Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΟΙ ΟΔΗΓΟΙ ΜΑΣ!

π. Νικηφόρου Νάσσου

Ὁ μῆνας Ἰανουάριος, ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ μῆνας τῶν Πατέρων καί ὄχι ἄστοχα. Μέσα στόν Ἰανουάριο, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ καί γεραίρει δικά της ἐκλεκτά τέκνα, μεγάλα καί ὑψηλά ἀναστήματα, γίγαντες ὄντως τοῦ πνεύματος, Διδασκάλους καί «ὑποφῆτας τῶν ὀρθῶν δογμάτων», λαμπρούς ἐκφραστές τῆς Θεολογίας, φορεῖς τῆς Ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας, ἀπλανεῖς ἑρμηνευτές τῶν Θείων Γραφῶν, ποδηγέτες πρός τήν ὁδό τῆς σωτηρίας καί θεώσεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Στό Β΄ Μέρος τοῦ κειμένου μας, κάνουμε μιά ὀνομαστική ἀναφορά στούς Πατέρες πού ἑορτάζουν μέσα στόν Ἰανουάριο (ὅλοι σχεδόν οἱ μεγάλοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι)  καί τιμῶνται ἰδιαιτέρως ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποίαν ἐκεῖνοι πρῶτοι ἐτίμησαν «ἐν λόγοις καί ἔργοις καί συγγραφαῖς», διακόνησαν ἐν μέσῳ ταραχῶν, αἱρέσεων καί σχισμάτων, καί ἔδωσαν τήν μαρτυρία τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας ἐν Χριστῷ.

  Στα ἐπόμενα ἐδῶ, θά ἀναφερθοῦμε γενικά στούς Πατέρες καί καθοδηγούς μας, στό ρόλο καί τή σημασία τους γιά τήν ἐκκλησιαστική καί πνευματική ζωή καί θά τονιστοῦν κάποια σημεῖα ἀναφορικῶς μέ αὐτούς.

Μεγάλη  εὐγνωμοσύνη θά πρέπει νά αἰσθάνεται κάθε θεοφιλής ψυχή  πρός τούς Ἁγίους Πατέρες, μέσῳ τῶν ὁποίων, οἱ ὀρθόδοξοι ποδηγετούμαστε εἰς Θεόν καί λαμβάνουμε τήν ὑψηλή διδασκαλία τῆς Πίστεως ἐπεξεργασμένη, ἀνελυμένη καί ἐκφραζομένη μέσα ἀπό τήν ὑψηλή  ἐμπειρία τῶν θεουμένων, τῶν «παθόντων τά θεῖα καί εἴτα μαθόντων», Διδασκάλων καί ἱερῶν ὑφηγητῶν. Καί θά πρέπει ἐν προκειμένῳ νά σκεπτόμαστε ὅτι στούς γεννήτορές μας ὀφείλουμε τό ζεῖν, στούς κοσμικούς διδασκάλους τό εὖ ζεῖν καί στούς θεοφόρους Πατέρες μας τό κατά Θεόν καί ὀρθοδόξως ζεῖν.

 Ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε τόν ὅρο «πατήρ», ἀντλώντας μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη βιολογική σχέση, γιά νά προσδιορίσει αὐτούς οἱ ὁποῖοι μᾶς γεννοῦν πνευματικά, ὅπως οἱ γονεῖς μας βιολογικά.

 Ὁ ἀναγεννητικός ρόλος τῶν πνευματικῶν Πατέρων, ἐκτός τῶν ἄλλων, φαίνεται καθαρά στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστολου Παύλου. Ἐκεῖ, ὁ  Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν,  λέγει στούς Κορινθίους: Μπορεῖ νά ἔχετε πολλούς παιδαγωγούς καί διδασκάλους ἀλλά ὄχι πολλούς πατέρες∙ νά γνωρίζετε δέ ὅτι ἐγώ σᾶς ἐγέννησα ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Εὐαγγελίου: «Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλούς πατέρας∙  ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ Εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα». [1]

Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι Ἀποστολική ἀλλά ἀποκαλεῖται καί Πατερική! Ἀλλά καί αὐτός ὁ Κύριος καί Δομήτωρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκαλεῖται ὡς «ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν»! Εἶναι ὁ Θεός τόν Ὁποῖον εἶδαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κατά τήν θέωσή τους οἱ Ἅγιοι Πατέρες, μετέχοντες στήν ἄκτιστη Δόξα Του καί Τόν ἐκήρυξαν ἔπειτα ὡς Θεόν ἀληθινόν.

Θά πρέπει νά τονίσουμε γενικά, ὅτι ἐνῶ ὑπάρχουν πολλοί Πατέρες, Ἅγιοι, Ὅσιοι, Ὁμολογητές κλπ. οἱ ὁποίοι τιμῶνται καί ἑορτάζονται γηθοσύνως ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία μας ξεχώρισε λίγους ἀπό τούς πολλούς καί τούς ἀπένειμε καί ἕναν ἄλλο τίτλο, ὀνομάζοντάς τους Πατέρας καί Διδασκάλους. Μέ τόν ὅρο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία ἕνωσε δύο ἐξαιρετικῆς σημασίας λειτουργήματα σε ἕνα πρόσωπο, τό ὁποῖο ἔλαβε τήν πρώτη θέση στή Ἐκκλησία. Τά λειτουργήματα αὐτά εἶναι α) τοῦ ποιμένος, ὁ ὁποῖος ἀναγεννᾶ ὅπως εἴπαμε ἐν Χριστῷ τά πνευματικά του τέκνα, προσφέροντά τα τήν δική του ἐμπειρία τῆς Ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς μέ τό κήρυγμα, τά μυστήρια καί τά ἄλλα μέσα τῆς Ἐκκλησίας καί β) τοῦ Διδασκάλου, αὐτοῦ πού ἔχει τό εἰδικό χάρισμα (καί ὡς ἐκ τούτου καί προνόμιο) νά διδάσκει, νά ἑρμηνεύει, νά ἀντιμετωπίζει προβλήματα καί κρίσεις θεολογικές μέσα στήν Ἐκκλησία.[2] Ἔτσι, λοιπόν, ἄλλο Πατέρες καί ἄλλο Πατέρες καί Διδάσκαλοι.

Ὑπῆρξαν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μεγάλοι Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀντώνιος, ἤ ὁ ἅγιος Σπυρίδων Τριμυθοῦντος, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καλλιεργήσει τό βουλητικό μέρος τῆς ψυχῆς καί τό θυμικό, εἶχαν καθαρθεῖ καί θεωθεῖ, καί γι᾿ αὐτό τούς τιμοῦμε, ἀλλ᾿ ὅμως δέν κατεῖχαν μόρφωση καί παιδεία σχολική. Σ᾿ αὐτούς, βεβαίως, προστρέχουμε ὥστε νά μάθουμε τά ἀπαραίτητα πρός τήν σωτηρία μας, νά διδαχθοῦμε τά «ὡραία μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς», νά μυηθοῦμε στόν τρόπο τῆς ἀσκήσεως, τή μέθοδο τῆς καθάρσεως, τῆς μετοχῆς στά μυστήρια, τῆς μεθέξεως  στήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

Ὑπάρχουν, ἀντίθετα, Πατέρες, οἱ ὁποῖοι, πέραν τῆς ἐγνωσμένης ἁγιότητός τους, καλλιέργησαν καί τό γνωστικό μέρος τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ διέθεταν διάνοια ὑψηλή καί ἄλλα φυσικά καί ἔκτακτα χαρίσματα μέ τά ὁποῖα τούς ἐπροίκισε ὁ Θεός.[3] Αὐτοί, ἐσπούδασαν, ἔγιναν ἐπιστήμονες, κατέκτησαν τή σχετική γνώση περί τήν Θεολογία, ἀλλά ἔμαθαν καί τήν φιλοσοφία καί ἄλλες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς τους. Μέ αὐτή τή μόρφωση  μπόρεσαν νά ἀντιμετωπίσουν δυναμικά καί νά ἀχρηστεύσουν τόν ὀρθολογισμό καί τή νοησιαρχική ἀντίληψη τῶν αἱρετικῶν καί νά διατυπώσουν μέσα στίς Συνόδους τό ὀρθό φρόνημα τῆς πίστεως, τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ. Σ᾿ αὐτούς καταφεύγουμε, προκειμένου νά μάθουμε τήν δογματική Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἔτσι, λ. χ.  ὁ θεωρητικός Μέγας Ἀθανάσιος, προσέτρεχε στόν Μ. Ἀντώνιο, ὥστε νά μάθει τά περί τῆς ἀσκήσεως καί τῆς ὁδεύσεως ἐπί τῆς ὁδοῦ τῆς ἁγιότητος, τιμώντας τόν ἔνθεο Γέροντα καί πολιστή τῆς ἐρήμου  ὡς πνευματικό Πατέρα, ἀλλά καί ὁ καθηγητής τῆς ἀρετῆς, ὁσιώτατος Ἀντώνιος συμβουλευόταν τόν ὑψινούστατο Ἀθανάσιο σέ θέματα Θεολογίας καί δογματικῆς.

Καί ὁμιλοῦντες περί δογματικῆς, στή συνάφεια τῶν περί Ἁγίων Πατέρων, κρίνουμε σκόπιμο νά σημειώσουμε παρεπιμπτόντως, ὅτι πέντε εἶναι οἱ Πατέρες ἐκεῖνοι, οἱ κορυφαίοι οἱ ὁποίοι διετύπωσαν καί διεμόρφωσαν τή δογματική Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησιας μας. Αὐτοί ἀποτελοῦν τήν «πεντάχορδον λύραν τοῦ Πνεύματος» καί εἶναι οἱ ἑξῆς:


Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος (ἡ βάση),  οἱ τρεῖς Ἱεράρχες, Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί ὁ  Ἀλεξανδρείας Κύριλλος, ἡ «σφραγίς τοῦ Πνεύματος». Ὅλοι οἱ μετά ταῦτα ἑπόμενοι Πατέρες, ἁπλῶς ἐπαναδιατύπωσαν μᾶλλον ἐπανέλαβαν τήν δογματική Διδασκαλία καί ἐκκλησιαστική, ὀρθόδοξη Παράδοση, δανειζόμενοι ἀπό τούς προειρημένους πέντε πρώτους καί τήν συνόψισαν, ὅπως λ. χ. ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τόν 8ο αἰῶνα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόν 14ο κ.ἄ.

Οἱ δυτικοί - παπικοί, πιστεύουν ὅτι ἡ Πατερική περίοδος τῆς Ἐκκλησίας, ἔκλεισε, γιά μέν τήν Ἀνατολή, στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, γιά δέ τή Δύση, στόν Ἰσίδωρο ἐπίσκοπο Σεβίλλης, ἅγιο πρό τοῦ σχίσματος (+636). Αὐτό ὅμως εἶναι ἕνα μεγάλο λάθος καί μιά  ἀμφισβήτηση τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Ἀγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία Χάρις πάντοτε ἐνεργεῖ (ὅπου βεβαίως ὑπάρχει ἡ πραγματική Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ) καί ἀναδεικνύει Ἁγίους, Πατέρες, Ὁμολογητάς κλπ. Μήπως σταμάτησε στον ΣΤ΄ αἰῶνα το Πανάγιο Πνεῦμα τήν ἔκχυση τῶν Χαρισμάτων καί τήν ἔλλαμψη τῆς φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας του; Ἀσφαλῶς ὄχι! Δέν εἶναι μεγάλοι οἱ Πατέρες τῶν ἑπομένων αἰώνων, ὅπως λ.χ. ὁ φωτοφόρος καί θεόπτης, ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος (11ος αἰ.), ὁ κῆρηξ τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί τῆς Χάριτος,  ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (14ος αἰ.), ὁ «Ἄτλας τῆς ὀρθοδοξίας»,  Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός (15ο αἰ.),  ὁ κορυφαίος ταῶν Κολλυβάδων καί νεοησυχαστῶν τοῦ 19ου  αἰῶνος,  Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (+1809) καί ὁ τοῦ 20ου αἰῶνος Μέγας καί θαυματουργός Πατήρ, Νεκτάριος τῆς Αἰγίνης; Δέν παύει νά ὑπάρχει ἡ Πατερικότητα μέσα στην Ἐκκλησία, ἐκφραζομένη διά τῶν Ἁγίων, ἀφοῦ δέν παύει ποτέ ἡ ἔκχυση τῶν δωρεῶν και Χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος μέσα στούς αἰώνες.  «Κἄν Παῦλος ἀπεῖν, το Πνεῦμα παρεῖν», ἔγραφε ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τονίζοντας ἀκριβῶς αὐτήν τήν ἀλήθεια, περί τῆς ἀδιαλείπτου ἐνεργείας τοῦ Παρακλήτου μέσα στήν Ἐκκλησία. Τά πρόσωπα παρέρχονται, ἡ Χάρις παραμένει στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ Χάρις ἐνεργοῦσε στούς Ἁγίους Πατέρες μέσα στίς Συνόδους, ὥστε νά διατυπωθοῦν τά Δόγματα καί οἱ ὅροι καί νά ἀποσκορακιστεῖ κάθε αἵρεση καί ἐτεροδιδασκαλία, διά τῶν θεοπνεύστων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν «στόματα τοῦ Λόγου» καί  φορεῖς τῆς Ἁγιοπνευματικῆς Παραδόσεως.

Πρέπει νά ὑπογραμμιστεῖ ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες,  εἶναι οἱ ἔγκυροι ἑρμηνευτές τῶν θείων Γραφῶν! Ὀρθά εἰπώθηκε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι μία βόμβα πνευματική στά χέρια ἑνός ἀδαοῦς ἀνθρώπου, μή διαθέτοντος τά ἑρμηνευτικά κλειδιά πρός διάνοιξιν τοῦ θησαυροῦ πού περιέχει καί κατανόησιν τῶν ἐν αὐτῇ νοημάτων. Ὅταν ὅμως, ὁ μελετητής στηρίζεται στούς Ἁγίους ἑρμηνευτές, τότε μπορεῖ νά «ξεκλιδώσει» τους θησαυρούς καί νά οίκειωθεῖ τόν ἄφθονο πλοῦτο τῆς Γραφῆς καί τά σωτηριώδη διδάγματά της. Πολλοί, νομίζουν ὅτι μέ φιλολογικές καί ἱστορικές γνώσεις θά μπορέσουν νά εἰσδύσουν στό βάθος τῶν θείων Γραφῶν. Ἄν, ὅμως, ἀρκοῦσε ὁ φιλολογικός καί ἱστορικός ἐξοπλισμός, χωρίς να χρειάζονται στόν ἄνθρωπο πνευματικές προϋποθέσεις ἑρμηνείας, δέν θά παρερμήνευαν τή Γραφή τόσοι και τόσοι, πεπλανημένοι καί ἔπειτα αἱρετικοί, ἡ ὁποίοι, μέ μόνη τήν ἐμπιστοσύνη στίς φιλολογικές καί φιλοσοφικές τους γνώσεις καί στίς διανοητικές τους ἱκανότητες προσήγγισαν το «Βιβλίον τῆς ζωῆς»…

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ αὐθεντικοί ἑρμηνευτές τῆς Γραφῆς, πέραν τῆς θύραθεν παιδείας καί τῆς πολυμαθείας των, διέθεταν «νοῦν Χριστοῦ», κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἀποστόλου Παῦλου! Διείσδυσαν στό πνεῦμα τῆς Γραφῆς, το εὑρισκόμενο κάτω ἀπό τό «ψιλό» γράμμα, ἐπειδή, λόγῳ ἀρετῆς καί καθαρότητος ἀπό τά ψεκτά πάθη, «ἐμυήθησαν εἰς τά θεῖα», μέ ἄλλα λόγια, ἔζησαν μέσα στό ἴδιο πνευματικό κλῖμα πού ἔζησαν και οἱ συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς καί τῆς  Καινῆς Διαθήκης, μέσα στήν ἴδια ἁγιοπνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας, «ὑπό τοῦ ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες»! Καί ἑπομένως, «τό ὅμοιον, ὑπό τοῦ ὁμοίου κατανοεῖται»,  καί κατά τά λόγια τοῦ π. Ἰω. Ρωμανίδη, ὅπως οἱ μαθηματικοί, μποροῦν νά ἑρμηνεύσουν τούς μαθηματικούς καιί οἱ φυσικοί τους φυσικούς, ἔτσι καί οἱ Πατέρες μποροῦν να ἑρμηνεύσουν τους προγενεστέρους Πατέρες, τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί Προφῆτες, μέ τούς ὁποίους ἔχουν τήν κοινή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία τῆς Χάριτος, τῆς «Δόξης» τοῦ Θεοῦ. Ὁ νοῦς τῶν Ἁγίων Πατέρων καθάρθηκε και κατέστη «νοῦς Χριστοῦ», ὅπως εἴπαμε! Ἔτσι, οἱ Πατέρες θεολόγησαν ἀπλανῶς!
Ὑπάρχει μία σχετική ἐπιστολή, λίαν πνευματική, τοῦ φωστῆρος τῆς Καισαρείας καί ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, Μ. Βασιλείου πρός τόν ἅγιο Ἀμφιλόχιο, ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Ἐκεῖ,  ὁ θειότατος Βασίλειος, ἀσχολούμενος μέ τό θέμα τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ τήν ὁποία κατεῖχαν ἐμπειρικῶς οἱ Ἅγιοι Πατέρες, μεταξύ ἄλλων τονίζει ὅτι ὁ νοῦς πού καθαίρεται, ἀνοίγεται στη θεία ἐνέργεια καί κατανοεῖ τά οὐράνια πράγματα καί μάλιστα «ἀνακιρνᾶται», δηλαδή ἀναμιγνύεται μέ τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐποπτεύει τά θεϊκά κάλλη, ὅσα ἐπιτρέπει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ὅσο ἀντέχει ἡ κατασκευή του: «Ὁ μέντοι τῇ θεότητι τοῦ Πνεύματος ἀνακραθείς νοῦς, οὗτος ἤδη τῶν μεγάλων ἐστί θεωρημάτων ἐποπτικός καί καθορᾷ τά θεῖα κάλλη, τοσοῦτον μέντοι, ὅσον ἡ χάρις ἐνδίδωσι καί ἡ κατασκευή αὐτοῦ ὑποδέχεται». [4] Νά γιατί οἱ Πατέρες μας ἀνεδείχθησαν οἰ αὐθεντικοί ἑρμηνευτές τῶν ἱερῶν Γραφῶν!

Οἱ ἱεροί Διδάσκαλοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, θεολογοῦντες ὄχι «ἀριστοτελικῶς», δηλ. φιλοσοφικῶς, ἀλλά «ἀλιευτικῶς», δηλ. ποιμαντικῶς, ἀντιμετώπισαν ὅλα τά θεολογικά, πνευματικά καί ἐκκλησιαστικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς τους ὄχι στοχαστικά καί διαλεκτικά, ἀλλά ὑπό τό πρίσμα καί τό φῶς  τῆς ἁγιοπνευματικῆς τους ἐμπειρίας, ἡ ὁποία, αὐτή καί μόνο ἀποτελεῖ τήν καρδιά καί τόν πυρήνα  τῆς θεολογικής σκέψης τους. Ἀλλά αὐτό βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι ὑπῆρξαν καί ἀναμάρτητοι καί ἐν παντί ἄπταιστοι!  

Στό σημεῖο αὐτό, θά προσθέσουμε διευκρινιστικά, ὅτι οἱ Πατέρες, ναί μέν «ἐλάλησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» καί ἐδίδαξαν θεοπρεπῶς τά περί τῆς Πίστεως, ἀλλ᾿ ὡστόσο διετήρησαν τό προσωπικό, ἀνθρώπινο στοιχεῖο, πού δικαιολογεῖ καί τό σφάλμα, τήν λανθασμένη τοποθέτηση, τήν ὑποκειμενική κάποτε θεώρηση τῶν πραγμάτων, διότι ὅλα αὐτά φανερώνουν τήν προσωπικότητα κάθε ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀλάθητος! Μόνο ἡ Ἐκκλησία, ἐκφραζομένη ἐν Οἰκουμενική Συνόδῳ μπορεῖ να ἐκφραστεῖ ἀλαθήτως! Τά μεμονωμένα πρόσωπα, ὅση ἀρετή καί ἁγιότητα καί ἄν διαθέτουν, δέν μπορεῖ νά ἔχουν τό ἀλάθητο! Ἔτσι, λοιπόν, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν ἀπλανεῖς, ἀλλ᾿ ὄχι ἀλάνθαστοι! Ἔχουμε Ἁγίους ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἔσφαλαν σέ κάποια ζητήματα, καί ὅπως λέγει καί ὁ  Μέγα Φώτιος, «τῆς ἀληθείας παρηνέχθησαν».[5]  Ἐκεῖ φαίνεται τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο!  Ἡ Ἐκκλησία, βεβαίως, δέν ἀποστερεῖ τήν ἁγιότητα ἀπό το μέλος της ἐκεῖνο πού ἔσφαλε καί διετύπωσε θεολογικῶς ἄστοχες ἀπόψεις, ἄν δέν συντρέχουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Συγκεκριμένα, δέν καταδικάζεται ὁ σφάλλων, ἄν δέν ἀποδειχθεῖ α) ἡ ἐπιμονή τοῦ παρεκτραπέντος, γεγονός πού δείχνει ὄχι ἀνθρώπινο λάθος πού διορθώνεται μέ τήν ὑπόδειξή του, ἀλλά ἐσκεμμένη τοποθέτηση β) ἡ φιλονικεία του μέ τήν Ἐκκλησία (ὅτι ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ αἱρετικοί) καί γ) ὁ θάνατος τοῦ σφάλοντος σέ κατάσταση ἀμετανοησίας. Ἄν δέν ὑπάρχουν ἀποδεδειγμένα τά ἀνωτέρω, τότε ἡ  Ἐκκλησία, πάλι κατά τόν Μ. Φώτιο, «καλύπτει ὀπισθοφανῶς» τήν πατρική πτώση, ὅπως ἔπραξαν στήν Παλαιά Διαθήκη οἱ δύο υἱοί τοῦ παρεκτραπέντος Νῶε καί δέν μιμεῖται τόν  ἀναιδή Χάμ πού ἐπόμπεψε τήν πατρική ἀσχημοσύνη.[6] Συνεχίζει δέ νά τιμᾶ τόν Πατέρα, μή δεχομένη τό σφάλμα του. «Τό μέν παρενεχθέν, οὐ προσθήκην δεχόμεθα, τούς δέ ἄνδρας ἀσπαζόμεθα».[7]

Ὅλα ὅσα εἶπε καί ἔγραψε ὁ ὁποιοσδήποτε Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας δέν τά συμπεριέλαβε ἡ Ἐκκλησία ὡς φρόνημά της καί  ἐπίσημη Διδασκαλία της, ἀλλά δέχτηκε μόνο ἐκεῖνα τά ὁποῖα συμφωνοῦν μέ τό λεγόμενο «Consensus Patrum», τή συμφωνία τῶν Πατέρων, πού δείχνει τό ἀπλανές ἐπί Δογματικῶν ζητημάτων τῆς Ἐκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι εἶναι Ἅγιοι, ἀλλά ὄχι ἀλάθητοι, ὅπως εἴπαμε. Ὅλοι εἶναι Πατέρες, ἀλλά ὁλίγοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι, ὅπως ἐπίσης ἀναφέραμε.

 Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν ποιμένες, ἀγωνίστηκαν σθεναρῶς γιά τήν ἀλήθεια καί τήν Ὀρθόδοξο Παράδοση καί τήν ἐξέφρασαν δυναμικά καί Ἁγιοπνευματικά. Αὐτοί πάντοτε, μυσταγωγοῦν τίς ψυχές μας μέ τά ἱερά τους συγγράμματα  καί μᾶς διδάσκουν διαχρονικά μέ τό παράδειγμά τους νά  μείνουμε σταθεροί «ἐπί τήν πέτραν τῆς πίστεως», μή παρασυρόμενοι ἀπό τούς ποικίλους ποταμούς τῶν αἱρέσεων, τῶν κακῶν ἐρεθισμάτων, τῶν νεωτερισμῶν, τοῦ πνεύματος τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ἐκκλησίας κλπ.

Καί ὅμως! Ἔμελλε στίς ἡμέρες μας νά ἀκούσουμε ὅτι ὑπάρχει καί…Μεταπατερική Θεολογία, περίοδος δηλαδή, κατά τή ὁποῖα δέν χρειάζονται πλέον ἀπαραιτήτως ὡς ὁδηγοί οἱ Πατέρες, ἀφοῦ τό θεολογικό ἔργο τους θά ἀναλάβουν  οἱ…σημερινοί Νεοπατέρες. Κατά τόν καθηγητή Δ. Τσελεγγίδη, «ἡ  νέα αὐτή ἐπιστημονική ὁρολογία, ἐπιδέχεται ποικίλες ἑρμηνείες, οἱ ἐπικρατέστερες ὅμως επιστημονικώς εἶναι, κατά τή γνώμη μας, οἱ εξής δύο: α) Ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως μετα-,  προσδί­δε­ται χρονική σημασία, ὁπότε στήν προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τό τέλος τῆς Πατερικῆς ἐποχῆς. Και β) ὅταν στό πρῶτο συνθε­τικό τῆς λέ­­­­­ξε­ως προσδίδεται κριτική σημασία, ὁπότε ἡ σύνθετη λέξη «μετα-πατερι­κός» σημαίνει σχετικοποίηση, μερική ἡ ὁλική ἀμφισβήτηση, ἐ­πα­­­να­­­­θεώ­­­ρη­ση, νέα ἀνάγνωση, ἡ καί ὑπέρβαση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῶν Πα­τέ­­ρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες θεολόγοι, πού ἐπιχείρησαν ἔμ­με­­σα ἤ ἄμεσα νά αὐτοπροσδιοριστούν ὡς «μετα-πατε­ρι­­­­κοί», χρησιμο­ποίησαν ἐναλ­λακτικώς και τις δύο ἑρμηνείες, κυ­ρί­ως ὅμως τή δεύ­­­­τε­­ρη πού ἀναφέρεται στή σχετικοποίηση καί τελικά στήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας».[8]

Στά πλαίσια, πάντως, τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἦρθε καί ἡ «Μεταπατερική θεολογία», ἡ ὁποία ἀθετεῖ τήν Πατερική αὐθεντική Διδασκαλία. Καί ὅπως ὀρθῶς γάφει ὁ καθηγητής,  «ἡ ἐπιχειρούμενη, αὐθαδῶς, ὑπέρβαση τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐκ μέρους τῶν «μετα-πατερικών» θεολόγων, κλονίζει τήν απαραίτητη γιά τους πιστούς βεβαιότητα, ὡς πρός τήν διαχρονική ἰσχύ τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας, ἐνῶ παράλληλα εἰσάγει ἀθέμιτα και πονηρά την προτεσταντικοῦ τύπου θεολογική πιθανολογία. Μέ τόν τρόπο ὅμως αὐτό, στήν πραγματικότητα, «μεταίρονται  ρια, ἄ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Ἀλλά τοῦτο παραβιάζει βάναυσα τόσο τόν ἁγιοπατερικό ὅσο καί τόν θεόπνευστο βιβλικό λόγο».

Δέν θά ἐπεκταθοῦμε ἐπί τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος, ἀλλά θά σταθοῦμε εὐγνωμόνως καί πανευλαβῶς, ὡς φιλοπάτορες υἱοί, ἐνώπιον τῶν πνευματικῶν Τιτάνων τῆς Πίστεως, τῶν Μεγάλων Πατέρων καί Διδασκάλων μας, ἀντλώντας τά πρέποντα ἀπό τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί κατόπιν πόνων καί μόχθων κτηθεῖσαν πεῖρα τους, ὑποσχόμενοι σ᾿ αὐτούς ὅτι, Χάριτι Κυρίου, δέν θά τούς ἀθετήσουμε! Διότι ἀπό τά δικά τους δόγματα καί τῶν Ἀποστόλων τά κηρύγματα ὑφαίνεται ὁ λαμπρότατος χιτώνας τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας μας, ὅπως λέει ὁ ὑπέροχος ἐκεῖνος ὕμνος, τό Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, μέ τό ὁποῖο κλείνουμε τήν παρούσα ταπεινή ἀναφορά.

 «Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον».




[1] Α΄ Κορ. δ΄, 14 -16.
[2] Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α΄, σελ. 18.
[3] Ἡ δεκτικότητα ἐκάστου, προσδιορίζεται ἀπό τίς καταβολές, τήν παιδεία, τήν ἐφυΐα, τήν καλλιέργεια τοῦ νοῦ κλπ. Πάντως, ὁ Πάνσοφος Θεός, διανέμει  τά χαρίσματα, ὅπου ὑπάρχει ἀνάλογη δεκτικότητα, ὅπως λέγει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «Οὔτε ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐνεργεῖ σοφίαν ἐν τοῖς Ἁγίοις, χωρίς τοῦ ταύτην δεχομένου νοός, οὔτε γνώσιν, χωρίς τῆς δεκτικῆς τοῦ λόγου δυνάμεως».  
[4] Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολή 113, Πρός Ἀμφιλόχιον Ἰκονίου.
[5] Βλ. Μ. Φωτίου, Ἐπιστολή προς ἐπίσκοπον Ἀκηληΐας Ἰωάννην, Ἐκκλησιαστική ἱστορία Δοσιθέου Ἰεροσολύμων,Τόμος Χαρᾶς, σελ. 254. Πρόκειται γιά περισπούδαστη καί μνημειώδη ὄντως ἐπιστολή - πραγματεία, στήν ὁποῖα ὁ Μέγας καί σοφότατος Πατήρ, ἅγιος Φώτιος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἀναλύει διεξοδικά αὐτό τό θέμα τῆς ὑπό διάφορες συνθήκες καί περιστάσεις διατυπωθεῖσες λανθασμένες καί ἄστοχες ἀπόψεις Ἁγίων ἀνδρῶν, ὅπως τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἐπισκόπου Ἰππῶνος καί ἄλλων τούς ὁποῖους ἀναφέρει ὀνομαστικά. Ἡ αὐτή θέση περί τῶν σφαλμάτων καί συγγραφικῶν ὀλισθήσεων τῶν Ἀγίων, ἀπαντᾶται καί στή γνωστή «Βίβλο Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου», ὅπου ἀναφέρονται καί σχετικά παραδείγματα.
[6] ὅπου π. σελ. 51: «Οἱ τῆς Ἐκκλησίας τρόφιμοι καί τῶν ἱερῶν μαθημάτων οὐκ ἐπιλήσμονες, κατά τόν Σήμ καί Ἰάφεθ, καί τήν πατρικήν ἀσχημοσύνην ἐπικαλύπτειν ἐπίστανται καί τούς μιμητάς τοῦ Χάμ καταγινώσκοντες ἀποστρέφονται»…
[7] ὅπου π. Μ. Φωτίου Ἐπιστολή, σελ. 252.  Ὑπάρχει μία μελέτη μας μέ τίτλο «Σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις» (Βόλος 2009), στήν ὁποῖα γίνεται ἀνάλυση τῆς ἐν λόγῳ ἐπιστολῆς, σχετικά μέ τά συγγραφικά ὀλισθήματα τῶν Ἁγίων καί τήν ἀντιμετώπισή τους ἀπό τήν Ἐκκλησία.
[8] Βλ. Εἰσήγηση καθηγητοῦ  θεολογίας τοῦ ΑΠΘ, Δ.Τσελεγγίδη, στήν Ἡμερίδα τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, 15 -2 -2012, μέ θέμα: «Μεταπατερική ἤ «Νεοβαρλααμιτική» Θεολογία; Ἄγνοια ἤ ἄρνηση τῆς Ἁγιότητας; Κριτήρια τοῦ ὀρθοδόξως και ἀπλανῶς θεολογεῖν».