Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Η ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ



ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου 

«Μετανοίας ὁ καιρός∙ προσέρχομαί σοι τῷ Πλαστουργῷ μου∙ ἆρον τόν κλοιόν ἀπ᾿ ἐμοῦ τόν βαρύν, τόν τῆς ἁμαρτίας, καί ὡς εὔσπλαγχνός μοι δός παραπτωμάτων ἄφεσιν».

Τό ἀνωτέρω ἱερό ὑμνολόγημα εἶναι ἕνα ἀπό τά 250 τροπάρια τοῦ  γνωστοῦ καί λίαν κατανυκτικοῦ Μεγάλου Κανόνος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πολύστροφο λειτουργικό ποίημα σπανίας τέχνης καί βαθυτάτης πνευματικῆς ἐμπειρίας καί ψάλλεται στούς ναούς κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Στό τροπάριο αὐτό, βλέπουμε τόν ἐμπνευσμένο μελωδό, ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης (+740 μ.Χ.) νά ἐκφράζει τήν ἐκ  μυχίων καρδίας ταπείνωσή του καί τήν ὁλόθερμη  μετάνοιά του (καίτοι Ἅγιος καί Θεοφόρος) καί νά μᾶς διδάσκει μέ τό ἀπαράμιλλο ποιητικό του τάλαντο τή μεγίστη ἀξία τῆς ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ, ἀρετή καί ἔννοια, ἡ ὁποία διήκει καί διέπει ὁλόκληρη τήν ἐκκλησιαστική καί πνευματική, ὀρθόδοξη ζωή. 
«Μετανοίας ὁ καιρός»!

Μέσα στήν κατανυκτική περίοδο τοῦ  Τριωδίου καί κυρίως στόν κορμό της πού εἶναι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή,  ἡ πνευματική αὐτή παλαίστρα τῆς Ἐκκλησίας, τό ἰδιάζον στοιχεῖο, ἡ κατ᾿ ἐξοχήν ἀρετή τήν ὁποία καλούμαστε ὅλοι νά ἀσκήσουμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις, ὥστε νά οἰκειωθοῦμε τήν ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί νά  προετοιμαστοῦμε στήν ὑποδοχή τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀχράντων Παθῶν και τῆς Λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας,  μέσα ἀπό τήν προβλεπομένη διαδικασία τοῦ ψυχικοῦ καθαρμοῦ, εἶναι ἡ ἀρετή τῆς μετανοίας. Πόσο σπουδαῖο πρᾶγμα εἶναι ἡ μετάνοια! Πόσους ἁμαρτωλούς, πόσους «εἰς χάος πεπτωκότας», πόσους ληστές, ἀσώτους, πόρνους, ἀδίκους κ.ἄ δέν ἔσωσε καί κατέστησε οἰκείους Θεοῦ, συγκληρονόμους Χριστοῦ, ἀκόμη καί θεοφόρους και ἁγίους, οἰκιστές καί πολῖτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ!..

 Μέ τίποτε ἄλλο δέν χαίρεται ὁ Πανάγιος Θεός, ὅσο μέ τή μετάνοια, τή διόρθωση καί ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου, τή σωτηρία του, ἀφοῦ γιά τό σκοπό  αὐτό ἔγιναν τά πάντα στό πεδίο τῆς θείας οἰκονομίας καί ἐδόθησαν τά μυστήρια!  Αὐτό μᾶς ὑπογραμμίζει σέ μία ὑπέροχη ὁμιλία του ὁ φωστήρας τῆς Ναζιανζοῦ καί ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ὁ «ἄριστος Θεολόγος», ἅγιος Γρηγόριος: «Οὐδενί τοσοῦτον χαίρει ὁ Θεός, ὅσον ἀνθρώπου διορθώσει καί σωτηρίᾳ, ὑπέρ οὗ ὁ λόγος ἅπας καί ἅπαν μυστήριον»[1]

Ὁ ἴδιος κορυφαῖος, ἐμπειρικός θεολόγος θά μᾶς συμβουλεύσει, μέσα στά πλαίσια τῆς ἀναπτύξεως τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, να βροῦμε  (ἐντός μας) τόν πρῶτο Ἀδάμ, πρᾶγμα τό ὁποῖο συνιστᾶ τή λεγομένη ἀναμόρφωσή μας στό «πρωτόκτιστον κάλλος», γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο τά τροπάρια τοῦ Τριωδίου καί νά μή μείνουμε αὐτό πού εἴμαστε, ἀλλά νά γίνουμε αὐτό πού κάποτε εἴμασταν: «Καιρός ἀναπλάσεως∙ τόν πρῶτον Ἀδάμ ἀναλάβωμεν. Μή μείνωμεν ὅπερ ἐσμέν, ἀλλ᾿ ὅπερ ἦμεν γενώμεθα». [2]

Καί ὁ συνώνυμός του,  Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μετά ἀπό δέκα αἰῶνες, θα ὑπογραμμίσει ὅτι ἡ μετάνοια τοῦ Χριστιανοῦ ὀφείλει νά εἶναι ἔγκαρπος καί ἔμπρακτος! Νά ἀποκτήσουμε, λέγει, τά ἔργα τῆς μετανοίας πού εἶναι ταπεινό φρόνημα, κατάνυξις, καρδιά πού θά διαθέτει πραότητα, καθαρότητα, ἔλεος καί εἰρήνη, και πού θα ὑπομένει διωγμούς, θλίψεις καί συκοφαντίες καί ἄλλα δεινά.

«Κτησώμεθα τά ἔργα τῆς μετανοίας, φρόνημα ταπεινόν, κατάνυξιν καί πένθος πνευματικόν, καρδίαν πραεῖαν, ἐλέου γέμουσαν, δικαιοσύνης ἐρῶσαν,καθαρότητος ἀντιποιουμένην, εἰρηνικήν, ειρηνοποιόν, φερέπονον, τοῖς ὑπέρ ἀληθείας καί δικαιοσύνης ἐνασμενίζουσα διωγμοῖς καί ζημίαις καί ὕβρεσι καί συκοφαντίαις καί πάθεσιν». [3]

Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ἅγιο Νικόδημο καί ἄλλους Πατέρες, ἡ πραγματική μετάνοια δέν συνίσταται μόνο στό νά μήν πράττουμε τό κακό καί νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀλλά καί στό νά πράττουμε τό καλό, τά ἔργα τῆς ἀρετῆς.

Ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης γράφει: «Μετάνοιαν δέ λέγω, οὐ τό τῶν προτέρων ἀποστῆναι κακῶν μόνον, ἀλλά καί τό μείζονα ἐπιδείξασθαι καλά». [4]

Καί ὁ Ἁγιορείτης νεώτερος Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, Νικόδημος ὁμοίως γράφει: «Ἡ ἀληθινή μετάνοια, εἶναι ὄχι μόνο τό νά ἀφήσῃς τά κακά, ἀλλά καί τό νά κάμῃς τά καλά, κατά τό <Ἔκλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν>».[5]

Ὁ Φωτοφόρος και θεόπτης Πατήρ, ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, στά σπουδιαότατα γιά τήν πνευματική ζωή κείμενά του θά ὑπογραμμίσει ὅτι θά πρέπει νά μετανοοῦμε ὁλοκληρωτικά, ὄχι μόνο γιά τίς ἐφάμαρτες πράξεις μας, ἀλλά καί γιά τούς λογισμούς, τίς σκέψεις πού προέρχονται ἀπό τήν (μή ἀνακαινισμένη) καρδιά μας.

«Μετανοήσωμεν ὁλοψύχως, καί ἀποβαλώμεθα μή μόνον τάς πράξεις ἡμῶν τάς κακάς, ἀλλά καί αὐτούς ἡμῶν τούς πονηρούς καί ἀκαθάρτους λογισμούς τῆς καρδίας».[6]

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ μετάνοια ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο, «καινόν ποιεῖ», τόν καθιστᾶ ἀναγεννημένο δοχεῖο τῆς Θείας ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, νέον ἄνθρωπο ἐν Χριστῷ, ὅπως διαβάζουμε στή Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν: «Ὅταν γάρ καταλείψῃ ἄνθρωπος τάς ἁμαρτίας αὐτοῦ καί ἐπιστρέψῃ πρός τόν Θεόν, ἡ μετάνοια αὐτοῦ ἀναγεννᾷ αὐτόν καί ὅλον καινόν ποιεῖ». [7]

Ἀλλά ἀς δοῦμε πῶς ὁρίζεται ἡ μετάνοια στό πνευματικώτατο καί λίαν ὠφέλιμο γιά κληρικούς καί λαϊκούς βιβλίο, πού λέγεται «Κλῖμαξ», ἀπό τόν συγγραφέα του, ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη. Ὁ ὅσιος Πατήρ, στον Ε΄ λόγο του περί μετανοίας, γράφει μεταξύ ἄλλων: «Μετάνοια σημαίνει ἀνανέωσις τοῦ βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία μέ τόν Θεό γιά νέα ζωή. Μετανοῶν σημαίνει ἀγοραστής τῆς ταπεινώσεως… Μετάνοια σημαίνει σκέψις αὐτοκατακρίσεως∙  ἀμεριμνισία γιά ὅλα τά ἄλλα καί μέριμνα γιά τή σωτηρία…Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα τῆς ἐλπίδος καί  ἀποκήρυξις τῆς ἀπελπισίας… Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωσις μέ τόν Κύριο, μέ ἔργα ἀρετῆς ἀντίθετα πρός τά παραπτώματά μας…»[8]

Εἶναι κατανοητά τά ἀνωτέρω καί δέν χρειάζονται περραιτέρω κάποια ἐπεξήγηση. Ὡστόσο, θά σταθοῦμε λίγο σέ μιά φράση τοῦ ὡς ἄνω κειμένου, αὐτήν πού ἀναφέρει ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι συμφιλίωση μέ τόν Κύριο. Ἡ συμφιλίωση μέ τόν Θεό, ἡ λεγομένη «καταλλαγή», δέν ἑρμηνεύεται  δικανικά καί ἀνθρωπολογικά, οὔτε λέγεται μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός γίνεται ἐχθρός  τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν αὐτός ἁμαρτάνει. Αὐτό ἀποτελεῖ φρόνημα, δόγμα, διδασκαλία τῶν παπικῶν.   Ἡ δυτική θεολογία, ἔχοντας διαμορφώσει τή νομική θεώρηση τῆς ἁμαρτίας ὡς προσβολῆς τῆς «δικαιϊκῆς τάξεως» καί τῆς «τιμῆς τοῦ Θεοῦ», διδάσκει τή βλάσφημη θεωρία περί τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς Θείας Δικαιοσύνης, ὅπως  αὐτή διατυπώνεται στό ἔργο τοῦ Ἀνσέλμου Καντερβουρίας (11ος αἰ.) «Cur Deus Homo» (γιατί ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος). 

Ἐκεῖ, λοιπόν, στό δυτικό χῶρο, ἡ ἁμαρτία  ἐκλαμβάνεται δικανικά καί θεωρεῖται δικαιϊκά ὡς παράβαση (καί μόνο) τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, καί ἑπομένως ἡ μετάνοια,  κατ᾿ αὐτούς, συνιστᾶ ἐξιλέωση τοῦ Θεοῦ καί ἀποκατάστασή Του. Ἡ ὑπερτάτη θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ Σταυροῦ, σύμφωνα μέ τήν περί ἱκανοποιήσεως θεωρία, ὡς μία «ἰσοδύναμη ἐπανόρθωση», ἀπεκατέστησε ἀντικειμενικά τήν διασαλευθεῖσα τάξη τῆς δημιουργίας καί αὐτό ἀποτελεῖ γι᾿ αὐτούς ὀρθή θεολογία, ἀλλά γιά τούς Ὀρθοδόξους εἶναι μιά τελείως ξένη θεωρία πρός τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὅπου σαφέστατα διακηρύσσεται τό μήνυμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «ὑπέρ ἡμῶν ἔπαθεν»…

 Τά ἀνωτέρω περί τῆς ἁμαρτίας καί τῆς σωτηρίας ἰσχύουν στήν ἐκπεσοῦσα Δύση.  Καί οἱ συνέπειές τους, ἀνάλογες…

Ἀντίθετα, στό χώρο τῆς Ἁγίας μας Ὀρθοδοξίας, τά πράγματα εἶναι διαφορετικά, καθ᾿ ὅσον, ἐδῶ, ἡ  ἁμαρτία θεωρεῖται ὄχι μόινομὡς παράβαις νόμου, ἀλλά κυρίως ὡς ἕνα ὑπαρξιακό γεγονός, ὡς ὀντολογική ἀποξένωσή μας ἀπό τόν Θεό καί εἰδικά ὡς ἀσθένεια τῆς φύσεώς μας, ὅπως τό ἐπισημαίνουν οἱ Πατέρες στά συγγράμματά τους καί ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, γράφοντα ὅτι: «νενόσηκεν ἡ φύσις ἡμῶν τήν ἁμαρτίαν, διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τουτέστιν Ἀδάμ»[9].

Ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ ἀστοχία, νέκρωση, ἀμαύρωση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», ἀποτυχία πραγματώσεως τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἀλλά κυρίως ἀσθένεια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία  διά τῆς ἁμαρτίας σκοτίζεται καί μεταφέρει ἔπειτα αὐτόν τό σκοτασμό σέ ὅλη τήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση, πού διασπᾶται καί τραυματίζεται… Καί ὡς ἐκ τούτου, μετάνοια εἶναι ἡ θεραπεία καί ἀποκατάσταση τῆς ψυχῆς,  ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἐαυτό του ἐσωτερικά,  ἡ ἐπαναπόκτηση τῆς «ἑνοείδειας», τήν ὁποία διέθετε προπτωτικά. 

Καί αὐτό πραγματώνεται στά πλαίσια  μιᾶς συνεχοῦς πορείας τῆς  ἁγωνιζομένης ψυχῆς, ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν, μέσα στήν περιρρέουσα πνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.  Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἁμαρτία κουράζει τόν ἄνθρωπο, τόν ταλαιπωρεῖ καί τόν τυραννεῖ. Γι᾿ αὐτό, στήν Πατερική Γραμματεία ὑπάρχει μία ἐντυπωσιακή φράση, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι «ταλαιπωροποιός»![10] Γίνεται στόν ἄνθρωπο ἄχθος, τυραννία, ζημία,  ἐνόχληση, σαράκι ὅπως λέει ὁ λαός.

Ἑπομένως, ἡ μετάνοια θά πρέπει νά εἶναι συνεχής, καί ὄχι στιγμιαία, παντοτινή καί ὄχι προσωρινή, εἰλικρινῆς καί ὄχι ἐπιπόλαιη, μέ ἄλλα λόγια ὑπαρξιακή, ὥστε νά διενεργεῖ τά πρός ἀπαλλάγήν ἀπό τήν τυραννική κατάσταση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Ἡ μετάνοια  δέν εἶναι πύλη, ἀλλά  εἶναι ὁδός. Εἶναι στάση ζωῆς! Εἶναι ἀλλαγή ὄχι μόνο τοῦ νοῦ, ἀλλά ὅλης τῆς ὑπάρξεώς μας! 

 Ὀρθά ἐν προκειμένῳ ἔχει γραφεῖ ὅτι «ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολικότερη ἀλλαγή στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τή συναίσθηση διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου, πρός τό Θεό, καί συνεχή διάθεση  γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα». [11]

Σέ σχέση τώρα μέ τόν Θεό, ἡ  ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου συνιστᾶ διάρρηξη τῆς κοινωνίας καί σχέσεως μαζί Του. Πρόκειται γιά  μία ὀντολογική ἀλλοτρίωση τῶν λογικῶν ὄντων, γιά μία πορεία τους πρός τό μή ὄν, πρός τόν μηδενισμό, ἀφοῦ ὁ  εἰσηγητής τῆς ἁμαρτίας, διάβολος,  ἐπιδιώκει  αὐτόν τόν μηδενισμό  «τήν τῶν ὄντων ἀπογένεσιν», ὅπως θά σημειώσει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ  Ὁμολογητής[12].

Αὐτή ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ «Θείου καλλιτεχνήματος» καί ἡ νέκρωσή του ἀπό τήν πηγή τῆς Ζωῆς, «θλίβει τόν Θεό», ὅπως λέμε ἀνθρωποπαθῶς, ἀλλά δέν τόν καθιστᾶ  ποτέ ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου! Δέν ἀλλάζει ποτέ τίς διαθέσεις Του ὁ Θεός ἀπέναντι στόν ἄνθρωπο,  οὔτε ὀργίζεται ἐναντίον του, παρόλο πού κάποιες φορές, παιδαγωγικά (καί φυσικά ἀπαθῶς) αὐτό τό βλέπουμε νά ἰσχύει, ὅπως διατυπώνεται σέ βιβλικά καί πατερικά κείμενα. Ὁ Θεός εἶναι ἄτρεπτος καί  ἀναλλοίωτος, δέν ἐχθρεύεται ποτέ τόν ἄνθρωπο, παρά τήν  παιδευτική ἐγκατάλειψη πού παραχωρεῖ ἐνίοτε ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, πρός διόρθωσιν. Ἀντίθετα, ὁ άνθρωπος γίνεται ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἄριστα τό διατυπώνει ὁ θειότατος διδάσκαλος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Οὐκ ἐστιν Ἐκεῖνος ὁ ἐχθραίνων, ἀλλ᾿ ἡμεῖς∙  ὁ Θεός γάρ οὐδέποτε ἐχθραίνει».[13]

Μέ τή σωτήριο μετάνοια, λοιπόν, κατά τά προειρημένα «χρυσᾶ»  διδάγματα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, ὁ ἄνθρωπος, συμφιλιώνεται μέ τόν Θεό, ἀπό τόν Ὁποῖο διά τῆς ἁμαρτίας ἀπομακρύνθηκε καί πορεύθηκε στό μή ὄν, στόν ψυχικό θάνατο καί τήν ἀπώλεια.

Κατά Βλαδίμηρο Λόσκυ, ἡ μετάνοια εἶναι «μία δευτέρα γέννησις, τήν ὁποίαν ὁ Θεός παρέχει μετά τό βάπτισμα, μία δυνατότης ἐπιστροφῆς πρός τόν Πατέρα, ἡ συνεχής ἔξοδος ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, δύναμις ἡ ὁποία ἐνεργεῖ τήν μεταβολήν τῆς φύσεως ἡμῶν».[14]

 Πῶς, ὅμως, ἐπιτυγχάνεται αὐτή ἡ «Δευτέρα γέννησις», ἡ ἐπιστροφή πρός τόν Πατέρα, ἡ ἐπανάκαμψη πρός τόν Θεό; Γίνεται μέσῳ μιᾶς διαδικασίας τήν ὁποία προβλέπει ἡ φιλόστοργη Μητέρα, ἡ Ἐκλησία μας. Θά πρέπει πρωτίστως νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ μετάνοια  ἀποτελεῖ μυστήριο καί μάλιστα «ἐκ τῶν ­ὧν οὐκ ἄνευ» γιά τήν πνευματική πορεία τοῦ κάθε Χριστιανοῦ, κληρικοῦ καί λαϊκοῦ. 

Βεβαίως, ἐμεῖς συνηθίζουμε νά λέμε: «τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως» καί  αὐτό εἶναι κάπως ἐλλιπές, διότι ἡ ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ μόνο ἕνα τμῆμα (πολύ σημαντικό φυσικά) τοῦ ὅλου μυστηρίου   τῆς μετανοίας, τό ὁποῖο περιλαμβάνει, ὅπως θά δοῦμε,  καί ἄλλα μέρη. Μέσα στή μετάνοια, βεβαίως, ἐντάσσεται και ἡ ἐξομολόγηση (= ὁμολογῶ ἔξω), ἡ ἐξαγόρευση τῆς ἁμαρτίας, ὡς ἀπαραίτητη γιά τήν ἐπιστροφή μας στόν Θεό. Ἀπό τή γνωστή σέ ὅλους μας Παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ διδασκόμαστε ὅτι τό μυστήριο τῆς μετανοίας περιλαμβάνει τέσσερα στάδια.

Ὁ ἄσωτος, κατά πρῶτο λόγο, μέσα στήν τραγικότητα τῆς ἀποστασίας του «ἦλθε εἰς ἑαυτόν». Πρῶτο στάδιο,  λοιπόν, ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἡ ἁμαρτία ἔχει συνέπειες στη φύση τοῦ ἀνθρώπου, διότι δι᾿ αὐτῆς, αὐτονομεῖται ἡ ἀτομική θέληση καί φύση,  ἀλλοιώνεται ἡ προσωπική ἑνότητα, διασπᾶται ἡ «ἑνοείδεια» πού εἶχε πρό τῆς πτώσεως.

Στή συνέχεια, ὅπως βλέπουμε στήν εὐαγγελική Παραβολή, ὁ ἄσωτος ἀποφασίζει νά γυρίσει «ἐν μετανοίᾳ» στόν πατέρα του, στήν οἰκία τήν πατρική. Εἶναι τό δεύτερο στάδιο, ἡ ἀπόφαση τῆς ἐπιστροφῆς. Κατόπιν, ὁ ἀποστάστης ἔρχεται στόν εὔσπλαγχνο πατέρα καί λέγει τά γνωστά καί συνταρακτικά ἐκεῖνα λόγια: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, καί οὐκ εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου…» Αὐτό εἶναι τό τρίτο στάδιο, ἡ ἐξομολόγηση. Τό ἅγιο Χρυσοστομικό στόμα θα μᾶς πεῖ ἐν προκειμένῳ ὅτι τά ρήματα τῆς ἐξομολογήσεως, ἐξαφανίζουν, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ,  τά πράγματα τῶν ἁμαρτιῶν μας! «Ὀξεῖα ἡ μετάνοια, ἀλλ᾿ ὀξυτέρα ἡ συγχώρησις. Λέγε σύ τάς ἀνομίας σου, φησί, πρῶτος, ἵνα δικαιωθεῖς. Διά πραγμάτων ἤμαρτες, καί διά ρημάτων μετανόει».[15]

Σέ μία ἐπιστολή του περί ἐξομολογήσεως, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος μᾶς προτρέπει νά τρέχουμε στόν πνευματικό πατέρα πού εἶναι ἰατρός τῆς ψυχῆς! Νά φανερώνουμε  σ᾿ αὐτόν τόν ἰό τῆς ἁμαρτίας, βγάζοντας τό δηλητήριο ἀπό τήν ψυχή μας καί νά δεχόμαστε τό ἀντίδοτο, τά ἐπιτίμια (τόν λεγόμενο «Κανόνα») πού εἶναι τά φάρμακα τῆς μετανοίας, καί ὅλα αὐτά να τά πράττουμε μέ θερμή πίστη, ἀγωνιζόμενοι  μέ φόβο Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας.

 «Εὐθύς πρός τόν πνευματικόν ἰατρόν δράμωμεν, καί τόν ἰόν τῆς ἁμαρτίας διά τῆς ἐξαγορεύσεως  ἐξεμέσωμεν, τό δηλητήριον αὐτῆς ἀποπτύσσαντες, καί ὡς ἀντιφάρμακον, τά διδόμενα τῆς μετανοίας ἐπιτίμια σπουδαίως παρ᾿ αὐτοῦ λάβωμεν καί μετά πίστεως ἀεί θερμῆς ταῦτα ἐπιτελεῖν καί ἐν φόβῳ Θεοῦ ἀγωνισώμεθα». [16],

Τόν δέ πνευματικό μας πατέρα, θά πρέπει νά θεωροῦμε ὡς πολύτιμο ἄνθρωπο στή ζωή μας, ὡς ἰατρό τῆς ψυχῆς, ὡς πατέρα στοργικότατο, ὡς διδάσκαλο καί μυσταγωγό, ὡς «περάτη Μωυσῆ», ὁ ὁποῖος μᾶς περνάει ἐν Χριστῷ, ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου (ἁμαρτία) στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τή ζωή τῆς Χάριτος, μέ τήν ἀπελευθέρωση ἐκ τοῦ ζυγοῦ τῶν παθῶν.

Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ μυστηριακή μετάνοια, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν ἐξομολόγηση στόν πνευματικό πατέρα, διότι  δι᾿ αὐτῆς γίνεται ἡ ἐπανασύνδεση τοῦ μετανοήσαντος ἁμαρτωλοῦ στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, ἐμφαίνεται καί ὁ ἐκκλησιολογικός καί κοινωνικός χαρακτῆρας τῆς μετανοίας. Εἶναι ὑπόθεση ὄχι μόνο ἀτομική, ἀλλά κυρίως κοινωνική, μέ τήν ἔννοια τῆς ἐπανεντάξεως τοῦ ἀνθρώπου στήν «Κοινωνία τῶν Ἁγίων», τήν Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Καί εἶναι σημαντικό νά γνωρίζουμε ὅτι ὅπως ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα τραῦμα στή δομή τοῦ κόσμου,  ἔτσι καί ἡ ἐξομολόγηση, ὡς τελική ἔκφραση τῆς μετανοίας, ἀποτελεῖ τήν ἀναίρεση τῆς τρωθείσης ἑνότητος καί τήν ἀποκατάσταση τῆς συμαντικῆς κοινωνίας.[17] Καί ἡ ἀπόδειξη βρίσκεται στή γνωστή Εὐαγγελική ρήση: «χαρά ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».[18]

Καί τέλος, ὁ Ἄσωτος τῆς Παραβολῆς, λαμβάνει τή συγχώρηση ἀπό τόν εὔσπλαγχνο πατέρα, τό ὁποῖο λαμβάνει χώρα στήν περίπτωση τοῦ κάθε μετανοοῦντος ἀνθρώπου, καί αὐτό ἀποτελεῖ τό τέταρτο στάδιο τῆς μετανοίας.

Μέ αὐτόν τόν τρόπο  καί τά ἀνωτέρω στάδια, ὅπως συνοπτικά παρουσιάστηκαν ἐδῶ, ἐκδιπλώνεται ἐνώπιόν μας αὐτό τό μέγιστο καί  σωτήριο μυστήριο  τῆς μετανοίας, στήν ὁποία μονίμως μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, ἰδιαιτέρως κατά τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου, ὅπως εἴπαμε.

Πῶς, ὅμως, βιώνεται ὑπαρξιακά ἡ μετάνοια; Ὡς νέκρωση καί ταυτόχρονα ἀνάσταση! Ὡς μία πλήρης κατάδυση μέσα στό βάπτισμα, θά λέγαμε, τῆς ζωῆς αὐτῆς καί μία ἀνάσταση  στήν καινή ζωή…Αὐτό βλέπουμε στήν Παραβολή τοῦ Ἀσώτου, ὁ ὁποῖος «νεκρός ἦν καί ἀνέζησε». Ἄν δέν βιώσουμε ἔτσι τή μετάνοια, ἀλλά μείνουμε ἁπλῶς στήν ἐξωτερική περιστολή κάποιων κακῶν συνηθειῶν καί στήν προσωρινή στροφή τοῦ πηδαλίου τῆς ὑπάρξεώς μας πρός μία ἄλλη κατεύθυνση, τότε δέν θά αἰσθανθοῦμε ποτέ στό ἐσώτερο εἶναι μας τό μεγαλεῖο τῆς μετανοίας, ὅπως τό αἰσθάνθηκαν τόσοι καί τόσοι μετανοοῦντες, οἱ ὁποίοι ἀναφέρονται στά  ἱερά Εὐαγγέλια καί τά Πατερικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας. 

Ἡ στενότητα τοῦ χώρου δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά μακρυγορήσουμε, μέ τή χρήση παραδειγμάτων, ἀναφερόμενοι στά πρόσωπα τῆς μετανοίας, στούς τρόπους μέ τούς ὁποίους αὐτή ἐκφράζεται,  στίς στάσεις καί  τούς λόγους τῆς μετανοίας κ.ἄ.

Εἶναι ἀνάγκη, πάντως, νά κατανοήσουμε ὅτι γιά κάθε ἄνθρωπο, εἴτε ζεῖ στίς καταστάσεις τῆς μεγαλύτερης ἁμαρτίας, εἴτε βιώνει τίς  ὑψηλές καί οὐράνιες ἐμπειρίες, ἡ μετάνοια εἶναι τό ἀπαραίτητο στοιχεῖο, τό προσδιοριστικό τῆς πνευματικῆς  του ζωῆς.

Εἴθε μέσα στήν κατανυκτική αὐτή περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, μέ τίς τόσες πνευματικές εὐκαιρίες, στίς ὁποῖες εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ ψυχή τοῦ καθενός μας, νά βιώσουμε ὅσο γίνεται τήν σωτήριο μετάνοια, ὡς ἀνάσταση τῆς ψυχῆς,  ὡς  ἐπώδυνο ἀντίκρυσμα τῆς ἀλήθειας, ὡς πορεία τῆς ἐσώτερης ὑπάρξεώς μας πρός τόν ὑπερβατικό κόσμο καί ὡς αἴσθηση τῆς μυστικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας.  





[1] Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἔργα, ΕΠΕ 5, 112.
[2] ὅπ. π., σ. 72.
        [3] Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Κεφάλαια  ἑκατόν πεντήκοντα, 57, Φιλοκαλία, Δ΄, 155.
        [4] Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον, Ὁμιλία  10, MPG. 57, 90.
        [5]Βλ. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἀγιορείτου,  Ἐξομολογητάριον, σελ. 94.
         [6] Συμεών Ν. Θεολόγου, Κατηχήσεις, Ε΄.
[7] Ἀββᾶς Ἡσαΐας. Βλ. Π. Β. Πάσχου, Ἀγωνία και κατάνυξη, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας (Γ΄), σελ. 135.
[8] Βλ. «ΚΛΙΜΑΞ» Ἰω. Σιναΐτου, ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου, σ. 118-119.
[9] Βλ. π. Ἰω. Ρωμανίδου, Τό προπατορικόν ἀμάρτημα, ἐκδ. Δόμος (Β΄), σ. 168.
           [10] Ἀββᾶ Δωροθέου, Διδασκαλία Ζ΄, MPG. 88, 1700D.
           [11] Βλ. Ἀν. Κεσελόπουλου, Πάθη καί ἀρετές στή διδασκαλία Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἔκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1982, σελ. 82.
[12] Βλ. Πρός Θαλάσσιον περί διαφόρων ἀπόρων, MPG.90, 644 BC: «Ὅτι τήν εἰς τό μή ὄν ἀπογένεσιν δέξασθαι τήν τῶν γεγονότων φύσιν προσδοκῶν ὁ διάβολος, ἠγωνίσατο τῆς θείας ἐντολῆς παραβάτην δεῖξαι τόν ἄνθρωπον».
[13] ΕΠΕ 61, 478.
           [14] VLADIMIR LOSSKY, «Ἡ μυστική Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας», πέμπτη ἔκδοση, σελ. 242.
[15] Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τήν ἐπιγραφήν τοῦ Ν΄ Ψαλμοῦ, στ΄, MPG. 55, 573.
[16] Ἁγίου Συμεών Ν. Θεολόγου, Ἐπιστολή Α΄, Περί ἐξομολογήσεως, 6, Ἔργα, Γ΄, σελ. 428.
[17] Ἡλία Βουλγαράκη, Σκέψεις γιά τήν ἐξομολόγηση, Περιοδικό Σύναξη, 25, 1988.
[18] Λουκ. 15, 17.

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΤΙΣΤΟΝ ΚΑΛΛΟΣ (α)

Η ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ



π. Νικηφόρου Νάσσου



Η ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Κατά τήν ὀρθόδοξη δογματική Διδακαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄλλη εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού ἀνήκει στή σφαῖρα τῆς Θεολογίας καί ἄλλη ἡ πρός τά ἔξω κίνησή της (ὅπως μποροῦμε νά ποῦμε ἀνθρωποπρεπῶς), πού συνιστᾶ τήν οἰκονομία. Ἡ Θεολογία ἔχει να κάνει μέ τό ἄκτιστο, τό ἀΐδιο (δηλαδή αὐτό πού δέν ἔχει οὔτε ἀρχή οὔτε τέλος), τό ἄχρονο, τό προαιώνιο. Ἡ οἰκονομία ἀναφέρεται στό ἔγχρονο καί κτιστό καί ἐγκόσμιο, ὅπου ἔγινε ἡ φανέρωση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ καί ἡ πραγμάτωση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ.

Ἡ λεγομένη «ἐξωτερική κίνηση» τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς δημιουργίας καί ἔπειτα καί τῆς ἀπολυτρώσεως, μέ κοινή φυσική ἐνέργεια τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Ὁ Πατήρ, δι᾿ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα» κατά τή γνωστή στούς μελετητές, δογματική ἔκφραση τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.[1] Ὁ προαιώνιος Θεός, ἔκτισε τούς αἰῶνες τῶν πνευμάτων, τόν κόσμο, τόν ἄνθρωπο, σέ διαδοχικές φάσεις, ἀφοῦ ἡ κτίση στό σύνολό της εἶναι ἐξελικτική.[2] (Αὐτό, βεβαίως, δέν ἔχει καμία ταύτιση μέ τήν πλανεμένη καί ἀντιεπιστημονική ἐξελικτική θεωρία τοῦ Δαρβίνου).

Ὅλη ἡ κτίση, ὁρατή καί ἀόρατη, εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ «ἐκ τοῦ μή ὄντος», χωρίς προϋπάρχουσα ὕλη, μόνο ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Δέν προέρχεται ἡ κτίση ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως δίδασκαν οἱ φιλόσοφοι[3], θεωρώντας ὅτι τά κτίσματα συνυπάρχουν μέ τόν Θεό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τήν βουλητική ἐνέργειά Του! Σαφέστατα τό ξεκαθαρίζει ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (7ος αἰ.), ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γράφοντας ὅτι ὁ Θεός, «οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ τήν κτίσιν παρήγαγεν, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ μή ὄντως εἰς τό εἶναι θελήματι». [4]

Ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια, ἡ «πρός τά ἔξω κίνηση» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παράγει τή δημιουργία ἐν χρόνῳ, μᾶλλον μέ τόν χρόνο, ἀφοῦ ὁ χρόνος δημιουργήθηκε συμφυής μέ τόν κόσμο, κατά τόν Μ. Βασίλειο.[5] Αὐτή ἡ δημιουργία, εἶναι «ἑτερούσια» ἀπό τόν Θεό, δηλαδή δέν προέρχεται ἀπό τήν οὐσία Του ἀλλά ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του.

Τό ὑπογραμμίζει αὐτό ἡ Θεολογία, ἐκφράζοντας ρητά τή σχέση ὄντος καί μή ὄντος, ἀκτίστου καί κτιστοῦ, οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργειῶν Αὐτοῦ. Και θά ποῦμε ἐπ εὐκαιρία ὅτι εἶναι πολύ θεμελιώδης γιά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία ἡ διάκριση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, γιά νά τονιστεῖ ὅτι μέσα στό κτιστό συμπεριλαμβάνονται καί τά αἰσθητά καί τά νοερά, τά πάντα, ὡς δημιουργήματα τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ.

Ἀντίθετα, στή φιλοσοφία (βλ. Πλάτωνα κ.ἄ.), ὅπου ἰσχύει ἡ διαρχική ἀντίληψη περί κόσμου, τονίζεται ἡ αὐθυπαρξία δύο κόσμων, τοῦ αἰσθητοῦ καί τοῦ νοητοῦ. Ὁ αἰσθητός κόσμος εἶναι ἕνα «ρέον γίγνεσθαι», ὁ δέ νοητός εἶναι ἄφθαρτος καί ἀθάνατος καί ἔτσι θεωρεῖται καί ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, ὡς ἀνώλεθρη καί κατά φύσιν ἀθάνατη.[6] Γι᾿ αὐτό καί γίνεται λόγος ἐκεῖ περί τῆς πτώσεως τῶν πνευμάτων - ψυχῶν ἀπό τόν ἀγέννητο κόσμο τῶν Ἰδεῶν καί τῆς ἔνεκα τιμωρίας των περικλείσεως στά σώματα σάν σέ φυλακή κλπ., ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία μας πιστεύει, κατά τήν θεία Ἀποκάλυψη ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κατά Χάριν ἀθάνατη, ἀφοῦ μετέχει στήν Ἀθανασία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά περί ψυχῆς, θά γίνει λόγος στό ἑπόμενο Κεφάλαιο.

Ἐπανερχόμαστε στή δημιουργία καί τόν κόσμο καί ὑπογραμμίζουμε ὅτι, κατά τούς Πατέρες, τίποτε δέν μεσολαβεῖ μεταξύ Θεοῦ - Δημιουργοῦ καί κτίσεως, ὁρατῆς καί νοερᾶς, παρά μόνο ἡ ἀΐδιος βουλή τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια, προκειμένου νά κτιστοῦν ἤ νά κτίζονται διαρκῶς τά πάντα. Ἡ Θεολογία ἐν προκειμένῳ, διά τῶν Πατέρων (λ.χ. Καππαδόκες, ἱερός Χρυσόστομος, ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής κ. ἄ.), ὁμιλεῖ γιά τούς «λόγους τῶν ὄντων», οἱ ὁποῖοι ἀποκαλοῦνται ὡς τά ἄκτιστα, τά «ἀγαθά θελήματα τοῦ Θεοῦ»[7], ἤ προορισμοί, ἤ οὐσιοποιοί παράγοντες. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων, ὑπάρχουν αἰώνια μέ τόν Θεό, ὡς προτυπωμένποι λόγοι τῆς θείας θελήσεως.

Εἰδικά γιά τούς λόγους τῶν ὄντων κάνει λόγο ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ἡ δημιουργία δέν εἶναι στατική, ἀλλά δυναμική πραγματικότητα, διότι ἔχει ξεκινήσει ἀπό προϋπάρχοντες λόγους. Ἄν καί ὅλα τά ὄντα προῆλθαν ἀπό τό μή ὄν κατά τήν ἀγαθή βούληση τοῦ Θεοῦ, κατά τήν σκέψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου, προϋπῆρχαν ἀϊδίως, στόν ἕνα Λόγο, τόν Θεό. Κάθε κτιστό, δημιουργήθηκε σύμφωνα μέ τόν ἀντίστοιχο λόγο, καί αὐτός εἶναι πού ὁρίζει τόσο τή γέννησή του, ὅσο καί τήν οὐσία του. Γράφει ὁ ἱερός Πατήρ σχετικά: «Τούς γάρ λόγους τῶν γεγονότων ἔχων πρό αἰώνων ὑφεστῶτας βουλήσει ἀγαθῇ κατ᾿ αὐτούς τήν τε ὁρατήν καί ἀόρατον ἐκ τοῦ μη ὄντος ὑπεστήσατο κτίσιν».[8]

Εἶναι λοιπόν βέβαιο ὅτι «κτίση και ἱστορία, πράγματα καί γεγονότα εἶναι θεῖα θελήματα, ἀποτελέσματα τῆς θείας βουλητικῆς ἐνεργείας. Τά πάντα ἀρχιτεκτονοῦνται, διαρθρώνονται καί ὑπάρχουν μέ λόγο καί λογικότητα. Λόγος καί λογικότητα βρίσκονται στή δομή κάθε πράγματος, καί ἐξασφαλίζουν τήν ἑνότητα μέ τίς θεῖες ἐνέργειες καί μεταξύ τους». [9]

Πάντως, ὅλη ἡ κτίση, αἰσθητή καί νοητή, κατά τήν Πατερική θεολογία, μέ τή διαβάθμιση καί ἱεράρχηση τῶν ὄντων (αἰῶνες[10], πνεύματα, κόσμος, ἄνθρωπος), ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ ὄντος, τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπως τό λέγει στό περισπούδαστο ἔργο του «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου» ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου: «Πᾶσα τοίνυν ἡ φύσις, ἡ ἀπό τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων διήκουσα, μία τις τοῦ ὄντος ἐστίν εἰκόνα».[11] Καί ὅλη ἡ κτίση, ὁλόληρη ἡ συμπαντική πραγματικότητα, ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα μέ πολλά μέλη πού μετέχουν στίς θεῖες ἐνέργειες, κατ᾿ ἀναλογίαν πρός τή δεκτικότητά τους.[12]

Γεγονός, πάντως, εἶναι, ὅτι ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ πατρολόγος καθηγητής Π. Χρήστου, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ διήκει ὄχι ἁπλῶς δι᾿ ὅλης τῆς κτίσεως, ἀλλά καί δι᾿ ὅλης τῆς ἱστορίας. Λογικά και ἄλογα, ἀθάνατα καί θνητά, οὐράνια καί ἐπίγεια ἀπολαύουν ὅλα τῆς χορηγίας τοῦ Λόγου καί μέ Αὐτόν τόν τρόπο διατηροῦνται στήν ὕπαρξη καί τήν ζωή. Ἀλλά ὁ βίος τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἐκεῖνος πού διαπερᾶται ἰδιαιτέρως ἀπό τίς ἀκτῖνες καί τήν προνοϊκή ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. [13] 

Ἄς προχωρήσουμε ὅμως, μετά ἀπό τά σχετικά μέ τήν ὅλη δημιουργία, στό «τιμιώτατον Θεῷ κτῆμα καί οἰκειότατον», δηλαδή τόν ἄνθρωπο, ὅπως τόν ὀνομάζει ὁ Ἀετός τῆς Θεολογίας, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός.[14]



ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΤΙΣΤΟΝ ΚΑΛΛΟΣ (β)

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΡΩΠΟΥ 

Ἡ δημιουργία, ὅπως παρουσιάζεται μέσα ἀπό τίς «χρυσές» σελίδες τῆς θείας Γραφῆς, βαίνει ἀπό τά κατώτερα στά ἀνώτερα, ἀπό τά ἀτελῆ πρός τά τελειότερα. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔγινε αὐτός ὁ ὁρατός κόσμος, τό παγκαλέστατο βασίλειο[15], ἦρθε τελευταῖος «εἰς ὕπαρξιν» καί ὁ ταχθείς ὑπό Θεοῦ ἐπίγειος βασιλεύς καί ἐξουσιαστής, ὁ ἄνθρωπος. 

«Καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπό τῆς γῆς, καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν»! [16]

Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, εἶναι σύνδεσμος τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἀοράτου κόσμου, μεικτός ὡς πρός τήν φύση του, αἰσθητός καί νοητός. «Διπλοῦν τοῦτο τό ζῶον, - θά σημειώσει ὁ ἱερός Χρυσόστομος -, ὁ ἄνθρωπος λέγω..καί ἐν οὐρανῷ και ἐν γῇ συγγένειαν ἔχων· διά μέν γάρ τῆς νοητῆς οὐσίας, κοινωνεῖ ταῖς ἄνω δυνάμεσι, διά δε τῆς αἰσθητῆς τοῖς τῆς γῆς συνῆπται πράγμασι, σύνδεσμος τις ὤν ἀκριβής ἑκατέρας τῆς κτίσεως».[17]

Ὁ ἄνθρωπος «σύγκειται», ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, ὡς γνωστόν.

Ὀλίγα θά σημειώσουμε περί τῆς ψυχῆς, τήν ὁποία δημιούργησε τό ἐνεργειακό ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ, πρός ἐνημέρωσιν τῶν ἀναγνωστῶν. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό πού ἐκφράζει τήν ὅλη Παράδοση, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «οὐσία ζῶσα, ἁπλή, ἀσώματη, ἀόρατη κατά τή φύση της στά σωματικά μάτια, λογική καί νοερή, ἀσχημάτιστη, ἐνῶ χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο τό σῶμα καί παρέχει σ᾿ αὐτό ζωή καί αὔξηση και αἴσθηση καί γέννηση…αὐτεξούσια, θελητική καί ἐνεργητική, τρεπτή, δηλαδή ἐθελότρεπτη, γιατί εἶναι κτιστή, ἀφοῦ ὅλα αὐτά τά ἔχει πάρει κατά φύση ἀπό τη χάρη τοῦ Δημιουργοῦ της, ἀπό τήν ὁποία πῆρε τό εἶναι καί τό κατά τή φύση της ἔτσι εἶναι». [18]

Καί ὁ Γρηγόριος Νύσσης, μέ τά ἴδια περίπου λόγια θά ὁρίσει τήν ψυχή, λέγοντας ὅτι εἶναι «οὐσία κτιστή, ζῶσα, νοερά, μεταδίδουσα στό ὀργανικό και αἰσθητό σῶμα ζωτική δύναμη καί ἀντιληπτική τῶν αἰσθητῶν, ἕως ὅτου βέβαιαι παραμένει τό σῶμα στή ζωή». [19]

Ὑπάρχουν τρεῖς θεωρίες περί τῆς προελεύσεως τῆς ψυχῆς. Ἡ πρώτη, εἶναι ἡ θεωρία τῆς προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, τοῦ Πλάτωνος, πού ὁδηγεῖ στόν κύκλο τῶν μετενσαρκώσεων κλπ. και ὅπως γνωρίζουμε, τίς ἀπόψεις αὐτές τίς κατεδίκασε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς[20]. Ἀντίκειται δε ἡ θεωρία αὐτή στη Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία ρητῶς λέγει ὅτι ἡ ἁμαρτία ἔγινε ἀπό τόν ψυχοσωματικό ἄνθρωπο.

Ἡ δεύτερη, εἶναι ἡ θεωρία τῆς μεταφυτεύσεως τῆς ψυχῆς, τῆς μεταδόσεως μέσα ἀπό τήν συνάφεια τοῦ ἄνδρα μέ τήν γυναίκα, ἡ ὁποία καί αὐτή δέν εἶναι ὀρθή, διότι, ἄν αὐτό συνέβαινε, τότε ἡ ψυχή θά ἦταν κατ᾿ ἀνάγκη σωματική καί σύνθετη, διαλυτή καί θνητή, ὅπως τό σῶμα. Ἡ τρίτη, ἡ ὁποία καί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θέση περί τῆς προελεύσεως τῆς ψυχῆς, εἶναι ὅτι ἡ ψυχή δημιουργεῖται, «κτίζεται» ἄμεσα ἀπό τόν Θεό. Ἄλλωστε, ἡ ἴδια ἡ Γραφή λέγει χαρακτηριστικά τή φράση: «Ὁ πλάσας κατά μόνας τάς καρδίας αὐτῶν»[21], καί ἑννοεῖ, σύμφωνα μέ τούς ἑρμηνευτές ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος δημιουργεῖ τήν κάθε ψυχή ξεχωριστά, ἰδιαίτερα, καί ὄχι ὅλες μαζί. Ὁ Θεός, ὅπως παρήγαγε τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἔτσι χάρισε «διά τοῦ ἐμφυσήματος» τήν ἀσώματη καί λογική ψυχή – ζωτική δύναμη.[22]

Ταυτόχρονη εἶναι ἡ δημιουργία ψυχῆς καί σώματος, ὅπως ἡ Πατερική μας Παράδοση στό σύνολό της τονίζει.[23] Εἶναι δέ ἀλήθεια ὅτι ἡ ψυχή ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τῆς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐνεργείας καί τό σῶμα τό μέσον διά τοῦ ὁποίου ἐκδηλώνεται ἡ ἐν λόγῳ ἐνέργεια.

Ἡ ψυχή δέν εἶναι σέ κάποιο συγκεκριμένο μέρος τοῦ σώματος, ἀλλά εἶναι σκορπισμένη παντοῦ μέσα σέ αὐτό, καί ὅπως λέει ἕνα Πρωτοχριστιανικό Κείμενο τοῦ Β΄μ. Χ. αἰ., ἡ πρός Διόγνητον ἐπιστολή, ἡ ψυχή «διά παντός ἐκκέχυται τοῦ σώματος». Δέν κρατεῖται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἡ ψυχή κρατεῖ τό σῶμα. «Χωρεῖ ἡ ψυχή δι᾿ ὅλου τοῦ σώματος καί οὔκ ἔστι μέρος φωτιζόμενον ὑπ᾿ αὐτῆς, ἐν ᾧ μή ὅλη πάρεστι», ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος Νύσσης, Γρηγόριος.

Ἡ ψυχή, ἔχει ἀρχή ἀλλά δέν ἔχει τέλος καί εἶναι προορισμένη νά ζεῖ αἰωνίως, στό διηνεκές. Ἀναχωρεῖ προσωρινά ἀπό τό σῶμα κατά τόν βιολογικό θάνατο, ἀλλά κατά την Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία, πάλι θά ἑνωθεῖ μέ τό ἀναστημένο σῶμα (τό ὁποῖο θά ἔχει ἀποβάλει τή φθορά καί τή θνητότητα) καί θά «συνδιαιωνίσει τό σῶμα» ὅπως μποροῦμε νά ποῦμε, δηλ. θά ζήσει μαζί μέ αὐτό, εἴτε στήν Αἰώνια Μακαριότητα, εἴτε στήν Αἰώνια Κόλαση, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο πού ἔζησε ὁ ἄνθρωπος στή ζωή αὐτή. 

Δέν θά ἀναφερθοῦμε ἐδῶ στό μεγάλο θέμα περί τῶν ἰδιοτήτων, τῶν μερῶν, τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς (ὅπως λ. χ. περί τοῦ «νοῦ» πού εἶναι ὁ «ὀφθαλμός»» της) κλπ., ἀφοῦ τό θέμα πού ἐδῶ ἐξετάζουμε εἶναι γενικά περί ἀνθρώπου, μέσα στό πλαίσιο τῆς ὅλης δημιουργίας τοῦ Πανσόφου Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Θά προχωρήσουμε, γιά νά παρασχεθεῖ ἀπάντηση στό διατυπούμενο κατά καιρούς ἑρώτημα, τό γιατί τῆς δημιουργίας, ὅσον ἀφορᾶ στόν ἄνθρωπο, διότι γιά τήν ὅλη δημιουργία δέν διατυπώνεται τέτοιου εἶδους ἀπορία καί προβληματική. Πολλές φορές ἀκούγεται ἀπό τά χείλη τῶν ἀνθρώπων αὐτό τό ἐρώτημα, γιατί μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός; Κάποιες φορές βεβαίως, πίσω ἀπό τήν διατυπούμενη αὐτή ἀπορία ὑποκρίπτεται μιά ὄχι καί τόσο ἀγνή καί εὐγνώμων διάθεση πρός τόν Δημιουργό τοῦ παντός…

Ἀκοῦμε, μάλιστα, ἐνίοτε, κυρίως ἀπό ἀνθρώπους πονεμένους, στενάζοντας ὑπό τό βάρος τῶν ποικίλων θλίψεων, ἤ ὑπό τό ἔρεβος τῶν παθῶν νά ἀναφωνοῦν: «Γιατί, Θεέ μου, μέ ἔφερες στόν κόσμο αὐτόν; γιά νά ὑποφέρω καί νά βασανίζωμαι»; 

Ἡ Πατερική Θεολογία, μᾶς δίνει τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ γιατί τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. 

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἐκ τῶν μεγάλων Καππαδοκῶν Πατέρων, στόν περίφημο Κατηχητικό του λόγο, μᾶς λέει ὅτι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀπό κάποια ἀνάγκη ἤ ἔλλειψη, ἀλλά τόν ἔπλασε ἀπό μεγάλη ἀγάπη, διότι ἔπρεπε τό φῶς τοῦ Θεοῦ νά μή μένει ἀθέατο καί ἡ δόξα Του νά μή μένει ἄγνωστη! Δημιούργησε δηλαδή τό ἀνθρώπινο γένος, γιά ν᾿ ἀπολαμβάνουν, λέγει, καί ἄλλα ὄντα τήν ἀγάπη Του καί νά μή μένουν οἱ ἄλλες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀργές, χωρίς νά ὑπάρχει κάποιος πού νά μετέχει σ᾿ αὐτές καί νά τίς χαίρεται! 

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας θά γράψει ὅτι ἦταν ἀνάγκη, ὁ κατά φύσιν ἀγαθός Θεός καί Δημιουργός μας, πού εἶναι αὐτό τό ἴδιο τό ἀγαθό, νά καθίσταται γνωστό καί πρός ἐμᾶς. «Ἔδει γάρ, ἔδει τόν τῶν ὅλων Δημιουργόν ἀγαθόν ὄντα κατά φύσιν, μᾶλλον δέ αὐτό τό ἀγαθόν τοῦθ᾿ ὅπερ ἐστί, καί πρός ἡμᾶς γινώσκεσθαι». [24]

Ἀνάλογα ἐκφράζονται καί ἄλλοι Πατέρες, ὅπως ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός κ.ἄ.

Πολύ θερμά καί μέ πνευματική τρυφερότητα ἐκφράζεται στίς «Ἐξομολογήσεις» του ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος, ἐπίσκοπος Ἱππῶνος: «Μᾶς ἔπλασες γιά Σένα καί οἱ καρδιές μας ἀδημονοῦν μέχρι ν᾿ ἀναπαυθοῦν σέ Σένα»!.. 

Βασιλεία Αἰώνια ἑτοίμασε γιά μᾶς ὁ Θεός! Εἶναι μικρό δῶρο αὐτό;

Πόσο σπουδαῖο πρᾶγμα θεωρεῖται στόν κόσμο μας τό γεγονός, νά ἀναλαμβάνει μέ εὐθύνη του ἕνας ἐπίγειος βασιλεύς ἤ μεγάλος κοσμικός ἄρχοντας τή ζωή κάποιου, νά τόν φροντίζει ἰσοβίως, νά τόν προορίζει γιά διάδοχό του, νά τοῦ ἔχει ἑτοιμάσει μιά τεράστια περιουσία, νά κατασκευάζει μιά πολυτελέστατη κατοικία ὥστε νά τόν καταστήσει ἐκεῖ μόνιμο κάτοικο καί κληρονόμο τῶν πολλῶν του ἀγαθῶν… 

Πόσο ἀνώτερο, ὅμως, εἶναι τό νά μᾶς φέρνει ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, «ἐξ οὐκ ὄντων», ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν ἁπάντων καί νά μᾶς προορίζει γιά μιά Βασιλεία ἀδιάδοχη καί ἀτελείωτη, τῆς ὁποίας τά ἀγαθά δέν περιγράφονται καί δέν τά «χωρεῖ» ἀνθρώπινος νοῦς;

Ὁ ἄνθρω­πος, κα­τά τόν φω­στῆρα τῆς Δα­μα­σκοῦ, εἶναι σύν­δεσμος τῆς ὁρατῆς καί τῆς ἀο­ρά­του φύ­σε­ως, εἶναι «ζῶον ἐνταῦθα οἰκο­νο­μού­με­νον καί ἀλλα­χοῦ με­θι­στά­με­νον καί πέ­ρας τοῦ μυ­στη­ρί­ου, τῇ πρός Θε­όν νεύ­σει θε­ού­με­νον»[25], δη­λα­δή εἶναι ἕνα ὄν, τό ὁποῖο δια­τρί­βει ἐδῶ στόν πα­ρό­ντα κό­σμο, ἀλλά ἔχει τήν προ­ο­πτι­κή τῆς μετα­στάσε­ως σέ ἕναν ἄλλο κό­σμο, καί τό τέ­λος αὐτοῦ τοῦ μυ­στη­ρί­ου εἶναι ἡ θέ­ω­σή του μέ προσα­να­το­λι­σμόν τόν Θε­ό (βλ. θε­ο­κε­ντρι­κό­τη­τα). Καί θε­ώ­νε­ται, βέ­βαια, μέ τή με­το­χή του στήν ἄκτι­στη ἐνέργεια τοῦ Θε­οῦ, στή Θεί­α λάμ­ψη, χω­ρίς νά με­τα­βαί­νει στήν ἀμέ­θε­κτη Θεί­α οὐσί­α: «Θε­ού­με­νον δέ τῇ με­τοχῇ τῆς θεί­ας ἐλλάμ­ψε­ως καί οὐκ εἰς τήν θεί­αν με­θι­στά­με­νον οὐσί­αν»[26].

Τόν 7ο αἰῶνα, ὁ Μέγας Ὁμολογητής τῆς Πίστεως, ἅγιος Μάξιμος, θά συνοψίσει τόν σκοπό τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου σε ἕνα ὑπέροχο χωρίο καί θά πεῖ ὅτι γι᾿ αὐτόν τόν λόγο μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, ὥστε νά γίνουμε θείας φύσεως κοινωνοί καί μέτοχοι τῆς δικῆς Του ἀϊδιότητος καί νά ὁμοιάσουμε μέ Αὐτόν διά τῆς θεώσεως. 

«Ὁ Θεός εἰς τοῦτο ἡμᾶς καί πεποίηκεν, ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως, καί τῆς αὐτοῦ ἀϊδιότητος μέτοχοι· καί φανῶμεν αὐτῷ ὅμοιοι κατά τήν ἐκ χάριτος θέωσιν, δι᾿ ἥν πᾶσα τε τῶν ὄντων ἡ σύστασις ἐστί καί ἡ διανομή· καί ἡ τῶν μή ὄντων παραγωγή καί γένεσις».[27]

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΤΙΣΤΟΝ ΚΑΛΛΟΣ (γ)

«ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ» ΚΑΙ «ΚΑΘ᾿ ΟΜΟΙΩΣΙΝ» ΘΕΟΥ.

Ἡ ὑψίστη καί μοναδική ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, πού τόν διακρίνει ἀπό κάθε ἄλλο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἔγκειται στήν «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ πλάση του!

Αὐτό ἀποτελοῦσε τό με­γα­λύ­τε­ρο, ἀγα­θό, τό ὑψη­λό­τε­ρο καί πολυτιμό­τε­ρο στοι­χεῖο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης ζωῆς τοῦ προ­πτω­τι­κοῦ ἀνθρώπου στόν ἐπίγειο Παράδεισο! Ἡ παρ­ρη­σί­α τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θε­ό καί ἡ αἴσθη­ση τῆς συγ­γε­νεί­ας μα­ζί Του, προσδιορίζεται ἀπό αὐτό τό γεγονός καί αὐτό τό μοναδικό προνόμοιο τῆς εἰκόνας καί τῆς ὁμοιώσεως, ἀφοῦ ὁ ἄνθρω­πος πλά­σθη­κε «κατ᾿ εἰκόνα» Θε­οῦ, μέ προ­ο­ρι­σμό νά φθά­ση στό «καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν», τε­λειού­με­νος στα­δια­κά. 

Θά ἀναφέρουμε λίγα καί βασικά ἐδῶ γιά τό θέμα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», καθόσον ὁ ἀγαπητός ἀναγνώστης, ἄν θέλει μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό θησαυρό τῆς Πατερικῆς θεολογίας καί ἐν γένει τοῦ κειμενικοῦ πλούτου τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἐνημερωθεῖ, ἀλλά ὑπάρχει καί ἀπό πλευρᾶς μας μιά εἰδική ἀνάλυση σέ κάποια μελέτη πού ἤδη κυκλοφορεῖται, σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη θεολογική ἀνθρωπολογία, μέ τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποιά ἡ ἀξία του, σέ τί συνίσταται τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» καί ἄλλα σχετικά μέ τό ζήτημα αὐτό. 

Γενικά μποροῦμε νά παραπέμψουμε στόν ἅγιο Ἰω­άν­νη τόν Δα­μα­σκη­νό, ὁ ὁποῖος δι­δά­σκει ὅτι ἡ λο­γι­κή καί νο­ε­ρή ψυ­χή τοῦ ἀνθρώ­που εἶναι αὐτό πού ἀπο­κα­λοῦμε Θεί­α εἰκό­να, διό­τι τό «κατ᾿ εἰκό­να» φα­νε­ρώ­νει τή νο­ε­ρή καί αὐτε­ξού­σια φύ­ση, ἐνῶ τό «καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν», τήν κα­τά τό δυ­να­τόν ὁμοί­ω­ση στήν ἀρε­τή: «Τό μέν γάρ κατ᾿ εἰκό­να, τό νο­ε­ρόν δη­λοῖ καί τό αὐτε­ξού­σιον, τό δέ καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν τήν τῆς ἀρετῆς κα­τά τό δυ­να­τόν ὁμοί­ω­σιν»[28]. 

Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ὅπως τόν ἑρμηνεύει ὁ καθηγητἠς Π. Χρήστου, ὑπάρχει διάκριση μεταξύ εἰκόνας καί ὁμοιώσεως. Ἡ εἰκόνα, ἀνήκει στήν κατηγορία τῆς φύσεως καί ὑφίσταται στό διάστημα μεταξύ «εἶναι» καί «εὖ εἶναι», ἐνῶ ἡ ὁμοίωση ἀνήκει στήν κατηγορία τοῦ προσώπου καί ἐπισημαίνει τήν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό πρόσωπο, δέν εἶναι κάτι τό ἀποτελεσμένο, ἀλλά συγκροτεῖται ἔπειτα ἀπό ἀγῶνα πού ἀποβλέπει στήν ἐξύψωση τῆς φύσεως καί στήν ὑπέρβασή της. Τό κατ᾿ εἰκόνα, μέ ἄλλα λόγια τό χαρίζει ὁ Θεός στή φύση μας, ἀλλά τό καθ᾿ ὁμοίωσιν πρέπει νά τό ἐργαστοῦμε ὡς πρόσωπα, συνεργαζόμενοι μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Στά θαυμάσια Κεφάλαια περί Ἀγάπης, διαβάζουμε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ὁ Θεός, φέροντας σέ ὕπαρξη τή νοερή καί λογική οὐσία, κοινοποίησε σ᾿ αὐτήν ἀπό ἄκρα ἀγαθότητα τέσσερα ἀπό τά θεῖα ἰδιώματα, ὡς συνεκτικά, φρουρητικά καί διασωστικά τῶν ὄντων: τό ὄν, τό ἀεί ὄν, τήν ἀγαθότητα καί τή σοφία. Προσέφερε τά δύο ἀπό αὐτά, τό ὄν καί τό ἀεί ὄν στήν οὐσία, τά δέ ἄλλα δύο στή γνωμική ἐπιτηδειότητα (την ἐλευθερία τῆς προαιρέσεως). Ἔτσι, θά κατόρθωνε καί ἡ κτίση να γίνει κατά μετουσία, ὅ,τι εἶναι ὁ Θεός κατ᾿ οὐσία. Γιά τό λόγο αὐτό λέγεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωση Θεοῦ. Κατ᾿ εἰκόνα μέν «ὡς ὄν ὄντος, καί ὡς ἀεί ὄν, ἀεί ὄντος». Καθ᾿ ὁμοίωση δέ, ὡς ἀγαθός ἀγαθοῦ καί ὡς σοφός σοφοῦ, τοῦ «κατά φύσιν ὁ κατά χάριν». Καί κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι κάθε λογική φύση, καθ᾿ ὁμοίωση ὅμως μόνο οἱ ἀγαθοί και σοφοί». [29] 

Ὡστό­σο, οἱ Θε­ο­λό­γοι γνω­ρί­ζουν ὅτι ὑπάρ­χει μί­α ποι­κι­λί­α ὁρι­σμῶν καί ἑρμη­νειῶν πε­ρί τοῦ «κατ᾿ εἰκό­να» καί «καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν» ἀπό πλευρᾶς τῶν Πα­τέ­ρων καί ἑρμη­νευτῶν. Ἔτσι, λ.χ. «ὁ ἱε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, μα­ζί μέ τόν Μ. Βα­σί­λειο καί τόν Γρη­γό­ριο Νύσ­σης, ὡς κατ᾿ εἰκό­να ἐκλαμβά­νει τό λο­γι­κόν ἤ νο­ε­ρόν»[30]. Ἄλλο­τε, τό «κατ᾿ εἰκό­να» ἀνα­φέ­ρε­ται στήν ψυ­χή τοῦ ἀνθρώ­που, στό «νο­ε­ρόν αὐτοῦ», ἄλλο­τε στό «βα­σι­λι­κόν» ἀξί­ω­μα καί τό αὐτε­ξού­σιον, ἄλλο­τε πά­λι καί στό σῶμα, στόν ὅλο ἄνθρω­πο, ἀφοῦ καί τό σῶμα «συμ­με­τεῖχεν εἰς τήν εἰκό­να», εἶχε δη­μιουρ­γη­θεῖ «κατ᾿ εἰκό­να» τοῦ Θεί­ου Ἀρχε­τύ­που, Ἰη­σοῦ Χρι­στοῦ. 

Ἦταν, λοι­πόν, με­γά­λη ἡ ἀξί­α πού ἔλα­βε ὁ ἄνθρω­πος ἀπό τόν Θεῖο Δη­μιουρ­γό Του, ὁ Ὁποῖος τόν ἐτί­μη­σε μέ τήν εἰκό­να Του καί μέ τή δυ­νατότη­τα τῆς ἐν Χά­ρι­τι ὁμοιώ­σε­ως μέ Αὐτόν. Σχετικά μέ τό δῶρο τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», θά παραθέσουμε καί ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στό ὁποῖο ὁ μέγας Θεολόγος τοῦ 14ου αἰῶνος διδάσκει ὅτι μόνος ὁ ἄνθρωπος ἀπό ὅλη τήν κτίση εἶναι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα τοῦ θείου πλάστου καί Δημιουργοῦ. Αὐτό ἔγινε, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά βλέπει τόν Θεό, Αὐτόν νά ἀγαπᾶ, Αὐτοῦ καί μόνο νά εἶναι μύστης καί προσκυνητής καί μέ τήν πρός τόν Θεό πίστη καί νεύση καί διάθεση νά διατηρεῖ αὐτό το κάλλος Του. Ὅλα τά ἄλλα, ὅσα ἔχει ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός (αἰσθητά), ὁ ἄνθρωπος νά τά θεωρεῖ κατώτερα ἀπό τόν ἑαυτό του καί ὁλότελα στερημένα νοῦ. «Μόνος γάρ ἁπάντων ἐπιγείων τε καί οὐρανίων ἐκτίσθη κατ᾿ εἰκόνα τοῦ πλάσαντος, ὡς πρός ἐκεῖνον ὁρῲη καί αὐτόν ἀγαπῲη, κἀκείνου μόνου μύστης καί προσκυνητής εἴη∙ καί τῇ πρός αὐτόν πίστει καί νεύσει καί διαθέσει, τήν οἰκείαν καλλονήν συντηρείη. Πάντα δέ τ᾿ ἄλλα, ὅσα γῆ καί οὐρανός ὅδε φέρει, κατώτερα ἑαυτοῦ εἰδείη καί νοῦ παντάπασιν ἄμοιρα »[31]. 

--------------------------------------------------------------------------------
[1]MPG. 26, 596

[2] Ν. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, Β΄, σελ. 185. 

[3] Ὁ Πλάτων, ὡς γνωστόν, θεωροῦσε τόν Θεό ὡς διακοσμητή τοῦ σύμπαντος καί ὄχι δημιουργό. Οἱ φιλόσοφοι θεωροῦν ὡς δημιουργία ὅ,τι παράγεται ἤ πολλαπλασιάζεται, ἤ μεταπλάσσεται, προέρχεται ἀπό τήν οὐσία αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ὑλικοῦ ἤ πνευματικοῦ. Βλ. Ν. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τόμ Γ΄σελ 155. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής γράφει ὅτι αὐτός εἶναι ὁ λόγος τῶν φιλοσόφων, τό νά θεωροῦν τόν Θεό, δημιουργό τῶν ποιοτήτων, ἐνῶ ἐμεῖς τόν πιστεύουμε ὀρθῶς ὡς δημιουργό τῶν οὐσιῶν. Βλ. Κεφάλαια Περί ἀγάπης, MPG. 90, 1049A καί 1025Β.

[4] Κατά Μανιχαίων διάλογος, MPG. 94, 1512B. 

[5] Εἰς τήν Ἑξαήμερον, MPG. 29, 12B: «Συμφυής ἄρα τῷ κόσμῳ καί τοῖς ἐν αὐτῷ ζώοις τε καί φυτοῖς ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεί καί παραρρέουσα καί οὐδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου».

[6] Βλ. Ν. Ματσούκα Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τόμ. Γ΄, σελ. 105.

[7] Βλ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσιον, Περί διαφόρων ἀπόρων : «Οἱ τῶν ὄντων λόγοι προκαταρτισθέντες τῶν αἰώνων Θεῷ, καθώς οἶδεν αὐτός, ἀόρατοι ὄντες, οὕς καί ἀγαθά θελήματα καλεῖν τοῖς θείοις ἔθος ἐστίν ἀνδράσιν». MPG. 90, 293 D -296A.

[8] Περί διαφόρων ἀποριῶν, MPG. 91, 1080A.

[9] Ν. Ματσούκα, Δογματική, τόμ. Γ΄, σελ. 164

[10] Βλ. Ἐβρ. 1, 2. : «Δι᾿ οὗ καί ἐποίησε τούς αἰῶνας». Αἰῶνες στήν κτιστή πραγματικότητα εἶναι ἡ χρονική καί μετρητή «διαστηματική» κίνηση, ἤ ὁ νοητός χώρος τῶν λογικῶν και νοερῶν ὄντων. Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «αἰῶνας» μέ ποικίλες ἔννοιες. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τον Δαμασκηνό, ἡ λέξη αἰώνας ἔχει πολλές σημασίες: «Τό τοῦ αἰῶνος ὄνομα πολύσημον ἐστί…αἰών γάρ λέγεται ἡ ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων ζωή…πάλιν, ὀ χιλίων ἐτῶν χρόνος…πάλιν ὅλος ὁ παρών βίος καί αἰών ὁ μέλλων…» Βλ. Ἔκθεσις ὀρθοδόξου πίστεως, 4, 2, 1. MPG. 94, 861B. Πρέπει, ὡστόσο, νά διακρίνουμε στήν Πατερική σκέψη τή θέση ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θεία αἰωνιότητα πού εἶναι ἀΐδια καί ἄλλο ἡ κτιστή αἰωνιότητα καί οἱ κτιστοί αἰῶνες. 

[11] MPG. 44, 148B καί 185D.

[12] Ν. Ματσούκα Δογματική Β΄, σελ. 181.

[13] Βλ. Π. Χρήστου, «Τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ», ἔκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 131.

[14] ΕΠΕ, 1, 66, Α΄ Λόγος Εἰς τό Ἅγιον Πάσχα.

[15] Βλ. π. Θ. Ζήση, «Ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον», ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 67: «Ἡ πρό τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου δημιουργική δραστηριότης τοῦ Θεοῦ ἀπέβλεπεν εἰς τήν ἑτοιμασίαν τοῦ βασιλείου, τοῦ ὁποίου ἡγεμών καί βασιλεύς ἐπρόκειτο νά ἐγκατασταθῇ ὁ ἄνθρωπος. Ὡς συμβαίνει προκειμένου νά εἰσέλθῃ βασιλεύς εἰς πόλιν, ὅτε εὐτρεπίζεται ἅπασα ἡ πόλις πρός ὑποδοχήν, κατά τόν αὐτόν τρόπον ἡτοιμάσθη καί διεκοσμήθη ὁ κόσμος, ἵνα ὑπηρετήσῃ τόν μέλλοντα νά δημιουργηθῇ ἄρχοντα καί ἡγεμόνα αὐτοῦ. Ἄνευ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ὁ κόσμος θά ἦτο σῶμα ἄνευ κεφαλῆς, πόλις ἄνευ ἡγεμόνος καί ἄρχοντος».

[16] Γέν, 2, 7.

[17] MPG. 55, 182.

[18]«Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», ἔκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, 1989, Εἰσαγωγή, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια, Ν. Ματσούκα, σελ. 153.

[19] Βλ. στό πρωτότυπο, Διάλογος Περί ψυχῆς καί Ἀναστάσεως, ΕΠΕ, 1, 228.

[20] Τήν θεωρία περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, ἡ ὁποία συναντᾶται στόν Πλάτωνα, τόν Φίλωνα, τόν Ὠριγένη, τόν Δίδυμο τυφλό καί τόν Εὐάγριο, ἡ Ἐκκλησία κατεδίκασε ἡ Ε΄ Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος το 543 μ. Χ. Το κείμενο τοῦ α΄ἀναθεματισμοῦ κατά τῶν Ὠριγενείων κακοδοξιῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Α. Εἴ τις τήν μυθώδη προΰπαρξιν τῶν ψυχῶν καί τήν ταύτην ἑπομένην τερατώδη ἀποκατάστασιν πρεσβεύει, ἀνάθεμα ἔστω». Βλ. Ν. Μητσοπούλου, Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογάς, Ἀθήνα 1991, σελ. 189.

[21] Ψαλμ. 32.

[22] Βλ. Σπ. Τσιτσίγκου, Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σελ. 45.

[23] Τίς θέσεις αὐτές ἀναπτύσσει μέ σοφία καί πολλή ἐπιχειρηματολογία ὁ πρῶτος ἐκεῖνος καί λογιώτατος Πατριάρχης τοῦ Γένους μας, Γεννάδος Σχολάριος. Βλ. π. Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 452 καί ἑξ. 

[24] Ἁγίου Κυρίλλου, Πρός Ρωμ., MPG. 74, 780ΑΒ

[25] Ἔκδο­σις…, σ. 150. 

[26] Ὅπ.π., σ. 152

[27] Ἐπιστολή 43, «Εἰς Ἰωάννην θαλαμηπόλον», MPG. 91, 440BC.

[28] Ἔκδο­σις…., σ. 150.

[29] Περί Ἀγάπης, Ἑκατοντάς τρίτη, 25, μετφρ.

[30] Βλ. Σ. Τσι­τσί­γκου, Ἡ ψυ­χή τοῦ ἀνθρώ­που κα­τά τόν Ἱε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, ἐκδ. Ἀπο­στο­λι­κή Διακο­νί­α, Ἀθήνα 2000, σ. 53. 

[31] Κεφάλαια φυσικά, 26.