Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΤΙΣΤΟΝ ΚΑΛΛΟΣ (α)

Η ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ



π. Νικηφόρου Νάσσου



Η ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Κατά τήν ὀρθόδοξη δογματική Διδακαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄλλη εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού ἀνήκει στή σφαῖρα τῆς Θεολογίας καί ἄλλη ἡ πρός τά ἔξω κίνησή της (ὅπως μποροῦμε νά ποῦμε ἀνθρωποπρεπῶς), πού συνιστᾶ τήν οἰκονομία. Ἡ Θεολογία ἔχει να κάνει μέ τό ἄκτιστο, τό ἀΐδιο (δηλαδή αὐτό πού δέν ἔχει οὔτε ἀρχή οὔτε τέλος), τό ἄχρονο, τό προαιώνιο. Ἡ οἰκονομία ἀναφέρεται στό ἔγχρονο καί κτιστό καί ἐγκόσμιο, ὅπου ἔγινε ἡ φανέρωση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ καί ἡ πραγμάτωση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ.

Ἡ λεγομένη «ἐξωτερική κίνηση» τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς δημιουργίας καί ἔπειτα καί τῆς ἀπολυτρώσεως, μέ κοινή φυσική ἐνέργεια τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Ὁ Πατήρ, δι᾿ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα» κατά τή γνωστή στούς μελετητές, δογματική ἔκφραση τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.[1] Ὁ προαιώνιος Θεός, ἔκτισε τούς αἰῶνες τῶν πνευμάτων, τόν κόσμο, τόν ἄνθρωπο, σέ διαδοχικές φάσεις, ἀφοῦ ἡ κτίση στό σύνολό της εἶναι ἐξελικτική.[2] (Αὐτό, βεβαίως, δέν ἔχει καμία ταύτιση μέ τήν πλανεμένη καί ἀντιεπιστημονική ἐξελικτική θεωρία τοῦ Δαρβίνου).

Ὅλη ἡ κτίση, ὁρατή καί ἀόρατη, εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ «ἐκ τοῦ μή ὄντος», χωρίς προϋπάρχουσα ὕλη, μόνο ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Δέν προέρχεται ἡ κτίση ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως δίδασκαν οἱ φιλόσοφοι[3], θεωρώντας ὅτι τά κτίσματα συνυπάρχουν μέ τόν Θεό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τήν βουλητική ἐνέργειά Του! Σαφέστατα τό ξεκαθαρίζει ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (7ος αἰ.), ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γράφοντας ὅτι ὁ Θεός, «οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ τήν κτίσιν παρήγαγεν, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ μή ὄντως εἰς τό εἶναι θελήματι». [4]

Ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια, ἡ «πρός τά ἔξω κίνηση» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παράγει τή δημιουργία ἐν χρόνῳ, μᾶλλον μέ τόν χρόνο, ἀφοῦ ὁ χρόνος δημιουργήθηκε συμφυής μέ τόν κόσμο, κατά τόν Μ. Βασίλειο.[5] Αὐτή ἡ δημιουργία, εἶναι «ἑτερούσια» ἀπό τόν Θεό, δηλαδή δέν προέρχεται ἀπό τήν οὐσία Του ἀλλά ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του.

Τό ὑπογραμμίζει αὐτό ἡ Θεολογία, ἐκφράζοντας ρητά τή σχέση ὄντος καί μή ὄντος, ἀκτίστου καί κτιστοῦ, οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργειῶν Αὐτοῦ. Και θά ποῦμε ἐπ εὐκαιρία ὅτι εἶναι πολύ θεμελιώδης γιά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία ἡ διάκριση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, γιά νά τονιστεῖ ὅτι μέσα στό κτιστό συμπεριλαμβάνονται καί τά αἰσθητά καί τά νοερά, τά πάντα, ὡς δημιουργήματα τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ.

Ἀντίθετα, στή φιλοσοφία (βλ. Πλάτωνα κ.ἄ.), ὅπου ἰσχύει ἡ διαρχική ἀντίληψη περί κόσμου, τονίζεται ἡ αὐθυπαρξία δύο κόσμων, τοῦ αἰσθητοῦ καί τοῦ νοητοῦ. Ὁ αἰσθητός κόσμος εἶναι ἕνα «ρέον γίγνεσθαι», ὁ δέ νοητός εἶναι ἄφθαρτος καί ἀθάνατος καί ἔτσι θεωρεῖται καί ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, ὡς ἀνώλεθρη καί κατά φύσιν ἀθάνατη.[6] Γι᾿ αὐτό καί γίνεται λόγος ἐκεῖ περί τῆς πτώσεως τῶν πνευμάτων - ψυχῶν ἀπό τόν ἀγέννητο κόσμο τῶν Ἰδεῶν καί τῆς ἔνεκα τιμωρίας των περικλείσεως στά σώματα σάν σέ φυλακή κλπ., ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία μας πιστεύει, κατά τήν θεία Ἀποκάλυψη ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κατά Χάριν ἀθάνατη, ἀφοῦ μετέχει στήν Ἀθανασία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά περί ψυχῆς, θά γίνει λόγος στό ἑπόμενο Κεφάλαιο.

Ἐπανερχόμαστε στή δημιουργία καί τόν κόσμο καί ὑπογραμμίζουμε ὅτι, κατά τούς Πατέρες, τίποτε δέν μεσολαβεῖ μεταξύ Θεοῦ - Δημιουργοῦ καί κτίσεως, ὁρατῆς καί νοερᾶς, παρά μόνο ἡ ἀΐδιος βουλή τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια, προκειμένου νά κτιστοῦν ἤ νά κτίζονται διαρκῶς τά πάντα. Ἡ Θεολογία ἐν προκειμένῳ, διά τῶν Πατέρων (λ.χ. Καππαδόκες, ἱερός Χρυσόστομος, ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής κ. ἄ.), ὁμιλεῖ γιά τούς «λόγους τῶν ὄντων», οἱ ὁποῖοι ἀποκαλοῦνται ὡς τά ἄκτιστα, τά «ἀγαθά θελήματα τοῦ Θεοῦ»[7], ἤ προορισμοί, ἤ οὐσιοποιοί παράγοντες. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων, ὑπάρχουν αἰώνια μέ τόν Θεό, ὡς προτυπωμένποι λόγοι τῆς θείας θελήσεως.

Εἰδικά γιά τούς λόγους τῶν ὄντων κάνει λόγο ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ἡ δημιουργία δέν εἶναι στατική, ἀλλά δυναμική πραγματικότητα, διότι ἔχει ξεκινήσει ἀπό προϋπάρχοντες λόγους. Ἄν καί ὅλα τά ὄντα προῆλθαν ἀπό τό μή ὄν κατά τήν ἀγαθή βούληση τοῦ Θεοῦ, κατά τήν σκέψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου, προϋπῆρχαν ἀϊδίως, στόν ἕνα Λόγο, τόν Θεό. Κάθε κτιστό, δημιουργήθηκε σύμφωνα μέ τόν ἀντίστοιχο λόγο, καί αὐτός εἶναι πού ὁρίζει τόσο τή γέννησή του, ὅσο καί τήν οὐσία του. Γράφει ὁ ἱερός Πατήρ σχετικά: «Τούς γάρ λόγους τῶν γεγονότων ἔχων πρό αἰώνων ὑφεστῶτας βουλήσει ἀγαθῇ κατ᾿ αὐτούς τήν τε ὁρατήν καί ἀόρατον ἐκ τοῦ μη ὄντος ὑπεστήσατο κτίσιν».[8]

Εἶναι λοιπόν βέβαιο ὅτι «κτίση και ἱστορία, πράγματα καί γεγονότα εἶναι θεῖα θελήματα, ἀποτελέσματα τῆς θείας βουλητικῆς ἐνεργείας. Τά πάντα ἀρχιτεκτονοῦνται, διαρθρώνονται καί ὑπάρχουν μέ λόγο καί λογικότητα. Λόγος καί λογικότητα βρίσκονται στή δομή κάθε πράγματος, καί ἐξασφαλίζουν τήν ἑνότητα μέ τίς θεῖες ἐνέργειες καί μεταξύ τους». [9]

Πάντως, ὅλη ἡ κτίση, αἰσθητή καί νοητή, κατά τήν Πατερική θεολογία, μέ τή διαβάθμιση καί ἱεράρχηση τῶν ὄντων (αἰῶνες[10], πνεύματα, κόσμος, ἄνθρωπος), ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ ὄντος, τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπως τό λέγει στό περισπούδαστο ἔργο του «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου» ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου: «Πᾶσα τοίνυν ἡ φύσις, ἡ ἀπό τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων διήκουσα, μία τις τοῦ ὄντος ἐστίν εἰκόνα».[11] Καί ὅλη ἡ κτίση, ὁλόληρη ἡ συμπαντική πραγματικότητα, ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα μέ πολλά μέλη πού μετέχουν στίς θεῖες ἐνέργειες, κατ᾿ ἀναλογίαν πρός τή δεκτικότητά τους.[12]

Γεγονός, πάντως, εἶναι, ὅτι ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ πατρολόγος καθηγητής Π. Χρήστου, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ διήκει ὄχι ἁπλῶς δι᾿ ὅλης τῆς κτίσεως, ἀλλά καί δι᾿ ὅλης τῆς ἱστορίας. Λογικά και ἄλογα, ἀθάνατα καί θνητά, οὐράνια καί ἐπίγεια ἀπολαύουν ὅλα τῆς χορηγίας τοῦ Λόγου καί μέ Αὐτόν τόν τρόπο διατηροῦνται στήν ὕπαρξη καί τήν ζωή. Ἀλλά ὁ βίος τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἐκεῖνος πού διαπερᾶται ἰδιαιτέρως ἀπό τίς ἀκτῖνες καί τήν προνοϊκή ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. [13] 

Ἄς προχωρήσουμε ὅμως, μετά ἀπό τά σχετικά μέ τήν ὅλη δημιουργία, στό «τιμιώτατον Θεῷ κτῆμα καί οἰκειότατον», δηλαδή τόν ἄνθρωπο, ὅπως τόν ὀνομάζει ὁ Ἀετός τῆς Θεολογίας, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός.[14]



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου