ­τοί­μα­ζαν σακ­κί­α πολ­λὰ ψω­μὶ καὶ κα­ζά­νι σι­τά­ρι βρα­σμέ­νον, καὶ οὕ­τως ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να καὶ ἐ­συγ­χώ­ρουν ζῶν­τας καὶ τε­θνε­ῶ­τας».

Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς πέ­θα­νε μαρ­τυ­ρι­κά, μὲ ἀ­παγ­χο­νι­σμό, στὶς 24 Αὐ­γού­στου 1779, ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, στὰ χώ­μα­τα τῆς Βο­ρεί­ου Ἠ­πεί­ρου. Ἡ φω­τι­σμέ­νη του μορ­φὴ ἔ­μει­νε βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ λα­οῦ μας. Ἔ­γι­νε δά­σκα­λος καὶ ὁ­δη­γὸς τοῦ γέ­νους μας. Ἂς κα­θο­δη­γεῖ καὶ ἐ­μᾶς στοὺς δύ­σκο­λους και­ρούς μας, νὰ εἴμα­στε ἄ­ξιοι τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ θέ­λη­σε νὰ μᾶς χα­ρί­σει.
Νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του!


Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Εἰς τὴν Θεοτόκον



            Ο ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ Ἱεροκήρυκας καὶ Διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἠλίας Μηνιάτης (1669-1714), Ἐπίσκοπος Κερνίτσης καὶ Καλαβρύτων, σὲ ἕναν Ἐγκωμιαστικό του Λόγο «Εἰς τὴν Θεοτόκον, εἰς τὰς νηστισίμους ἡμέρας τοῦ Αὐγούστου», κατακλείει ὡς ἑξῆς:

            «Ὀρφανοί, ὁποὺ ἐστερηθήκατε ἀπὸ τοὺς γονεῖς σας, ξένοι ὁποὺ ἐχάσατε τὴν εὐτυχίαν σας, ἄρρωστοι, τεθλιμμένοι, ἁμαρτωλοί, μὴ λυπῆσθε· ἐσεῖς ἔχετε Μητέρα, τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Μητέρα, ὁποὺ σᾶς κυβερνᾶ εἰς τὴν ξενητείαν σας, ὁποὺ σᾶς τρέφει εἰς τὴν πτωχείαν σας· ὁποὺ σᾶς δίδει εἰς τὰ πάθη τὴν ἰατρείαν, εἰς τὰς θλίψεις τὴν παρηγορίαν, εἰς τὰς σκλαβίας τὴν ἐλευθερίαν, εἰς τὰς ἁμαρτίας τὴν συγχώρησιν· μὴ λυπῆσθε, ἐσεῖς ἔχετε Μητέρα, τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ!
            Ναῦται, ὁποὺ πλέετε τὴν θάλασσαν, τὴν Παρθένον ἐπικαλεῖσθε, νὰ ἔχετε λιμένα ἐν ταῖς ἀνεμοζάλαις. Πραγματευταί, ὁποὺ περιπατεῖτε τὴν ξηράν, τὴν Παρθένον ἐπικαλεῖσθε, νὰ ἔχετε βοηθὸν εἰς τοὺς κινδύνους. Γεωργοί, ὁποὺ δουλεύετε τὴν γῆν, τὴν Παρθένον ἐπικαλεῖσθε, νὰ ἔχετε εὐλογίαν καρποφορίας εἰς τοὺς κόπους σας. Νέοι, ὁποὺ σπουδάζετε εἰς τὰ σχολεῖα, τὴν Παρθένον ἐπικαλεῖσθε, νὰ ἔχετε φῶς γνώσεως εἰς τὴν σπουδήν σας. Ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, τὴν Παρθένον ἐπικαλεῖσθε εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας, καὶ σωματικὰς καὶ ψυχικάς, νὰ τὴν ἔχετε προστάτιν εἰς ταύτην τὴν ζωήν, παραστάτιν ἐν ὥρᾳ θανάτου, μεσίτιν ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως.

            Χριστιανοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅσοι λατρεύετε καὶ προσκυνεῖτε τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, τιμᾶτε καὶ εὐλαβεῖσθε καὶ τὸ Ὄνομα τῆς Παρθένου Μαρίας, τῆς Μητρὸς τοῦ Ἰησοῦ καὶ Μητρὸς ἡμῶν. Ἰησοῦς καὶ Μαρία ἄς εἶναι τυπωμένα μέσα εἰς τὴν καρδίαν σας. Ἰησοῦς καὶ Μαρία, μὴ λείπῃ ἀπὸ τὸ στόμα σας. Ἰησοῦς καὶ Μαρία ἄς εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῶν προσευχῶν σας. Τὸ Ὄνομα Ἰησοῦς καὶ Μαρία, ἄς εἶναι τὰ πρῶτα λόγια τῆς αὐγῆς, τὰ ὕστερα τῆς ἑσπέρας· μὲ ταῦτα νὰ σφαλίζετε εἰς ὕπνον τὰ μάτια σας· μὲ ταῦτα ἐμβαίνετε καὶ ἐβγαίνετε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν· μὲ ταῦτα ἀρχινᾶτε καὶ τελειώνετε πᾶσαν ὑπόθεσιν· διὰ νὰ ἀξιωθῆτε τὴν ὥραν, ὁποὺ μέλλετε νὰ παραδώσετε τὸ πνεῦμα, νὰ ἔχετε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὸν Ἰησοῦν, ἀπὸ τὸ ἄλλο τὴν Μαρίαν· καὶ ὁμοῦ μὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ μὲ τὴν Μαρίαν, νὰ συνδοξάζεσθε εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν»!


   ΠΗΓΗ