Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ



τοῦ π. Νικηφόρου Νάσσου

  

Μέσα στήν κατανυκτική περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅσοι ἁγωνίζονται τόν «καλόν τῆς νηστείας ἁγῶνα», γεύονται «ἐν αἰσθήσει ψυχῆς» τή γλυκυτάτη παραμυθία, ἐνίσχυση καί χάρη, ἐλπίδα καί ἐσθιότητα πού χαρίζει ἡ ἐπαναλαμβανόμενη κάθε Παρασκευή «ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν» ὅπως συνηθίσαμε νά τή λέμε, πού εἶναι ἡ τμηματική ἀπαγγελία καί ψαλμώδηση τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου πρός τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Μέσα στούς 72 στίχους τοῦ  Ἀκαθίστου συναντοῦμε  144 χαιρετισμούς πρός τήν Θεοτόκο. Εἶναι, θά λέγαμε, 144 μυρίπνοα ἄνθη «ἐκ τοῦ νοητοῦ λειμῶνος»,τά ὁποία καταστολίζουν τήν «ἐστολισμένην ἐν πᾶσαις ταῖς ἀρεταῖς», τήν «προεκλελεγμένην πρό πασῶν τῶν γενεῶν», τήν κεκοσμημένη μέ ὅλες τίς χάριτες καί θεῖες δωρεές, Ἀειπάρθενο Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ὄντως «τῇ καθαρότητι θέλγει Θεόν ἐν αὐτῇ οἰκῆσαι», ὅπως λέγουν οἱ θειότατοι, θεοτοκόφιλοι Ἅγιοι συγγραφεῖς. Αὐτήν ἐξέλεξε γιά Μητέρα Του ὁ Ἄκτιστος Λόγος καί  Δημιουργός τοῦ Παντός, ὅταν εἰσῆλθε στόν κτιστό κόσμο καί τήν ἱστορία γιά νά ἑνώσει τό κτιστό μέ τό  ἄκτιστο ὑποστατικῶς! Καί, ὅπως ἀποτυπώνεται σέ ἕνα πατερικό κείμενο,  ἀνθρωποπρεπῶς, ὁ Θεός «ἔψαξε» σέ ὅλο τόν κόσμο καί δέν βρῆκε ὅμοια γυναῖκα μέ αὐτήν, γιά νά προσλάβει ἀπό αὐτήν τήν ἀνθρώπινη φύση μας! «Ψηλαφήσας ὁ Ὕψιστος ὅλον τόν κόσμον καί μή εὑρών ὁμοίαν σου μητέρα, ὡς ηὐδόκησεν, ἐκ σοῦ τῆς ἡγιασμένης ἄνθρωπος διά φιλανθρωπίαν γεννήσεται». [1] 



Αὐτήν τιμοῦμε στούς λεγομένους «Χαιρετισμούς» κάθε Παρασκευή κατά την Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀλλά καί ἰδιωτικῶς, καθότι οἱ χαιρετισμοί τῆς Παναγίας, γιά τούς ὀρθοδόξους Χριστιανούς, δέν σταματοῦν ποτέ! Σ᾿ αὐτήν προσφωνοῦμε  τά 144 «Χαῖρε» καί ἡ «τετραυματισμένη ἐκ τῶν παθῶν» ψυχή καί καρδία μας λαμβάνει ἴαση, παρηγορία,  κουφισμό, ἀναψυχή, «δρόσον Ἀερμών». Νά γιατί ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας καί καλλικέλαδος ὑμνητής τῆς Θεοτόκου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναβοοῦσε μέ  θεῖο παφλασμό πρός τήν Θεομήτορα: «Νύσσει μου βέλει γλυκερῷ, τήν καρδίαν ὁ σός πόθος Πανύμνητε καί ἐκβιάζει με, χαῖρε σοί κράζειν ἀεί καί βοᾶν» 



Μετά τα ἀνωτέρω, θά σημειώσουμε ἀναφορικά μέ τόν Ἀκάθιστο ὕμνο, ποίημα τῆς «Σικελικῆς μέλιττας», τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ (κατά τήν ἐπικρατέστερη ἄποψη τῶν ἐρευνητῶν), τά ἀκόλουθα ἐπιγραμματικά. Σύμφωνα μέ τόν Συναξαριστή, ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος, ἐψάλη γιά πρώτη  φορά τό ἔτος 626 μ. Χ. μετά τή σωτηρία τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τήν πολιορκία τῶν Ἀβάρων καί τῶν Περσῶν ἐπί αὐτοκράτορος Ἡρακλείου. Ὁ ὡραιότατος καί κατανυκτικός Ἀκάθιστος ὕμνος, ἐψάλη στό ναό τῶν Βλαχερνῶν  σέ στάση ὀρθία ἀπό ὅλους τούς πιστούς μέ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στήν Ὑπέρμαχο τοῦ γένους μας Στρατηγό.


Δέν θά ἀναφερθοῦμε σέ ἱστορικά στοιχεῖα, οὔτε καί στήν ὅλη δόμηση τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι αὐτός ἀποτελεῖται ἀπό τόν κανόνα («Ἀνοίξω τό στόμα μου» κλπ.), τούς 24 οἶκους καί τό  λεγόμενο Κοντάκιο, τό προσφιλέστατο σέ ὅλους μας «Τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ τά νικητήρια». Θά ἐπισημάνουμε μόνο σχετκά μέ τούς οἶκους, ὅτι  ὑπάρχουν δύο τμήματα στά ὁποῖα χωρίζεται αὐτή ἡ ὑπέροχη σύνθεση μέ τά πολλά «χαῖρε». Τό πρῶτο τμῆμα, Α-Μ, ἔχει νά κάνει μέ τήν ἱστορικότητα  τῶν γεγονότων, τον Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, τή σύλληψη τοῦ Κυρίου, τήν ἐπίσκεψη στήν Ἐλισάβετ,  τήν ἀνησυχία τοῦ δικαίου Ἰωσήφ, τήν ἐπίσκεψη τῶν  Μάγων  καί  τῶν  ποιμένων στό νεογέννητο Σωτῆρα τοῦ κόσμου, τήν ἐπιστροφή τῶν Μάγων καί τήν Ὑπαπαντή τοῦ Χριστοῦ.



Τό δεύτερο, τμῆμα τοῦ Ἀκαθίστου, Ν-Ω, εἶναι καθαρά δογματικοῦ καί θεολογικοῦ περιεχομένου, ἀλλά καί σωτηριολογικοῦ. Ἐκεῖ γίνεται λόγος γιά τήν «νέα δημιουργία» τήν ὁποῖα ἔφερε ὁ Χριστός (ὡς νέος Ἀδάμ), γενόμενος ἄνθρωπος. Ἀκόμη ὁμιλεῖ γιά τήν ἄσπορο σύλληψη τοῦ Χριστοῦ, γιά τή θεότητα καί τήν ἀνθρωπότητά Του, γιά τή σωτηρία πού ἔφερε στόν κόσμο, γιά τή θέωση τοῦ «προσληφθέντος φυράματος», ὅπως ἐπίσης καί  γιά τήν μεγάλη  ἀξία τῆς Θεοτόκου ἡ ὁποία προσφωνεῖται ὡς «τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν» καί «καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν», «τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος» κ.ἄ. Ὅμως, γιά νά ἀκριβολογήσουμε θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι καί στά δύο μέρη τοῦ Ἀκαθίστου, ὑπάρχουν ἀνάμεικτα καί τά δύο στοιχεῖα, τό ἱστορικό καί τό θεολογικό.



 Ἀνάλογος πλοῦτος κρύβεται καί στόν πλήρη λεκτικῶν σχημάτων, καλλιεπείας καί ποιητικότητος κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου, τό ἀριστούργημα αὐτό τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας, ποίημα τοῦ Πατρός καί πρυτάνεως τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. (Γιά τήν ἀκρίβεια, οἱ εἰρμοί εἶναι τοῦ  Ἰω. Δαμασκηνοῦ καί τά ἀκολουθοῦντα τροπάρια εἶναι τοῦ Ἰωσήφ Ξένου). Στόν κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζεται ὡς «Ἀδάμ ἐπανόρθωσις», «ἁγνείας θησαύρισμα», «πύλη, ἥν ὁ Λόγος μόνος διώδευσε», «παστάς τοῦ Λόγου ἀμόλυντος, αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως»,«κλίμαξ γῆθεν πάντας ἀνυψώσασα χάριτι», «ἄφλεκτος βάτος καί νεφέλη ὁλόφωτε» καί ἄλλα διά τῶν ὁποίων ὑποδηλώνεται  ὅτι  οἱ περισσότερες προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀναφέρονται στή Θεοτόκο Μαρία, τήν «προεκλελεγμένην πρό πασῶν τῶν γεννεῶν εἰς κατοικητήριον τοῦ Παντάνακτος Θεοῦ».  



Θά τελειώσουμε τήν ἀναφορά μας στόν γλυκύτατο Ἀκάθιστο ὕμνο μέ ἕνα σχολιασμό σέ ἕνα ἀπό τά «χαῖρε» τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἀπό ἕνα στίχο, ὄντως πνευματικότατο.




«Χαῖρε δένδρον ἀγλαόκαρπον ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί»!




Χαῖρε, λέγει, Θεοτόκε ἐσύ, πού εἶσαι τό ἀγλαόκαρπο δένδρο ἀπό τό ὁποῖο τρέφονται οἱ πιστοί!  Ἡ Ἁγία Γραφή, κάνει λόγο ὅτι μέσα στον πρῶτο ἐκείνο ἐπίγειο Παράδεισο πού «ἐφύτευσεν ὁ Θεός κατά Ἀνατολάς», ὑπῆρχαν μεταξύ ἄλλων δύο δένδρα με ἰδιαίτερη σημασία και ἀλληγορία. Αὐτά ἦσαν  «τό ξύ­λον τῆς ζωῆς ἐν μέ­σω τοῦ πα­ρα­δεί­σου καί τό ξύλον τοῦ εἰδέ­ναι γνω­στόν κα­λοῦ καί πο­νη­ροῦ»[2]. Ὑπῆρχε ὅμως μία ἐντολή, μία ἀπαγόρευση πρός τούς πρωτοπλάστους, ἐκ μέρους τοῦ Δημιουργοῦ. Ἡ ἀπα­γό­ρευ­ση τῆς βρώ­σε­ως τοῦ δέν­δρου τῆς γνώ­σε­ως τοῦ κα­λοῦ καί τοῦ κα­κοῦ. Αὐτό δέν ἦταν, πα­ρά μί­α δο­κι­μα­σί­α τῆς ἐλευ­θερίας βου­λή­σε­ως τοῦ ἀνθρώ­που, ἀλλά καί  ἀπο­τε­λοῦσε καί μί­α προ­ει­δο­ποί­η­ση γιά τόν ἐκ τῆς πα­ρα­κοῆς ἐπερ­χό­με­νο θά­να­το: «Ἧ δ᾿ ἄν ἡμέρᾳ φά­γη­τε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θα­νάτῳ ἀπο­θα­νεῖσθε»[3]. Τό «δέν­δρο τῆς γνώ­σε­ως», οὔτε φυ­τεύ­τη­κε μέ κα­κό σκο­πό, οὔτε ἀπα­γο­ρεύ­τη­κε ἀπό φθό­νο, ὅπως λέ­γει πά­λι Γρη­γό­ριος ὁ Να­ζιαν­ζη­νός, ἀλλά ἦταν κα­λό, ὅταν τό δο­κί­μα­ζε κα­νείς στόν κα­τάλ­λη­λο «και­ρό»: «Τό δέ ἦν τό ξύ­λον τῆς γνώ­σε­ως, οὔτε φυ­τευ­θέν ἀπ᾿ ἀρχῆς κακῶς, οὔτε ἀπα­γο­ρευ­θέν φθο­νερῶς... Ἀλλά κα­λόν μέν, εὐκαί­ρως με­τα­λαμ­βα­νό­με­νον»[4]. Για­τί μί­α γνώ­ση (πού ὁπωσ­δή­πο­τε συ­νι­στᾶ δύ­να­μη) στὰ χέ­ρια μιᾶς ἀνώ­ριμης ψυ­χικὰ καὶ πνευ­μα­τικὰ ὕπαρ­ξης ἀπο­τε­λεῖ ἐπι­κίν­δυ­νο ὅπλο, τό­σο γιὰ τὴν ἴδια, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους της. Ἕνα τρο­πά­ριο τοῦ Κα­νό­να τῆς ἑορ­τῆς τῆς Ὑψώ­σε­ως τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ διατυ­πώ­νει ἀκριβῶς αὐτήν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: «Ἔλυ­σε πρό­σταγμα Θε­οῦ πα­ρα­κο­ή, καί ξύ­λον ἤνε­γκε θά­να­τον βροτοῖς, τό μή εὐκαί­ρως με­τα­ληφθέν».



         Ἡ βρώ­ση τοῦ «δέν­δρου τῆς γνώ­σε­ως» ἔδι­νε, λοι­πόν, γνω­στι­κή δύ­να­μη περὶ τῆς οἰκεί­ας φύ­σε­ως, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι κα­λό μὲν γιά τούς τελεί­ους (ὅπως ἔπρε­πε νά φθάσει ὁ Ἀδάμ, ὁδεύ­ο­ντας στα­διακά πρός τή θέ­ω­ση), ἀλλά κα­κό καί ἐπι­βλα­βές γιά τούς ἀτε­λε­στέ­ρους καί μή προ­ε­τοι­μασμέ­νους κα­τάλ­ληλα πρός τοῦτο, ὅπως εἶναι ἐπι­βλα­βής ἡ στε­ρε­ά τρο­φή στό βρέ­φος, πού ἀκό­μη ἔχει τήν ἀνά­γκη τοῦ γά­λακτος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Παύ­λειο λό­γο.


Ἦταν, συ­νεπῶς, ἕνα δο­κι­μα­στή­ριο καί μί­α ἄσκη­ση ἀρετῆς καί ἐλευ­θε­ρί­ας γιά τόν ἄνθρω­πο, μέ­σα ἀπό τήν ὁποί­α θά φαι­νό­ταν ἡ κα­λή ἤ κα­κή χρή­ση τοῦ αὐτε­ξου­σί­ου του. Καί τά ἀπο­τε­λέ­σμα­τα γνω­στά, ἀφοῦ ὁ ἄνθρω­πος πα­ρή­κου­σε, ἀπέ­τυ­χε, ἀστό­χη­σε καὶ ἐξέ­πε­σε. Αὐτή ἡ ἀπο­τυ­χί­α τοῦ ἀτο­μο­κε­ντρι­σμοῦ ὁδή­γη­σε μοι­ραῖα στή δια­κο­πή τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ ἀνθρώ­που μέ τόν Θε­ό καί τήν ἀπο­μά­κρυν­ση τῶν πρω­το­πλά­στων ἀπό τόν Πα­ρά­δει­σο τῆς τρυφῆς, ὅπως γνωρίζουμε, ὥστε νά μή γεύ­ο­νται (ἀναξί­ως) καὶ ἀπό τό ἄλλο δέν­δρο, τῆς «ζωῆς» (δηλ. τῆς ἀθα­να­σί­ας), καί ἔτσι διαιω­νί­ζε­ται ἡ ἁμαρ­τί­α καί τό κα­κό: «ἵνα μή τό κα­κόν ἀθά­να­τον γέ­νηται», ὅπως χα­ρα­κτη­ρι­στικὰ λέ­γει ἡ γνω­στή Εὐχή τοῦ Μ. Βα­σι­λεί­ου.


Ὁ Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, μάλι­στα, θά ὑπο­γραμ­μί­σει ὅτι κερ­δί­ζει ὁ Ἀδάμ ἀπό αὐτό, δη­λα­δή τήν ἔξο­δό του ἀπό τόν Πα­ράδει­σο, τό ὅτι ἔγι­νε θνη­τός καί ἔτσι δια­κό­πτε­ται βιαί­ως ἡ ἁμαρ­τί­α· κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρό­πο, ἡ τι­μω­ρί­α ἀπο­βαί­νει φι­λαν­θρω­πί­α, διό­τι, σύμ­φω­να μὲ τόν προ­ει­ρη­μέ­νο Πα­τέ­ρα, τι­μωρεῖ μὲν ὁ Θε­ός ἀλλὰ μέ­σα ἀπό τή φι­λαν­θρω­πί­α καί τήν πα­να­γά­πη Του[5]!



Ὁ παρήκοος άνθρωπος πού θέλησε μόνος του νά γίνει θεός, λάθρα τοῦ Θεοῦ, ἐπί πολλά ἔτη γεύεται τους καρπούς τῆς παρακοῆς και ταῆς «παραλόγου βρώσεως», μέσα στή φθορά καί τή θνητότητα, που ἀποτελοῦν τά κληρονομηθέντα στήν ἀνθρώπινη φύση οἰκτρά ἀποτελέσματα τῆς πτώσεως…



Ἰδού ὅμως ὅτι ἀνέτειλε ἡ εὐλογημένη μέρα τῆς λύσεως τῶν συνεπειῶν τῆς παρακοῆς τοῦ ἀνθρώπου! Ἔρχεται στόν κόσμο ὁ ποιητής τοῦ  κόσμου «ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος»[6], ἐνδύεται τήν ἀνθρώπινη φύση  «ἐκ τῶν ἀγνῶν  καί παρθενικῶν αἱμάτων»[7] τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου και σώζει τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο.





 Ἔτσι, ἐνῶ μιλήσαμε γιά τά δύο δένδρα στην ἀρχή τῆς Ἱστορίας, τώρα πλέον, στην ἐποχή  τῆς Χάριτος, ἕνα ἄλλο δένδρο «ἀγλαόκαρπον» ἐφάνη στόν κόσμο. Αὐτό εἶναι ἡ Παναγία μας, ἡ Γλυκυτάτη Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ! Καί ὁ Υἱός της, ὁ «εὐλογημένος καρπός τῆς κοιλίας της»,  εἶναι ὁ «ἄρτος τῆς ζωῆς»,[8] ἐκ τοῦ Ὁποίου τρέφονται οἱ πιστοί. Αὐτός μᾶς τρέφει μέ τά Πανάγια Μυστήριά Του,  μέ τό Πανάγιο Σῶμα  καί Αἷμα Του. Ἔτσι, το «ξύλον τῆς ζωῆς», γιά μᾶς πλέον εἶναι τό Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἀλλά ποῦ ὀφείλουμε αὐτή τήν ἀθάνατη τροφή, μετά τόν Θεόν; Στήν Παναγία Μητέρα Του, ἡ Ὁποία τοῦ ἔδωσε την σάρκα, τόν ἐνέδυσε μέ τήν ἀνθρωπότητα, τοῦ «δάνεισε» τή δική μας φύση τήν ὁποία Αὐτός ἐκλάμπρυνε, ἁγίασε καί τήν κατέστησε κατά τήν Ἀνάληψή Του «συγκάθεδρον τῷ Θεῷ και Πατρί»





 Ἀς ἀναφωνοῦμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς, μέ ἄπειρη εὐγνομωσύνη πρός τήν Παναγία μας, τῆς Ὁποίας τόν Ἀκάθιστο ὕμνο θά ψάλλουμε ἀπόψε, ἀφοῦ καί πάλι μᾶς ἀξιώνει ὁ Υἱός Της:

«ΧΑΙΡΕ  ΔΕΝΔΡΟΝ  ΑΓΛΑΟΚΑΡΠΟΝ  ΕΞ  ΟΥ  ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ  ΠΙΣΤΟΙ».










[1] Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τον Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου, MPG. 98, 329C.
[2] Γεν. 2, 9.
[3] Γεν. 2, 17.
[4] Ε­ΠΕ 5, 166.


[5] «Κερ­δαί­νει μέν τι κα­νταῦθα· τόν θά­να­τον καί τό δια­κοπῆναι τήν ἁμαρ­τί­αν, ἵνα μή ἀθά­να­τον ᾖ τό κα­κόν. Καί γί­νε­ται φι­λαν­θρω­πί­α ἡ τι­μω­ρί­α. Οὔτω γάρ ἐγώ πεί­θο­μαι κολάζειν Θε­όν» (Ε­ΠΕ 5, 168, Λόγ. ΜΕ’).


[6] Φιλ. 2, 7.


[7] Ἁγίου Ἰω. Δαμασκηνοῦ, στήν Θεοτόκο.


[8] Ἰω. 6, 48.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου