Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Ἐκκλησιοκτόνος ἡ Αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ


Καταλύει τὴν Ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας



† Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανοῦ



Μακαριώτατε·
Σεβασμιώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς·
Σεβαστοὶ Πατέρες καὶ Ἀδελφοί·
Ὁσιώτατοι Μοναχοί, Γέροντες καὶ Γερόντισσες·
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ καὶ Ἀδελφές·



1. Ἡ εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο

Σήμερα, ἐν  καιρῷ  θέρους, δροσιζόμενοι  ὑπὸ τὴν σκιὰν  τοῦ πλατύφυλλου Δένδρου τῆς  προσφάτου καὶ θεοφιλοῦς  Ἑνώσεώς  μας, ἡ Χάρις τοῦ Ἀγίου Πνεύματος  μᾶς συνήγαγε,  προκειμένου νὰ ἐκφράσωμε  προσευχητικά, ἐν ὕμνοις  καὶ  ᾠδαῖς πνευματικαῖς, τὴν  εὐγνωμοσύνη  μας ἐξαιρετικὰ πρὸς τὸν οὐρανοβάμονα  Ἅγιο Ἀπόστολο  Παῦλο· τὸν Φωτιστὴ  τῆς Πατρίδος  μας· τὸν Ἱδρυτὴ τῶν πρώτων Ἐκκλησιῶν ἐπὶ εὐρωπαϊκοῦ  ἐδάφους· τὸν θεμελιωτὴ τῆς Τοπικῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν· τὸν θεοκίνητο  Μυσταγωγό  μας στὸ Μυστήριο τοῦ Σωτῆρός μας Χριστοῦ· τὸν ἄριστο Καθηγητὴ  τῆς Μυστικῆς-Ἐμπειρικῆς-Εὐχαριστιακῆς Θεολογίας· τὴν ἀστείρευτη αὐτὴ Πηγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Χριστοκεντρικῆς Ἐκκλησιολογίας.

Τὸν Παῦλο ἀναφέρομε εὐλαβικά, καὶ οἱ καρδιές μας στρέφονται πρὸς τὴν Ἁγία Πίστι μας, τὴν Ὁποία  Αὐτὸς μᾶς παρέδωσε· ἡ Ὁποία  εἶναι ταυτόσημος  μὲ τὴν διαιώνια Πίστι τῆς Ἐκκλησίας· ἡ Ὁποία  ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸ εἶναι  καὶ  λέγεται Ἀποστολική· καὶ  ἐξ αἰτίας  τῆς  Ὁποίας,  ἡ Ἁγία  Ἐκκλησία μας εἶναι  καὶ καλεῖται καὶ ὁμολογεῖται  Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

Ναί, ὁπωσδήποτε, «ἡ ἔλευση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν Ἑλλάδα εἶχε κοσμογονικὸ χαρακτῆρα  καὶ γιὰ τὴν Εὐρώπη καὶ προπάντων γιὰ τὴν Πατρίδα μας»[1].

Ναί,  πράγματι,  «ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπῆρξε “ὁ πατὴρ” τῆς Χριστιανικῆς Ἑλλάδος·  “ὁ Θεμελιωτὴς  καὶ  Οἰκοδόμος  τοῦ Ἑλληνικοῦ Χριστιανισμοῦ”· “ὁ μεγάλος  ἀφυπνιστὴς τοῦ Ἔθνους μας”· ὁ Ἱδρυτὴς τῆς Τοπικῆς  Ἑλλαδικῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας»[2].

Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὁ χριστοκίνητος Παῦλος, ὅπως ἐπιγραμματικὰ λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «τὴν Ἑλλάδα,  τὴν βάρβαρον πᾶσαν», λόγῳ  τῆς  εἰδωλολατρίας, αὐτὸς  «ὁ σκηνοποιὸς ἐπέστρεψε»  στὴν ἐπίγνωσι τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[3].

Ναί, ἀναμφισβήτητα, ὁ θεοφόρος Παῦλος  εἶναι  Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐβάπτισε στὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὥστε νὰ μὴν εἴμεθα πλέ- ον «ξένοι καὶ πάροικοι,  ἀλλὰ συμπολῖται τῶν Ἁγίων  καὶ οἰκεῖοι  τοῦ Θεοῦ, οἰκοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»[4].

Ναί, γιὰ ὅλα αὐτά, ἀνέκαθεν καὶ σήμερα καὶ τὴν στιγμὴ αὐτή, καταστέφομε τὴν Μνήμη καὶ τὴν Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου μὲ ἄνθη εὔωσμα εὐχαριστίας καὶ  δοξολογίας· μὲ τὰ  νοητὰ μύρα τῆς Πίστεως,  τῆς Ἐλπίδος καὶ τῆς Ἁγάπης·  ἀλλά,  καὶ μὲ τὰ δάκρυα τῆς αὐτομεμψίας καὶ μετανοίας, διότι δὲν ἀποδειχθήκαμε ἄξιοι τῶν οὐρα- νίων αὐτῶν δωρεῶν.

* * *

2. Τὸ «Μυστήριο τῆς Ἀνομίας» καὶ ὁ συγκρητιστικὸς Οἰκουμενισμὸς


Παρὰ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι πηγὴ ἐμπνεύσεως  καὶ ἀφυπνίσεως,  θὰ ἤθελα  ἀπόψε  νὰ στρέψωμε  τὴν  προσοχή  μας στὸ πολὺ ἐπίκαιρο  θέμα τῆς Ἀποστολικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Ἡ τετάρτη αὐτὴ ἰδιότης τῆς Ἐκκλησίας, συναπτομένη ἀρρήκτως μὲ τὴν Μοναδικότητα, τὴν Ἁγιότητα καὶ τὴν Καθολικότητά Της, βάλλεται στὶς  ἡμέρες μας συνεχῶς  καὶ  ἀπροκαλύπτως ἀπὸ τὴν ἐκκλησιοκτόνο αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου στὸ «θεμέλιο τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Προφητῶν»[4]  ἔχει σήμερα ἐξαιρετικὴ σημασία, ἐφ᾿ ὅσον τόσο οἱ Προφῆται, ὅσο καὶ οἱ Ἀπόστολοι, βεβαίως δὲ καὶ οἱ Διάδοχοί τους, κατεπολέμησαν σθεναρῶς τὸν Συγκρητισμό, δηλαδὴ τὴν ἀνάμειξι τῆς Ἀληθοῦς Πίστεως μὲ τὰ ἀλλότρια στοιχεῖα τῆς Εἰδωλολατρίας καὶ τῆς Αἱρέσεως· ἀντεστάθησαν στὴν νόθευσι τῆς Ἀληθείας· κατεδίκασαν τὴν σταδιακὴ  ἐπικράτησι τῆς ἀδιαφορίας  ἔναντι  τῆς Ἀληθείας· ἐμαρ- τύρησαν γιὰ νὰ μὴν ἀκυρωθῆ ἡ σχέσις  μὲ τὸν ἀποκεκαλυμμένο Θεὸ τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Σωτηρίας.

Ὀφείλομε νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς: ἡ διαρκῶς  αὐξανομένη  συγκρητιστικὴ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια  καὶ  ἡ ἀλλοίωσις Αὐτῆς  μέσῳ τοῦ ψεύδους,  ὡς καὶ ἡ ἐξίσωσις Αὐτῆς μὲ τὴν πλάνην-αἵρεσιν, εἶναι τὸ ἐνεργούμενον διὰ  μέσου τῶν  αἰώνων Μυστήριον τῆς  Ἀνομίας»[5], τὸ ὁποῖο  προηγεῖται τῆς  τελικῆς «Ἀποστασίας»[6], ἀλλὰ καὶ προπαρασκευάζει Αὐτήν, μέχρι τῆς ἐμφανίσεως-ἀποκαλύψεως τοῦ κατ᾿ἐξοχὴν «Ἀνόμου»[7], τοῦ «Υἱοῦ τῆς Ἀπωλείας»[6], τοῦ «Ἀντικειμένου»[8] καὶ «Ἀντιχρίστου»[9].

Στὴν προοπτικὴ  αὐτή, ἡ λεγομένη Οἰκουμενικὴ Κίνησις, ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη καὶ ἀνεπτύχθη κατὰ  τὸν προηγούμενο αἰῶνα, μὲ σκοπὸ τὴν ἐπανένωσι τοῦ διηρημένου καὶ πολυδιασπασμένου Χριστιανισμοῦ, ἔχει συγκρητιστικὸ χαρακτῆρα καὶ ἐντάσσεται στὸ ἐνεργούμενο «Μυστήριον τῆς Ἀνομίας»[5]:

• διεκηρύχθη ἐπισήμως  τὸ ἔτος 1920· μετὰ ἀπὸ ὀλίγα  ἔτη, τὸ 1924, προκειμένου νὰ ἐφαρμόση τὸ πρόγραμμα-σχέδιό του, εἰσήγαγε τὴν Ἡμερολογιακὴ-Ἑορτολογικὴ Μεταρρύθμισι, ἡ ὁποία διέρρηξε τὴν ἑνότητα τῶν Τοπικῶν  Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν·  κατόπιν, κατέρριψε τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο καὶ μετέθεσε «Ὅρια Αἰώνια,  ἃ ἔθεντο  οἱ Πατέρες»[10  ἡμῶν· καὶ σήμερα, ὁμιλεῖ ἀπροκάλυπτα γιὰ ἕναν χριστιανοφανῆ Συγκρητισμό,

ὅταν διαπιστώνη, ὅτι δῆθεν «ὑπάρχει χῶρος γιὰ τὶς ἄλλες [ἑτερόδοξες] Ἐκκλησίες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία»·

ὅταν «ἀναγνωρίζει τὴν ὀντολογικὴ ὕπαρξη τῶν ἄλλων  ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων», δηλαδὴ  «τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν ἄλλων [ἑτεροδόξων]  Ἐκκλησιῶν»·

ὅταν λαμβάνη «στάση περιεκτική», «περιχωρητική», «ἔναντι τῶν ἄλλων  Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν»·

ὅταν γίνεται λόγος  γιὰ «“εὐρύχωρη” ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογικὴ θεώρηση τῶν ἄλλων  Ἐκκλησιῶν»·

ὅταν υἱοθετῆται  ἡ ὑπέρβασις  τῆς  «παλαιᾶς αἱρεσιολογίας», ὡς καὶ τῆς «ἐκκλησιολογικῆς καὶ σωτηριολογικῆς ἀποκλειστικότητος»[11].

Αὐτὸς  ὁ προφανὴς  ἐκκλησιολογικὸς Συγκρητισμός, κινούμενος στὰ ὅρια τοῦ Χριστιανισμοῦ,  ἦταν ἑπόμενο  νὰ εἰσέλθη καὶ στὰ ὅρια τῶν ἄλλων  Θρησκειῶν,  ὡς Διαθρησκειακὸς Συγκρητισμός, ἐν τέλει  δὲ νὰ διατυπωθῆ  ἀπὸ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὰς ὡς ἑξῆς:


«Παραδέχεται ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὴν ὕπαρξιν Ἐκκλησίας ἐν εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ, ἢ μᾶλλον Ἐκκλησιῶν ἐκτὸς τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam), ὡς καὶ χριστιανῶν ἔξω τῶν τειχῶν καὶ τῶν ὁρίων αὐτῆς (extra muros), ἔνθα ἐπεκτείνεται ἀνεμποδίστως ἡ πανσθενουργὸς σωτήριος χάρις τοῦ Θεοῦ»[12].

* * *

3. Ἀποστολικότης Διδαχῆς καὶ Διαδοχῆς

Ἀνέφερα προηγουμένως, ὅτι ἡ Ἀποστολικότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βάλλεται ἀπὸ τὸν συγκρητιστικὸ Οἰκουμενισμὸ συνεχῶς καὶ ἀπροκαλύπτως.

Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖο νὰ ἀναφερθοῦν ἐν συντομίᾳ τὰ δύο κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς Ἀποστολικότητος, ὥστε νὰ κατανοηθῆ ἔτι βαθύτερον, γιατὶ  ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι  ἐκκλησιοκτόνος καὶ ἑπομένως  ἐντάσσεται στὶς σύγχρονες  ἐκφράσεις τοῦ «Μυστηρίου τῆς Ἀνομίας»[5].

Ἡ Ὀρθόδοξος Πατερικὴ Διδασκαλία διέκρινε ἀνέκαθεν τὴν Ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, πρῶτον σὲ Ἀποστολικότητα Διδασκαλίας καὶ δεύτερον σὲ Ἀποστολικότητα Διαδοχῆς-Χειροτονίας.


Ἐν τούτοις,  ἂν καὶ διακρίνωνται ἡ Διδασκαλία καὶ ἡ Διαδοχή, αὐτὲς εἶναι  ἑνωμένες  ἀδιαιρέτως, ὥστε ἡ μὲν Ἀποστολικὴ Διδασκαλία εἶναι αὐτὴ ἡ βάσις τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἡ δὲ κανονικὴ Χειροτονία εἶναι τὸ ἐξωτερικὸ  ἐκεῖνο γνώρισμα, τὸ ὁποῖο ἐπιβεβαιώνει τὴν ἑνότητα μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἡ Ὁποία  θεμελιώθηκε  ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων.

Ἄλλαις λέξεσιν,  ἡ μὲν Ἀποστολικότης τῆς Διδασκαλίας καθιστᾶ  τὴν Ἐκκλησία στόμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, ἡ δὲ Ἀποστολικότης Διαδοχῆς-Χειροτονίας εἶναι ὁ σύνδεσμος τοῦ Λειτουργοῦ τῶν Μυστηρίων μὲ τὸν Χριστὸν καὶ τοὺς Ἀποστόλους.
Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἀποστολικότης τῆς Ἐκκλησίας διασπᾶται καὶ καταλύεται, ὅταν ἀναιρῆται  ἡ Ἀποστολικὴ Διδασκαλία μόνον ἢ ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ μόνον ἢ βεβαίως, ὅταν ἀναιροῦνται ἀμφότερα.

Ἡ Ἀποστολικότης τῆς Ἐκκλησίας συνδέει τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Πηγὴ τῆς Χάριτος, μὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπερῶον τῆς Πεντηκοστῆς: διὰ  μέσου τῶν  Ὀρθοδόξων,  ἀλλὰ  καὶ  Κανονικῶν καὶ  Κοινωνικῶν Λειτουργῶν, τὰ  Μέλη  τῆς  Ἐκκλησίας πίνουν  ἀπὸ  τὴν  Πηγὴν  τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ζωῆς, χριστοποιοῦνται διὰ τῶν Μυστηρίων.

Ἀποστολικότης ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὴν Πηγὴ τῆς Ἀληθείας  καὶ τῆς Ζωῆς, εἶναι  κενὴ  ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου, εἶναι  ψευδεπίγρα- φος, δὲν εἶναι ἐκκλησιαστική, ἔχει ἐκπέσει  ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Σωτῆρα Χριστό, τὸν πρῶτο καὶ μέγιστο «Ἀπόστολον»[13],  ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς «Δώδεκα Ἀποστόλους  τοῦ Ἀρνίου»[14].

Πολὺ χαρακτηριστικά, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐρωτᾶ γιὰ τοὺς Ἀρειανούς:  «Πῶς τῆς  Καθολικῆς  Ἐκκλησίας εἰσὶν  οἱ τὴν  Ἀποστολικὴν ἀποτιναξάμενοι Πίστιν;»[15].

Ἐν  συμπεράσματι:  Ἀποστολικότης Διδασκαλίας καὶ  Ἀποστολικότης Διαδοχῆς, ἀδιασπάστως συνυπάρχουσες, ἀλληλο-περιχωρούμενες καὶ ἀλληλο-επιβεβαιούμενες, εἶναι  τὰ  ἀπαραίτητα ἐκεῖνα  στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα  ἐγγυῶνται τὴν Μοναδικότητα, τὴν Ἁγιότητα καὶ  τὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, μαρτυροῦν τὴν Γνησιότητα  τῆς Ἐκκλησίας, τὸν χαρακτῆρα  τῆς Ἀληθοῦς Ἐκκλησιας.

* * *


4. Ὁ Οἰκουμενισμὸς καταλύει τὴν Ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας

Οἱ αἱρέσεις, ὅπως  καὶ  ὁ συγκρητιστικὸς Οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος μάλιστα  εἶναι μία παμπεριεκτικὴ αἵρεσις, μία παναίρεσις, ἀποτελοῦν –ὅπως προελέχθη– βασικὴ παράμετρο τοῦ «Μυστηρίου τῆς Ἀνομίας»[5].

Μὴν θεωρηθῆ τοῦτο ὡς ὑπερβολή· εἶναι διδασκαλία Πατερική, μᾶς τὸ ὑπενθυμίζει  ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός:


«“Μυστήριον Ἀνομίας” τὰς τῶν αἱρέσεων διδασκαλίας εἶναί φησι καὶ τὰ ψευδῆ αὐτῶν δόγματα. Ἐκείνου [τοῦ Μυστηρίου] γὰρ προβαδίζουσιν ὁδοποιοῦντες αὐτῷ [τῷ Μυστηρίῳ] καὶ καιρὸν ἀπάτης παρεχόμεναι· ἐξεληλύθεισαν δὲ ἤδη ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῶν Ἀποστόλων αἱ αἱρέσεις»[16].

Καί, ἐπίσης, νὰ μὴ λησμονῆται, ὅτι «δὲν ὑπάρχουν μικρὲς ἢ μεγάλες αἱρέσεις, μικρὴ ἢ μεγάλη ἀπόκληση ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία. Ἡ Ἀλήθεια  δὲν εἶναι  ποτὲ θέμα ποσότητας. Ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη μας, τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Ἦθος καὶ ἡ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα καὶ μοναδικὸ  μέγεθος, ποὺ δὲν τεμαχίζεται»[17].

Ἐπισημαίνει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:
«Καθάπερ ἐν τοῖς βασιλικοῖς νομίσμασιν ὁ μικρὸν τοῦ χαρακτῆρος περικόψας, ὅλον τὸ νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο· οὕτω καὶ ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καὶ τὸ βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντὶ λυμαίνεται, ἐπὶ τὰ χείρονα προϊὼν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς»[18].

Ὁ συκρητιστικὸς Οἰκουμενισμὸς δὲν ἔχει ἀνατρέψει  μόνον τὸ βραχύτατον τῆς ὑγιοῦς Πίστεως, ἀλλ᾿ ἔχει καταλύσει τὴν Ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας· ἦταν ἀνέκαθεν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι  ἀλλότριος τῆς Συνοδικῆς  καὶ Πατερικῆς  Παραδόσεώς μας· συνενώνει  τοὺς ὁπαδούς του στὴν  λεγομένη  «Εὐρεῖα Παγκόσμια  Οἰκουμενικὴ Οἰκογένεια» (Broad Ecumenical World Family)[19], ἐντὸς τῆς ὁποίας διενεργεῖται μία de facto Συγκρητιστικὴ Διαδικασία, ἐξελισσομένη  δυναμικὰ  σὲ πολλὰ ταυτοχρόνως ἀλληλεξαρτώμενα ἐπίπεδα  (Θεολογία,  Λατρεία,  Διακονία, Μαρτυρία, Παιδεία, Διάλογοι, Συνέδρια, Συμβούλια, Ἐκδόσεις κ.ἄ.), βάσει πάντοτε –ὅπως ἐνασμενίζονται νὰ διακηρύσσουν οἱ Οἰκουμενισταὶ– τῆς δῆθεν «Πρωτοπορειακῆς καὶ Δυναμικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1920»[20]!

Γιὰ τὴν τεκμηρίωσι τῆς θέσεώς μας αὐτῆς, δηλαδὴ τῆς καταλύσεως τῆς  Ἀποστολικότητος τῆς  Ἐκκλησίας ὑπὸ τῆς  αἱρέσεως  τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δὲν θὰ προστρέξω σὲ πολλὲς μαρτυρίες, ἀλλὰ  θὰ ἀρκεσθῶ σὲ μία καὶ μόνο, τῆς ὁποίας  ἡ βαρύτητα εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι  συνοδικῆς-συλλογικῆς φύσεως: «εὐλογίᾳ καὶ ἐγκρίσει τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου»[21].

Πρόκειται  γιὰ  τὴν  «Ὁμολογία Θυατείρων»[21],  ἡ ὁποία  περιέχει μίαν  «τελείως αἱρετικήν, προτεσταντικὴν ἢ οἰκουμενιστικὴν διδα- σκαλίαν  περὶ τῆς Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας»[22], ὅπως  ἔγραφε ὀρθότατα τὴν 6.12.1975 ὁ ἐν Ἁγίοις  Ὁμολογητὴς Μητροπολίτης Φιλάρετος, τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς.

«Οἱ χριστιανοὶ πιστεύουν», διδάσκει  μεταξὺ  ἄλλων  αἱρέσεων καὶ  πλανῶν ἡ «Ὁμολογία» αὐτή,  «ὅτι ἀληθινὴ χειροτονία καὶ ἱερωσύνη ἔχουν καὶ μεταδίδουν οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπίσκοποι, οἱ κοπτοαρμένιοι καὶ αἰθίοπες ἐπίσκοποι, οἱ ἀγγλικανοὶ ἐπίσκοποι»· «δι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ μυστήρια τῶν ἀγγλικανῶν εἶναι μυστήρια τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας, ὡς εἶναι καὶ τὰ μυστήρια τῶν ρωμαιοκαθολικῶν»· «ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ρωμαιοκαθολικοί, ἀγγλικανοί, κοπτοαρμένιοι καὶ αἰθίοπες, λουθηρανοὶ καὶ ἄλλοι προτεστάνται εἶναι χριστιανοὶ βαπτισμένοι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»· «ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μὲ τὸ ἴδιον βάπτισμα ἐγίναμεν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία»[23]!...

Στὴν «Ὁμολογία» αὐτή, ἡ ὁποία  εἶναι  ἡ ἐπίσημος Ὁμολογία τῆς ἐκπεσούσης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ἡλίου φαεινό- τερον, ὅτι καταλύονται καὶ οἱ δύο συνιστῶσες τῆς Ἀποστολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ὅσον ἀναγνωρίζονται συνοδικῶς τόσο ἡ Διδασκαλία, ὅσο καὶ ἡ Διαδοχὴ-Χειροτονία τῶν πολυειδῶν αἱρέσεων Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, μάλιστα ἀκόμη καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖες ἔχουν καταδικασθῆ ρητῶς καὶ ὑπὸ Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

* * *

5. Ἡ κλῆσίς μας σήμερα

Δόξα τῷ Θεῷ πάντων  ἕνεκεν!...  Ὁ  Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος,  ὁ Φωτιστὴς  τοῦ Γένους μας καὶ  Ἱδρυτὴς  τῆς  Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας, μὲ τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντία  τοῦ Ἀποστολικοῦ  Χαρίσματός  του, μᾶς  ἐμύησε στὴν Ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας· μᾶς ἐβοήθησε νὰ συνειδητοποιήσωμε βαθύτερα  τὴν  καταστροφικότητα τῆς  ἐκκλησιομάχου αἱρέσεως  τοῦ Οἰκουμενισμοῦ· μᾶς εὐαισθητοποίησε περισσότερα  στὴν νηφάλια  καὶ προσεκτικὴ ἀνάλυσι σοβαρῶν πτυχῶν τῆς Αἱρέσεως· μᾶς ἐνίσχυσε στὸ νὰ ἐπιδεικνύωμε θεάρεστη ἐμμονὴ στὴν Ἀποστολικὴ Διδασκαλία καὶ στὴν Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ-Ἱερωσύνη.

Σήμερα, χάριτι Θεοῦ, βιώνομε τὴν Ἑνότητά μας ἐν τῇ Ἀγάπῃ καὶ τῇ Ἀληθείᾳ τοῦ Σωτῆρός μας Χριστοῦ· οἱ Ὀρθόδοξοι Ἀντι-οικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, συγκροτοῦντες πλέον ἕνα Σῶμα, καὶ  μάλιστα  διεθνοποιημένο· ἔχοντες συναντηθῆ σὲ μία ἰσχυρὰ  βάσι, ἤτοι στὸ θεολογικὸ-ἐκκλησιολογικὸ Κείμενο: «Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι  τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»[24],  καλούμεθα νὰ δώσωμε μία Μαρτυρία αὐθεντική,  ὥστε «τῶν Ἀποστόλων τὸ Κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ Δόγματα»[25] νὰ εἶναι ὁ ἀσφαλὴς καὶ ἀπλανὴς ὁδηγός  μας· ὥστε, ἡ εὐαγγελικὴ καὶ  ἀποστολικὴ «ὑγιαίνουσα  διδα- σκαλία»[26]  νὰ διατηρηθῆ  ἀνόθευτος  ἀπὸ τὶς  συγκρητιστικὲς ἐπιδράσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Κάθε αἵρεσις, ἐφ᾿ ὅσον πλήττει  καὶ ἀναιρεῖ τὴν Ἀποστολικότητα καὶ Πατερικότητα τῆς Ἐκκλησίας, «ἀποτελεῖ μία ἄλλη πίστη, μία ἄλλη στά- ση ζωῆς, τὴν ὁποίαν  –ὅπως λέγει  ὁ Ἅγιος  Εἰρηναῖος  Λυῶνος– “οὔτε Προφῆται ἐκήρυξαν, οὔτε ὁ Κύριος ἐδίδαξεν, οὔτε οἱ Ἀπόστολοι παρέδωσαν”»· «κάθε αἵρεση, ὡς σύστημα πλάνης,  στερεῖται ἀκριβῶς τὸν τρόπο θεραπείας τῆς ἀνθρώπινης  ὕπαρξης, ποὺ φανέρωσε ὁ Χριστὸς καὶ τὸν βλέπουμε στὴν ἁγιοπνευματικὴ ἄθληση καὶ στὸ χριστομίμητο ἦθος τῶν Ἁγίων  μας»[17].

* * *

Εἴθε οἱ ταπεινὲς αὐτὲς  σκέψεις  καὶ ὑπομνήσεις  νὰ θεωρηθοῦν ὡς μία ἀνθοδέσμη εὐγνωμοσύνης στὸν Μέγα Φωτιστὴ  τοῦ Γένους καὶ τῆς Πατρίδος μας Ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο· ἀλλά, καὶ ὡς μία ὤθησις γιὰ περαιτέρω προσευχὴ καὶ ἐγρήγορσι ἔναντι τοῦ ἐνεργουμένου «Μυστηρίου τῆς Ἀνομίας»[5], μέσῳ τῆς συγκρητιστικῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ·
καὶ ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοῦ Πατρός·
καὶ ἡ Κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος·
ἄς εἶναι μαζί μας, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί,
καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!


Τῷ Δοτῆρι Θεῷ Δόξα καὶ Εὐχαριστία, εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν!


[Ἑόρτιος Ὁμιλία ἐπὶ τῇ ἱερᾷ Μνήμῃ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου - 29η Ἰουνίου 2014 - Ἱερὸς Ναὸς Ἁγίας Παρασκευῆς - Μοναστηράκι Ἀθηνῶν]


ΠΗΓΗ
***********************************************
1.  Παύλου Παλούκα καὶ Θεοδώρου Ἀνθίμου, Τὸ Αἰώνιο Χρέος πρὸς τὸν Ἀπόστολο  Παῦλο, σελ. 47, Ἀθῆναι 2002.
2.  Αὐτόθι.
3.  Ἱ. Χρυσοστόμου, ΡG τ. 60, σελ. 407/Εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους, Ὁμιλία Β΄, § ε΄.
4.  Ἐφεσ. β΄ 19-20.
5.  Β΄ Θεσσαλ. β΄ 7.
6.  Β΄ Θεσσαλ. β΄ 3.
7.  Β΄ Θεσσαλ. β΄ 8.
8.  Β΄ Θεσσαλ. β΄ 4.
9.  Α΄ Ἰωάν. β΄ 18, β΄ 22, δ΄ 3· Β΄ Ἰωάν. 7.
10.  Πρβλ. Παροιμ. κβ΄ 28.
11.  Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδου, Ἐκκλησία καὶ Ἐκκλησίες – Ἡ θέση τῶν ἄλλων  Χριστια- νικῶν  Ἐκκλησιῶν στὴν  ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς  Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας στὰ πλαίσια  τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, σελ. 10, 283, 286, 287, 294, 295 κ.ἀ., ἐκδόσεις
«Ἁρμός», Ἀθῆναι 2013.
12.  Ἰωάννου Καρμίρη, «Ἡ σωτηρία τῶν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ», Πρακτικὰ
Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 56 (1981) 391-434, σελ. 401-402.
13.  Γαλ. δ΄ 4· Ἑβρ. γ΄ 1.
14.  Ἀποκαλ. κα΄ 14.
15.  Μ. Ἀθανασίου, ΡG τ. 26, στλ. 20Α/Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος Α΄, § 4.
16.  Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ΡG τ. 95, στλ. 924ΑΒ/Εἰς τὴν Β΄ πρὸς Θεσσαλονικεῖς, κεφ. Β΄, στχ. 7.
17.  Πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Ἀ. Γεωργακοπούλου, Λέκτορος  Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ., «Τὸ μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ φαινόμενον τῶν αἱρέσεων», ἐφημερ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 2010/14.2.2014, σελ. 3.
18.  Ἱ. Χρυσοστόμου, ΡG τ. 61, στλ. 622/Εἰς τὴν πρὸς Γαλάτας, Κεφ. Α΄
, § Ϛ ΄.
19. 
Ἐκ τῆς Ἱστοσελίδος τοῦ «Π.Σ.Ε.»: World Council of Churches Μedia relations office, Ρress update, 6 June 2003, cf. Ρress Release, ΡR-03-20, of 28 Μay 2003: «Orthodox participation in ecumenical movement: “There is no alternative to dialogue”», accessed 13.12.2003.
20. 
Γρηγορίου Λαρεντζάκη, «Βασικαὶ ἀρχαὶ τηρήσεως καὶ ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητοςὈρθόδοξοι Ἀπόψεις», στὸ «Ἐπιστημονικὴ Παρουσία Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης», τ. Α΄, σελ. 351, ἐν Ἀθήναις  1987.
21. 
Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων καὶ Μ. Βρετανίας Ἀθηναγόρου (Κοκκινάκη), Ὁμολογία Θυατείρων  – Πίστις  καὶ  Προσευχὴ  τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, Ἐκδίδεται τῇ εὐλογίᾳ καὶ ἐγκρίσει τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Λονδῖνον 1975, ἀγγλιστὶ (σελ. 1-151), καὶ ἑλληνιστὶ (σελ. 153-286).
  Στὶς  σελίδες  4-5 παρατίθεται τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο  καὶ ἀγγλικὴ μετάφρασις τοῦ ἐγκριτικοῦ πατριαρχικοῦ γράμματος  (10.1.1975).
22. 
Ἱερομονάχου Καλλινίκου Ἁγιορείτου (ἐπιμ.), Ὀρθόδοξος ΜαρτυρίαἈντιοικουμενιστικὰ Κείμενα τῆς περιόδου 1966-1983 τοῦ Προκαθημένου τῆς ἐν Διασπορᾷ Ὀρθοδόξου Ρωσικῆς Ἐκκλησίας Πανιερωτάτου Μητροπολίτου κ. Φιλαρέτουσελ. 66, Ἅγιον  Ὄρος-Ἀθῆναι
1985.
23.  Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων καὶ Μ. Βρετανίας Ἀθηναγόρου, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 203, 159 καὶ
204.
24.  Βλ. περιοδ.  «Ὀρθόδοξος  Παρέμβασις», Ἱερᾶς  Μητροπόλεως  Ὠρωποῦ  καὶ  Φυλῆς  τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν  Ἑλλάδος, ἀριθ. 1/Μάρτιος-Ἀπρίλιος- Μάϊος 2014, σελ. 11-19.
25.  Κοντάκιον, Κυριακὴ τῶν Ἁγίων  ΤΙΗ΄ (318) Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ.
26.  Α΄ Τιμ. α΄ 10· Β΄ Τιμ. δ΄ 3· Τίτ. α΄ 9, β΄ 1.


Περὶ τῆς Καταργήσεως τῆς Κυριακῆς Ἀργίας


Ἐπιστολὴ γιὰ τὸ θέμα τῆς Κυριακῆς Ἀργίας ἀπέστειλε πρὸς τὸν Πρόεδρο καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πειραιῶς ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος κ. Γερόντιος. Σὲ αὐτὴν σημειώνει:


Κύριε πρόεδρε.



Μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καὶ θλίψη δυστυχῶς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, παρακολουθῶ τὶς ἐξελίξεις γύρω ἀπὸ τὴν λεγόμενη «ἀπελευθέρωση» τοῦ ὡραρίου τῶν καταστημάτων τὰ ὁποῖα ὅπως ὅλα δείχνουν ὁδηγοῦνται στὸ νὰ λειτουργοῦν ἑπτὰ ἡμέρες τὴν ἑβδομάδα, λὲς καὶ στὸ ταμεῖο τῆς Κυριακῆς βρέθηκε ἡ λύση τῶν προβλημάτων αὐτοῦ του τόπου.



Οἱ θιασῶτες αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὑποστηρίζουν πὼς ἔτσι θὰ αὐξηθεῖ ἡ ἀπασχόληση, πὼς θὰ ὑπάρξουν ἐπιπλέον ἔσοδα στοὺς ἐπιχειρηματίες, πὼς ἡ χώρα θὰ μπορέσει πιὸ γρήγορα νὰ ἀνακάμψει καὶ εἰδικότερα οἱ περιοχὲς ἐκεῖνες ποὺ θεωροῦνται τουριστικὲς καὶ ἐμπορικές.



 Ὅλη αὐτὴ ἡ συλλογιστική, ἀγαπητέ μου κύριε Πρόεδρε, ἔφερε στὸ νοῦ μου τὴν ἱστορία τοῦ μυθικοῦ βασιλέα τῆς Φρυγίας, Μίδα, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ μετατρέπει σὲ χρυσὸ ὅτι ἄγγιζε.



 Ἂν λοιπὸν ὑποθέσουμε πὼς οἱ ἐκτιμήσεις ἀκόμη καὶ τῶν πλέον αἰσιόδοξων ἐπιβεβαιώνονταν, καὶ πράγματι ἡ ἐργασία τὶς Κυριακὲς ἀποφέρει Πακτωλὸ χρημάτων στοὺς καταστηματάρχες, στοὺς ἐργαζόμενους, στὸ κράτος μας, σὲ ὅλους... εἴμαστε βέβαιοι ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι κάτι καλὸ γιὰ ἐμᾶς;



 Ὁ Μίδας δὲν ἔμεινε στὴν Ἱστορία γιὰ τὴν «εὐλογία» τοῦ μετατρέπει σὲ χρυσάφι ὅτι ἄγγιζε, ἀλλὰ γιὰ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν κατάρα, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ὄχι μόνο δὲν μποροῦσε καν νὰ τραφεῖ ἀλλὰ καὶ ἀπώλεσε τὴν μονάκριβη κόρη του τὴν ὁποία ὁ ἴδιος μετέτρεψε ἄθελά του σὲ στήλη χρυσοῦ.
Ξέρετε ὅμως κι ἐσεῖς, καὶ σᾶς συγχαίρω μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, πὼς ἡ ἐργασία τὶς Κυριακὲς δὲν εἶναι ἡ λύση, οὔτε ἡ συνταγὴ ποὺ θὰ μᾶς χαρίσει τὸ «ἄγγιγμα» τοῦ Μίδα.



 Δέκα πράγματα μᾶς ζήτησε ὁ Θεός, ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἕβδομη ἡμέρα.



Μᾶς τὸ εἶπαν καὶ οἱ Ἅγιοί μας, μᾶς τὸ δίδαξαν οἱ Πατέρες μας.



Ἀκόμη ὅμως κι ἂν κάποιος δὲν ἔχει τὴν ἴδια πίστη μὲ ἐμᾶς, ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι κοινὸ καὶ ἐξίσου ἱερὸ γιὰ ὅλους.



Ἡ Οἰκογένεια!



 Ἂν τὰ καταστήματα δουλεύουν κάθε Κυριακή, πότε θὰ καθίσει γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιο τραπέζι ἡ οἰκογένεια τοῦ μικρομεσαίου ἐμπόρου ποὺ δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ προσλάβει ἐπιπλέον προσωπικό;



Πότε θὰ μπορέσει ἡ μητέρα ἐμποροϋπάλληλος, ἀλλὰ καὶ ὁ πατέρας ἐπίσης, νὰ ζήσουν τὴν ὀμορφιὰ τῆς οἰκογενειακῆς ζεστασιᾶς;



 Ἁπλὰ καὶ λαϊκὰ θὰ σᾶς πῶ πὼς δὲν ζοῦμε γιὰ νὰ δουλεύουμε ἀλλὰ δουλεύουμε γιὰ νὰ ζοῦμε.



 Αὐτὴ ἡ νέα κατάσταση δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ προσπάθεια αὔξησης τοῦ συλλογικοῦ μας πλούτου ὡς Ἔθνος.



Ἀντίθετα, εἶναι μιὰ ἐνέργεια ποὺ μόνο κακὸ θὰ μᾶς κάμει.



Εἶναι μιὰ «βόμβα» στὰ θεμέλια της κοινωνίας μας.



 Κύριε Πρόεδρε,



 Παρακαλῶ Ἐσᾶς καὶ δι’ Ὑμῶν τοὺς συναδέλφους σας.



Μείνετε ἀκλόνητοι στὶς θέσεις σας.



Μὴν ἐπιτρέψετε νὰ ἔρθει αὐτὸ τὸ κοινωνικὸ καὶ ἠθικὸ τερατούργημα στὴν πόλη μας.



 Ὁ Πειραιᾶς εἶναι μιὰ πόλη ἁγνῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ μόχθου καὶ τῆς βιοπάλης.



Μὴν μετατρέψουμε τὸ μεγάλο μας σπίτι, τὴν πόλη μας σὲ μιὰ μεγάλη «γραμμὴ παραγωγῆς» ἡ ὁποία θὰ ἔχει ὡς καύσιμη ὕλη τὶς οἰκογένειές μας.



 Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας, τὸ θέμα τῆς Κυριακῆς Ἀργίας δὲν ἔχει νὰ κάνει μόνο μὲ τὸν Ἐκκλησιασμὸ ἢ μόνον μὲ τὰ ὅσα κατὰ καιροὺς ἔχουν πεῖ οἱ Πατέρες.



Μιλᾶμε γιὰ ἐντολὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ μὲ συνέπειες ποὺ θὰ εἶναι ἄμεσα ὁρατὲς ὄχι μόνο σὲ ὅσους πιστεύουμε ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν πιστεύουν.



 Εὔχομαι κι ἐλπίζω νὰ ἐπικρατήσει ἡ λογική.



Προσεύχομαι γι’ αὐτό.



 Μετ’ εὐχῶν
† Ὁ Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ Β΄



Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ

ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου


Κατ᾿ ἔτος, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πανηγυρίζει (29 Ἰουνίου) γηθοσύνως καί μεγαλοπρεπῶς τὴν πολιτεία καὶ τὸ ἔργο τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου  καί τιμᾷ αὐτούς τούς ποταμούς τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, «τούς θεοκηρύκων πρωτοστάτας», κατά τό ὑμνολογικόν. Οἱ Ὀρθόδοξοι, ὀφείλουμε εὐγνωμόνως νά ἑορτάζουμε αὐτούς οἱ ὁποῖοι τόσο ἐκοπίασαν γιά τήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

Στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, γίνεται λόγος γιά τόν πρωτοκορυφαῖο Ἀπόστολο Παῦλο, τόν ἁγιώτατο πρῶτο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας  καί ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν, αὐτόν ὁποῖος δέν ἐγνώρισε προσωπικῶς τόν θειότατο Διδάσκαλο καί Ἀρχηγό τῆς Πίστεώς μας Ἰησοῦ Χριστό κατά τήν ἐπί γῆς διά σώματος Παρουσία Του, ἀλλ᾿ ἀξιώθηκε νά τόν γνωρίσει κατά τήν ἀποκάλυψή Του σ᾿ αὐτόν, ὅπου ἔλαβε καί τήν κλῆση στό ἀποστολικό ἀξίωμα. Θά ἀναφερθοῦμε εἰδικά στήν θεοπτική ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ «σκεύους τῆς ἐκλογῆς», Παύλου, «τοῦ φθάσαντος ἕως τρίτου οὐρανοῦ», ὥστε νά καταδειχθεῖ ἀφενός μέν ἡ μεγάλη του ἁγιότητα, ἀφετέρου δέ ἡ κοινή γιά τούς Ἁγίους ἐμπειρία τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μετοχῆς  στήν «Δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ», δηλ. ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Αὐτό θά γίνει προσεγγίζοντας κάποια κείμενα καί Πατερικές ἑρμηνείες σχετικά μέ αὐτή τή μοναδική γιά τόν ἄνθρωπον τιμῆς, τῆς ὁποίας ἀξιώθηκε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δηλ. τῆς ἑνώσεώς του μετά τοῦ Θεοῦ καί τῆς μετοχῆς του «κατά Χάριν» στήν θεοποιόν «Δόξαν», μέσῳ τῶν ἀκτίστων Θείων ἐνεργειῶν.

θεοείκελος καί πνευματέμφορος ἀπόστο­λος τῶν ἐθνῶν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος στά θεόπνευστα κείμενά του μᾶς δια­βε­βαιώ­νει ὅτι ἀνθρώ­πι­νος ὀφθαλμός δέν εἶδε, ἀνθρώ­πι­νον αὐτί δὲν ἄκου­σε καὶ ἀνθρώ­πι­νος νοῦς καί καρ­διά δέν συ­νέ­λα­βε καί δέν μπόρεσε νά ἐπι­θυ­μή­σει ἐκεῖνα τά ἀνεί­πω­τα ἀγα­θά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, αὐτά τά ὁποῖα ἔχει ἑτοι­μά­σει ὁ Θε­ός γι᾿ αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἀλη­θινά καὶ ἔμπρά­κτα Τόν ἀγά­πη­σαν ἤδη ἀπό τὴν πα­ροῦσα ζω­ή: «Ἅ ὀφθαλ­μός οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκου­σε καί ἐπί καρ­δί­αν ἀνθρώ­που οὐκ ἀνέ­βη, ἅ ἡτοί­μα­σεν ὁ Θε­ός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν»[1]. Τά κα­τα­θέ­τει στήν Ἐκκλη­σί­α ὁ νοῦς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖ­ος, με­τά ἀπό τήν θε­ο­πτι­κή ἐμπει­ρί­α τὴν ὁποία εἶχε, ἄρδευ­σε πλου­σίως τήν Ἐκκλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν ὑψη­λή του Θεολο­γί­αν καί τίς πο­λυ­τι­μότατες Ἐπι­στο­λές του, οἱ ὁποῖες, κα­τά τόν ἱε­ρό Χρυσό­στο­μο, ἀπο­τελοῦν κι­βω­τό πνευ­μα­τι­κή, πο­λύ ἀνώτερη τῆς πα­λαιᾶς ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε, κι­βω­τοῦ, ἡ ὁποία ἅρπα­ξε ἀπό τά κύ­μα­τα τῆς ἀπι­στί­ας ὅλη τήν Οἰκουμένη, γιά νά τή σώ­σει ἀπό τόν πνευμα­τικό κα­τα­πο­ντισμό[2]

Αὐτός ὁ μα­κά­ριος Παῦλος ἀξιώθηκε μιᾶς μικρᾶς γεύ­σεως αὐτῶν τῶν ὑπερ­κο­σμί­ων ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ὑπερ­βαί­νουν κά­θε νοῦ, διάνοια καὶ σκέ­ψη, κά­θε αἴσθη­ση καὶ ἐπι­θυ­μί­α. Στήν Β’ πρὸς Κο­ριν­θί­ους Ἐπι­στο­λή του μᾶς ὁμι­λεῖ γιά «ὀπτασίας καί ἀπο­κα­λύ­ψεις Κυ­ρί­ου», τίς ὁποίας ἀξιώθηκε νά βιώσει[3], ἐφόσον «ἡρπά­γη»  στόν Πα­ρά­δει­σον καί ἄκου­σε «ἄῤῥη­τα ῥή­μα­τα, ἅ οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι»[4]. Περι­πά­τη­σε ὁ Παῦλος στόν Οὐρανόν, θά λέ­γαμε, ὅπως ἐμεῖς περι­πα­τοῦμε  στούς δρό­μους καί τίς οἰκί­ες μας! Ἔφθα­σε «ἕως τρί­του Οὐρα­νοῦ»!

Πρίν ἀναφερθοῦμε  στὰ «ἄῤῥη­τα ῥή­μα­τα» τοῦ Παῦλου, ἄς δοῦμε συνοπτικά πῶς ἡ Πατερική μας Παράδοση ἑρμηνεύει τήν οὐράνια ἄκτιστη ἀποκάλυψη, τὴν ὁποία εἶχε, δηλ. αὐτό τό ὁποῖο ὀνομάζεται ἀπό τούς θεοφόρους Ἁγίους «ἁρπαγή».

Μεταξύ τῶν σχολιαζόντων τόν ἄρρητον χαρακτῆρα τῆς «ἁρπαγῆς» τοῦ Παῦλου, αὐτὴ τήν θεωτική ἐμπειρία του, εἶναι καί «ἄριστος θεολόγος» τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός, αὐτός ὁποῖος εἶχε τήν ἴδια μέ τόν θεόπτη Ἀπόστολο ἐμπειρία, καί γι᾿ αὐτό μποροῦσε νά ὁμιλεῖ καί νά τήν ἑρμηνεύει αὐθεντικά.

Ἅγιος Γρηγόριος κάνει λόγο γιά τήν ἑνότητα τῆς θεωτικῆς ἐμπειρίας, ἡ ὁποία λειτουργεῖ σέ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τῆς  Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης (διότι πράγματι ὑφίσταται ἑνότητα ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Ἁγίων μέσα στήν Ἱστορία μέσῳ τῶν θεοφανειῶν), προκειμένου νά ἀνατρέψει τήν ἄποψη τῶν Εὐνομιανῶν περί τῆς δυνατότητος γνώσεως τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς κτιστότητος τοῦ Υἱοῦ ἀλλὰ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐφόσον δὲ ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται σέ διαφόρους Ἁγίους θεόπτες, καταλήγει στόν ἀπόστολον τῶν ἐθνῶν Παῦλον, τοῦ ὁποίου τήν ἐμπειρία ὀνομάζει «μυστήριον τῆς ἁρπαγῆς». Σέ ἄλλο δὲ σημεῖο τήν ὀνομάζει «πρόοδον, ἤ ἀνάβασιν ἤ ἀνάληψιν»[5]. Ὁμολογεῖ δέ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὅτι καί αὐτός εἶχε ἀνάλογη ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου πραγματικότητος, τήν ὁποία περιγράφει ὡς πορεία καί ἀνάβαση ἕως ὅτου ὁ ἄνθρωπος καταληφθεῖ «ὑπό ἐκπλήξεως» ἐνώπιον τοῦ ἀκαταλήπτου ὄχι μόνο τῆς ἀπροσίτου φύσεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, τίς ὁποίας καί ὀνομάζει «κρίματα». Ὁ Παῦλος, λοιπόν, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο, «πειρᾶται (προσπαθεῖ) μέν ἀφικέσθαι, οὔπω λέγω τῆς τοῦ Θεοῦ φύσεως, τοῦτο γάρ ἤδει παντελῶς ἀδύνατον ὄν, ἀλλά μόνον τῶν τοῦ Θεοῦ κριμάτων»[6]

Μιάν ἄλλη πνευματικότατη ἑρμηνεία συναντοῦμε στόν Ὅσιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, τόν συγγραφέα τῆς περιφήμου «Κλίμακος». Ἐκεῖ ἡ «ἁρπαγή» ταυτίζεται, μᾶλλον προέρχεται, ἀπό τήν τελεία προσευχή, ἡ ὁποία κατορθώνεται μετά ἀπό πολύν ἀγῶνα καί ἄνοδο πνευματική. Συγκεκριμένα ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης γράφει ὅτι «ἀρχή μέν προσευχῆς, προσβολαί μονολογίστως διωκόμενοι ἐκ προοιμίων αὐτῶν∙ μεσότης δὲ τό ἐν τοῖς λεγομένοις καί νοουμένοις εἶναι τήν διάνοιαν∙ τό δέ ταύτης τέλειον, ἁρπαγή πρὸς Κύριον»[7]. Ἑπομένως, μποροῦμε ἀμυδρῶς νά ἀναλογισθοῦμε πόση δύναμη προσευχῆς εἶχε ὁ Μέγας Παῦλος τῶν ἐθνῶν!... Εἶχεν τόση καί τέτοια, ὥστε νά ἀξιωθεῖ νά κατοπτεύσει τά κάλλη τοῦ πνευματικοῦ οὐρανοῦ, «ἑωρακέναι αὐτόν τοῦ παραδείσου τό κάλλος καί τάς ἐν ἐκείνῳ τῶν ἁγίων χορείας, καί τήν παναρμόνιον τῆς ὑμνωδίας φωνήν»[8]

       πίσης, διάφορες ἑρμηνείες παρέχουν οἱ ἱεροί σχολιασταί σχετικά καί μέ τόν «τρίτον οὐρανόν», ὅπως λέγεται, στόν ὁποῖον ἔφθασε τό «θεήλατον ὄργανον» καί «σκεῦος τῆς ἐκλογῆς» τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἀπό τίς πολλές ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τήν ἀναγωγική ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ Θεοφύλακτος, γράφοντας τά ἑξῆς σημαντικά: «Ἔστι γάρ πρῶτος οὐρανός, τό πέρας καί ὁ ὅρος τῆς ἠθικῆς, ὅταν τις τά ἤθη ἑαυτοῦ ῥυθμίσῃ. Εἶτα ἡ φυσική, δεύτερος οὐρανός, ὅταν τις τήν γνῶσιν τῆς τοῦ παντός φύσεως, ὡς ἐφικτόν,περιορίσῃ. Εἶτα ἡ θεολογική, τρίτος οὐρανός, ὅταν τις τό ἐφικτόν τέως αὐτῷ μέτρῳ τῆς τῶν θειοτέρων καί ὑπέρ γνῶσιν καταλήψεως φθάσῃ διά θεωρίας»[9]
«τρίτος οὐρανός», λοιπόν, κατά τόν Θεοφύλακτο, ταυτίζεται μέ τήν κατάληψη τῶν «θειοτέρων», ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὴ γνῶση, ἀποκτᾶται μέ τόν νοῦ καί κατορθώνεται «διά θεωρίας»[10].
   
 Στήν κατάσταση αὐτή, ὁ θεούμενος ἄνθρωπος ἁρπάζεται «ἐν τοῖς περί τήν Τριάδα τόποις», ὅπως χαρακτηριστικά λέγει ὁ προρρηθείς ἱερός Θεοφύλακτος[11], καί αὐτοί οἱ «τόποι» τῆς Ἁγίας Τριάδος ταυτίζονται μέ τίς ἄκτίστες ἐνέργειες τοῦ Παναγίου Θεοῦ, ὅπως ἐξηγεῖ καί ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης  στό Συμβουλευτικόν του Ἐγχειρίδιο.

Στό   αὐτὸ ἑρμηνευτικό πλαίσιο κινεῖται καί ἡ ἀνάλυση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος καί αὐτός μέ τόν δικό του τρόπο, θεολογεῖ καὶ παρουσιάζει τήν ἴδια πνευματική καί θεοπτική ἐμπειρία τῶν Ἁγίων στήν ἱστορία. Κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, κήρυκα τῆς Χάριτος καί τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, ὑπάρχει ταυτότης πνευματικότητος καί ἐμπειριῶν  στήν Παλαιά καί τὴν Καινή Διαθήκη, ἀλλ᾿  ἁπλῶς ὑφίσταται κάποια λεκτική  διαφοροποίηση.

πνευματική ἐμπειρία ἐκφράζεται ποικιλοτρόπως. Ἔτσι, βλέπουμε λ.χ. τόν Κύριό μας νά λέγει  στούς Μαθητάς του: «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσῃ, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν»[12]. Αὐτή ἡ ἀναφερομένη ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό «ἔλευσις» εἶναι, κατά τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ, «ἡ πρός αὐτόν ἡμῶν δι᾿ ἀποκαλύψεως ἄνοδος», δηλαδή ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως, τά «ἄκτιστα ῥήματα» τοῦ Παύλου τῶν ἐθνῶν. Τά ἴδια, λοιπόν, πράγματα, σημειώνονται μέ διαφορετικά ὀνόματα σέ κάθε ἐποχή. Συνεπῶς, ἡ χρῆση τῶν ὅρων «ἁρπαγή», «ὑπερουράνιος ἄνοδος», «ἔλευσις», «μονή» καὶ «ἐμφάνεια» προσδιορίζουν τήν ἴδια πραγματικότητα. Ὁ θεόπτης καί πνευματέμφορος Παλαμᾶς ἑρμήνευε τήν ἁρπαγή τοῦ Παύλου ὡς ἔχων καί αὐτός προσωπική πεῖρα τῶν ἀρρήτων μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, τῶν προσγινομένων  στήν καθαρά ψυχή.

στόσο, ὁ ἴδιος «ἐπιμένει κυρίως στή συμμετοχή ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου στή θεοποιό χάρη, δόξα καί Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, σημειώνοντας ὅτι στήν κατάσταση αὐτή ὁ νοῦς ἁρπάζεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα  καί τό σῶμα μεταστοιχειώνεται σέ σῶμα πνευματικό, δεκτικό δηλ. τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό εἶναι δυνατόν, διότι τό φῶς τῆς θεωρίας, τό ὁποῖον ταυτίζεται μέ τή δόξαν καί τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἄκτιστον καί, κατά συνέπεια, ἡ μετοχή εἰς αὐτό καταργεῖ κατά Χάριν τήν κτιστότητα τῆς δημιουργημένης φύσεως τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων»[13]. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς,  στήν περίπτωση τῆς «ἁρπαγῆς» τοῦ Παύλου θὰ μᾶς πεῖ ὅτι ὁ θεόπτης ἀπόστολος «κατά τήν ἐξαισίαν ἁρπαγήν ἐκείνην, ἀγνοεῖν ἑαυτόν φησί τί ἦν»· λέγει δηλ. ὅτι δέν γνώριζε τί ἦταν ὁ ἑαυτός του! Ἔβλεπε, λέγει τόν ἑαυτό του ὁ Παῦλος, ἀλλά πῶς; Αἰσθητῶς ἤ λογικῶς ἤ νοερῶς; Ἀλλ᾿ ἐφόσον εἶχε ὑποστεῖ «ἁρπαγήν», ἀνυψώθη ἐπάνω ἀπό αὐτές τίς δυνάμεις. Ἄρα (λέγει ὁ Γρηγόριος), ὁ ἀπόστολος  «διά τοῦ τήν ἁρπαγήν ἐξειργασμένου Πνεύματος ἑώρα ἑαυτόν», δηλ. ἔβλεπε τόν ἑαυτό του διά τοῦ Πνεύματος τό ὁποῖο πραγματοποίησε τήν «ἁρπαγή».[14]  
                                      

πογραμμίζει ἐπίσης ὁ ἱερός Γρηγόριος τήν μεγάλη ἀλήθεια ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος (ὅπως συμβαίνει μέ κάθε ἄνθρωπο πού φθάνει  στήν χαρισματική θέωση), ὅταν ἔπαυσε ἀπό ἐδῶ νά ζεῖ τήν ζωή πού ἔχει χρόνο, ἀλλά τήν ἄλλη ζωή, τήν «θείαν καί ἀΐδιον» ὅπως τήν ὀνομάζει, πού προέρχεται ἀπό τό Λόγο ὁ Ὁποῖος  κατοίκησε μέσα του, τότε κατέστη ἄναρχος κατά χάριν καί ἀτελεύτητος, «ἄναρχος καί ἀτελεύτητος γέγονε τῇ χάριτι». [15]
    
 Κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τήν ἄκτιστη ἐμπειρία τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν!
  
Ποιά εἶναι, ὅμως, τά ἀνέκ­φρα­στα ἐκεῖνα λόγια, τά «ἄρρη­τα ρή­μα­τα», πού ἄκου­σε ὁ Ἀπό­στο­λος κα­τά τή μο­να­δι­κή ἐκείνη, γλυ­κυ­τά­τη καί πα­νευφρό­συ­νη Θεί­α «περιοδεία»  στόν κό­σμον τοῦ Οὐρα­νοῦ; Ὑπάρ­χει ἐν προ­κει­μένῳ μί­α θε­ο­λο­γι­κότατη ἀνά­λυ­ση, προ­σφε­ρόμε­νη ἀπό ἄνθρω­πο, ὁ ὁποῖος ἦταν καί αὐτός θε­ό­πτης, μέ ἐμπει­ρί­ες Χά­ρι­τος, ἁγιο­πνευ­μα­τικές. Πρό­κειται γιά τόν Ἅγιο Συ­με­ών τόν Νέ­ο Θε­ο­λό­γο, ὁ ὁποῖος, ὡς θε­ού­μενος, ἐλλα­μπό­με­νος καί κα­ταυ­γα­ζό­με­νος ἀπό τὸ Θεῖο καὶ Ἄκτι­στο Φῶς τοῦ Τρια­δι­κοῦ Θε­οῦ, μπο­ροῦσε πραγ­μα­τι­κά νά ἑρμη­νεύ­σει αὐτήν τήν ἐμπει­ρί­α τοῦ Παῦλου, ὅπως καί τό  ἔπρα­ξε, καί μᾶς πε­ριέ­γραψε τί εἶναι ἐκεῖνα τά «ἄρρη­τα ρήματα», πού ἀνέφε­ρε ὁ Παῦλος.

 Στόν 52ο λό­γο του ὁ ἅγιος Συ­με­ών ἀνα­λύ­ει τό θέ­μα αὐτό, λέ­γο­ντας ὅτι «ρῆμα» εἶναι ὁ λό­γος καί ὁ λό­γος λέ­γε­ται ρῆμα. Τὰ ρήμα­τα καί οἱ λό­γοι τῶν ἀνθρώ­πων λα­λοῦνται μέ τά στό­μα­τα καί ἀκού­γο­νται ἀπό τούς ἀνθρώ­πους μέ τά αὐτιά. Ἀλλά, ἐνῶ αὐτά ἰσχύ­ουν γιά τούς κτι­στούς ἀνθρώ­πους, στόν Ἄκτι­στον Θε­όν τά δε­δο­μένα εἶναι διαφορε­τι­κά. Ἔτσι, κατά τόν αὐτόν πνευ­μα­τέμ­φο­ρο Πατέ­ρα, τό ρῆμα καὶ ὁ λό­γος, πού ἐξέρ­χονται ἀπό τό «στό­μα» τοῦ Θε­οῦ, «εἶναι τε­λεί­ως ἀνε­κλά­λη­τος καί ἀνερ­μή­νευ­τος ἀπό ἀνθρω­πί­νην γλῶσσαν, καί πα­ντελῶς ἀχώ­ρη­τος εἰς ἀνθρω­πί­νην ἀκο­ήν»[16].

Ποιό, ὅμως εἶναι τό «στό­μα» τοῦ Θε­οῦ; Κα­τά τήν ἀνω­τέ­ρω θε­ολο­γι­κή ἀνά­λυση τοῦ Ὁσίου Συμε­ών, ρῆμαλόγος τοῦ Θε­οῦ εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τρός, ὁ Κύ­ριος Ἰη­σοῦς Χριστός. Καὶ «στό­μα» τοῦ  Θε­οῦ, τό ὁποῖο λα­λεῖ τά ἄρρη­τα, εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως τό βλέ­που­με  στό προ­φη­τικό χω­ρί­ο «Τό γάρ στό­μα Κυ­ρί­ου ἐλά­λη­σε ταῦτα»[17]. 

Στή συνέχεια, ὁ Ἅγιος ἀνα­λύ­ει ὅτι, ὅπως ἐδῶ  στά ἀνθρώ­πι­να δε­δο­μέ­να, δέν μπορεῖ νά ἐξέλ­θει ὁ λό­γος, ἐάν δέν ἀνοί­ξουμε τό στό­μα μας, ἔτσι, «καί ὁ Υἱός τοῦ Θε­οῦ καί Λό­γος δέν δύ­να­ται να γνω­ρι­σθῇ, ἤ να ἀκου­σθῇ, ἀνί­σως καὶ δὲν ἀπο­κα­λυ­φθῇ διά τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος». Καί ὅπως δέν ἐξέρχεται ὁ λό­γος ἀπό τό δι­κό μας στό­μα, ἄν δέν τό ἀνοί­ξου­με, ἔτσι καί τό «στό­μα» τοῦ  Θε­οῦ, τό Ἅγιον Πνεῦμα, δεν μπορεῖ νά λα­λή­σει, «ἄν δέν ἀνοι­χθῇ διά τῆς ἐλλάμ­ψε­ως», δη­λα­δή, ἄν δέν φω­τι­σθεῖ ὁ δι­κός μας νοῦς μέ τή δι­κή Του ἔλλαμ­ψη.

Καί, ἔπει­τα, φθά­νει πλέ­ον ἅγιος Συ­με­ών σ᾿ αὐτό τό γεγο­νός τῆς ἁρπαγῆς τοῦ Παύ­λου στόν Πα­ρά­δει­σο, γιά νά μᾶς ἐξη­γή­σει ὅτι τά ἀνε­κλά­λη­τα ἐκεῖνα ρή­μα­τα, πού ἄκου­σε κο­ρυ­φαῖος Ἀπό­στο­λος, εἶναι ἄρρη­τα, εἶναι δηλ. οὐρά­νιες καί ἀγνώ­ρι­στες γνώ­σεις καί θε­ω­ρί­ες τῆς  ἀκα­ταλήπτου  Δό­ξης  τοῦ Θε­οῦ, πού ἀπο­κα­λύ­πτο­νται στούς ἀξί­ους νά τά δε­χθοῦνΕἶναι «αἱ ἀπό­κρυ­φοι, καὶ ἐπ᾿ ἀλη­θεί­ας ἀνερ­μή­νευ­τοι, καί ἀθέ­α­τοι διά τῆς ἐλλάμ­ψε­ως τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος θε­ω­ρί­αι, καί αἱ με­γα­λο­πρε­πεῖς καί ἀγνώ­ρι­στοι γνώ­σεις τῆς ὑπερ­φώ­του, καί ὑπε­ρα­γνώ­στου δό­ξης τε και Θε­ό­τη­τος  τοῦ Υἱοῦ και Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, αἱ ὁποῖαι ἀπο­κα­λυ­πτό­με­ναι δεί­χνονται εἰς ἐκείνους ὁποῦ εἶναι ἄξιοι φανερώτε­ρα καί κα­θα­ρώ­τε­ρααὐτά λέ­γω τά ἀνή­κου­στα ἀκούσμα­τα τῶν ἀνε­κλα­λή­των ρη­μά­των μέ ἀκα­τα­νο­η­σί­αν κα­τα­νό­η­σις τῶν ἀκα­τα­νο­ή­των πραγ­μά­των»[18]!

νο­ερὰ ἁρπαγὴ τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου στὰ ὑπε­ρου­ρά­νια σκηνώμα­τα, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυ­σό­στο­μο, δη­λώνει τὴν κατὰ Χά­ριν θέ­ω­ση τοῦ Ἀπο­στό­λου, ὅπου «ν τούτῳ γὰρ ἀληθής ἐστιν εἴδη­σις τοῦ ζη­τουμένου καὶ ἐν τούτῳ τὸ ἰδεῖν ἐν τῷ μὴ ἰδεῖν, ὅτι ὑπέρκειται πάσης εἰδήσε­ως τὸ ζη­τούμε­νο, οἷόν τι­νι γνόφῳ τῇ ἀκα­τα­ληψίᾳ πα­νταχόθεν διει­λημ­μένον»[19], σύμ­φω­να μὲ τὸν  σοφότατο τῆς  Νύσ­σης ἐπί­σκο­πο, τον μυστιπόλο Γρη­γόριο.

Στὴν με­τα-λο­γική, ποι­η­τικὴ καὶ μυ­στικὴ αὐτὴ ἱερὰ γλῶσσα, θε­ο­λό­γοςμύ­στης, ἑνού­με­νος κατ᾿ ἐνέργειαν, μὲ τὸ Θεῖον, ἀπευ­θύ­νε­ται προ­σωπικά σ᾿  Αὐτὸ εὐχε­τικά, πα­ρα­κλη­τι­κά, εὐχαρι­στιακά καὶ δο­ξο­λο­γι­κά: «ἐλθέ τό ἀνεκ­φώ­νη­τον πρᾶγμα, ἐλθέ τό ἀκα­τα­νό­η­τον πρό­σω­πον»[20], ὁμι­λῶν παρα­δο­ξο­λο­γικῶς διὰ μία ἀκα­τα­νό­η­το κα­τα­νόη­ση: «Ὅν οἱ πε­πλου­τη­κό­τες ὁρῶσιν ἀο­ρά­τως αὐτοῦ τοῦ Θε­οῦ τό ἄφρα­στον κάλ­λος· κρα­τοῦσιν ἀνε­πά­φως, κα­τα­νο­οῦσιν ἀκα­τα­νο­ή­τως τό ἀνεί­δε­ον εἶδος αὐτοῦ, τήν ἄμορ­φον μορ­φήν καί τό ἀσχη­μά­τι­στον σχῆμα ἐν ἀθε­άτῳ θέᾳ καί ἀσυν­θέτῳ κάλ­λει ἀποι­κίλ­τως πε­ποι­κιλ­μέ­νον»[21].

Νά λοπόν, γιατί εἶναι μέγας θεολόγος ὁ Παῦλος! Γι᾿αὐτό  τόν τιμᾶ ἰδιαζόντως ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῆς ὁποίας τόσο κοπίασε! Ἀλλά  κατακλείοντας τήν ταπεινή αὐτή ἀναφορά, ἐνῶ θα μπορούσαμε νά ἀφήσουμε  νά μιλήσει γιά τόν Παῦλο, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατ᾿ ἐξοχήν γνώρισε, κατενόησε καί ἑρμήνευσε τόν Παῦλο καί αὐτός εἶναι τό «στόμα τοῦ Παύλου», ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ θεορρήμων καί Χρυσόστομος ὁ ὁποῖος  παρουσιάζει τό ὕψος καί τό μεγαλεῖο τοῦ ὄντως μεγίστου τῶν ἀποστόλων, μέσα ἀπό τήν ἐμπνευσμένην γραφίδα του, δεν θα το κάνουμε διότι θα ἐκφύγουμε τῶν ὁρίων τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ἀλλά καί τοῦ  θέματος πού ἐδῶ ἐξετάζουμε. Θά συστήσουμε, ὡστόσο,  στούς εὐλαβεῖς ἀναγνῶστες νά μελετήσουν τούς σχετικούς χρυσοστομικούς λόγους «Εἰς τόν Ἅγιον Ἀπόστολον Παῦλον». (ΕΠΕ, 36). Θά κατακλείσουμε μόνο μέ τά ἐξυμνητικά λόγια τῆς θεοπνεύστου ὑμνολογίας πρός τόν ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν, τά σχετικά μέ τήν θεοπτική ἐμπειρία του:

«Ἐν ἐκστάσει ἐπαρθείς, τόν τρίτον φθάσας πόλον Πανόλβιε, καί ἐπακούσας ἀρρήτων λόγων βοᾶς,  Δόξα τῷ Ἀνωτάτῳ Πατρί, καί τῶ  Υἱῷ ἀπαυγάσματι συνθρόνῳ, τῷ ἐρευνῶντι σαφῶς Πνεύματι Θεοῦ τά βάθη».[22] 



    




[1] Α’ Κορ. 2, 9.
[2] Εἰς τὸν Ἅγιον Παῦλον, ὁμι­λί­α Α’, Ε­ΠΕ 36, 404: «Και έ­κεῖνος μέν (ὁ Νῶε), ἑαυ­τόν μετά τῶν παί­δων διέ­σω­σε μό­νον∙ οὖτος δέ, πο­λύ χα­λε­πω­τέ­ρου τήν οἰκου­μέ­νην κα­τα­κλυ­σμοῦ κα­τα­λα­βό­ντος, οὐ σα­νί­δας πη­ξά­με­νος καί κι­βω­τόν ποι­ή­σας, ἀλλ’ἀντί σανί­δων τάς ἐπι­στο­λάς συν­θείς, οὐ δύ­ο και τρεῖς καί πέ­ντε συγ­γε­νεῖς, ἀλλά τήν οἰκου­μέ­νην ἅπα­σαν, κα­τα­πο­ντίζε­σθαι μέλ­λου­σαν, ἐκ μέ­σων ἥρπα­σε τῶν κυ­μά­των».
[3] Β’ Κορ. 12, 1: «Ἐλεύ­σο­μαι γάρ εἰς ὀπτα­σί­ας καί ἀπο­κα­λύ­ψεις Κυ­ρί­ου».
[4] Ὅπ.π., σ. 1-4.
[5] Λόγ. 28, 20, ΕΠΕ 4, 72, MPG 36, 52 C: «Παῦλῳ δέ εἰ μέν  ἔκφορα ἦν ἅ παρέσχεν ὁ τρίτος οὐρανός και ἡ μέχρις ἐκείνου πρόοδος  ἤ ἀνάβασις ἤ ἀνάληψις, τάχα ἄν  τι περί Θεοῦ πλέον ἔγνωμεν, εἴπερ τοῦτο τῆς ἁρπαγῆς μυστήριον. Ἐπεί δέ ἄρρητα ἦν καί ἡμῖν σιωπῇ τιμάσθῳ».     
[6] Λόγ. 28, 21. ΕΠΕ,  4,74. MPG. 36, 53 C.
[7] Λόγ. 28, MPG. 28, 1132D.
[8] Θεοδωρήτου Κύρου, Ἑρμηνεία εἰς Β΄πρός Κορ. 12, 2-5, MPG. 82, 448 C.
[9]  Ἐξήγ. τῆς Β΄προς Κορ. MPG. 124, 929 C.
[10] Βλ. Δέσπως Λιάλιου, Ἡ ἑρμηνεία τοῦ χωρίου Β΄Κορ. 12, 2-4 κατά τήν παράδοση τῶν Πατέρων, «Θεολογία»τ. 54, 1983, 4.
[11] ὅπ.π.
[12] Ἰω. ΙΔ’ 23.
[13] ὅπου π. Δ. Λιάλιου, Ἡ ἑρμηνεία τοῦ χωρίου Β΄ Κορ. 12, 2-4
[14] Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς Ἠσυχαζόντων, 2, 3,37, ΕΠΕ, 1, 404.
[15] Γ΄πρός Ἀκίνδυνον, ΕΠΕ, Ι, 612-614.
[16] Συ­με­ών τοῦ Νέ­ου Θε­ο­λό­γου, Τά Εὑρι­σκό­με­να, ἐκδ. Ρη­γο­πού­λου, Θεσ­σα­λονίκη 1977, σ. 260.
[17] Ὅπ.π.
[18] Ὅπ.π., σ. 261.
[19] Περὶ τοῦ βί­ου Μω­ϋ­σέ­ως 2, 163,. Ε­ΠΕ 9, 256.
[20] Συ­με­ών Ν. Θε­ο­λό­γου, Εὐχή μυ­στι­κή, δι᾿ ἧς ἐπι­κα­λεῖται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὁ αὐτό προ­ορῶν, 33, τοῦ ἰδί­ου, Λό­γος Κ’, Εὐχα­ρι­στί­α καί ἐξο­μο­λό­γη­σις σύν θε­ο­λογίᾳ˙ καί πε­ρί δω­ρεᾶς καί με­του­σί­ας Πνεύ­μα­τος Ἁγί­ου, 145: «ὅλον κα­τα­νο­οῦσα ὅλον ἀκα­τα­νό­η­τον θε­ό­τη­τι τῇ θείᾳ, τόν τοῖς πᾶσιν ἀό­ρα­τον καί ἀπο­κε­κρυμ­μέ­νον».
[21] Συ­με­ών Ν. Θε­ο­λό­γου, Λό­γος Δ’, Πε­ρί ἀπα­θεί­ας καί τῶν ἐν αὐτῇ κα­τά προκοπήν χα­ρι­σμά­των καί δω­ρεῶν· καί τίς ἡ τε­λεί­ω­σις τῆς κα­τά Χρι­στόν πνευμα­τικῆς ἡλι­κί­ας, 303.
[22] Τροπάριον τοῦ Κανόνος, Ὠδή Ζ΄.