Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ



τοῦ π. Νικηφόρου Νάσσου

  

Μέσα στήν κατανυκτική περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅσοι ἁγωνίζονται τόν «καλόν τῆς νηστείας ἁγῶνα», γεύονται «ἐν αἰσθήσει ψυχῆς» τή γλυκυτάτη παραμυθία, ἐνίσχυση καί χάρη, ἐλπίδα καί ἐσθιότητα πού χαρίζει ἡ ἐπαναλαμβανόμενη κάθε Παρασκευή «ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν» ὅπως συνηθίσαμε νά τή λέμε, πού εἶναι ἡ τμηματική ἀπαγγελία καί ψαλμώδηση τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου πρός τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Μέσα στούς 72 στίχους τοῦ  Ἀκαθίστου συναντοῦμε  144 χαιρετισμούς πρός τήν Θεοτόκο. Εἶναι, θά λέγαμε, 144 μυρίπνοα ἄνθη «ἐκ τοῦ νοητοῦ λειμῶνος»,τά ὁποία καταστολίζουν τήν «ἐστολισμένην ἐν πᾶσαις ταῖς ἀρεταῖς», τήν «προεκλελεγμένην πρό πασῶν τῶν γενεῶν», τήν κεκοσμημένη μέ ὅλες τίς χάριτες καί θεῖες δωρεές, Ἀειπάρθενο Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ὄντως «τῇ καθαρότητι θέλγει Θεόν ἐν αὐτῇ οἰκῆσαι», ὅπως λέγουν οἱ θειότατοι, θεοτοκόφιλοι Ἅγιοι συγγραφεῖς. Αὐτήν ἐξέλεξε γιά Μητέρα Του ὁ Ἄκτιστος Λόγος καί  Δημιουργός τοῦ Παντός, ὅταν εἰσῆλθε στόν κτιστό κόσμο καί τήν ἱστορία γιά νά ἑνώσει τό κτιστό μέ τό  ἄκτιστο ὑποστατικῶς! Καί, ὅπως ἀποτυπώνεται σέ ἕνα πατερικό κείμενο,  ἀνθρωποπρεπῶς, ὁ Θεός «ἔψαξε» σέ ὅλο τόν κόσμο καί δέν βρῆκε ὅμοια γυναῖκα μέ αὐτήν, γιά νά προσλάβει ἀπό αὐτήν τήν ἀνθρώπινη φύση μας! «Ψηλαφήσας ὁ Ὕψιστος ὅλον τόν κόσμον καί μή εὑρών ὁμοίαν σου μητέρα, ὡς ηὐδόκησεν, ἐκ σοῦ τῆς ἡγιασμένης ἄνθρωπος διά φιλανθρωπίαν γεννήσεται». [1] 



Αὐτήν τιμοῦμε στούς λεγομένους «Χαιρετισμούς» κάθε Παρασκευή κατά την Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀλλά καί ἰδιωτικῶς, καθότι οἱ χαιρετισμοί τῆς Παναγίας, γιά τούς ὀρθοδόξους Χριστιανούς, δέν σταματοῦν ποτέ! Σ᾿ αὐτήν προσφωνοῦμε  τά 144 «Χαῖρε» καί ἡ «τετραυματισμένη ἐκ τῶν παθῶν» ψυχή καί καρδία μας λαμβάνει ἴαση, παρηγορία,  κουφισμό, ἀναψυχή, «δρόσον Ἀερμών». Νά γιατί ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας καί καλλικέλαδος ὑμνητής τῆς Θεοτόκου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναβοοῦσε μέ  θεῖο παφλασμό πρός τήν Θεομήτορα: «Νύσσει μου βέλει γλυκερῷ, τήν καρδίαν ὁ σός πόθος Πανύμνητε καί ἐκβιάζει με, χαῖρε σοί κράζειν ἀεί καί βοᾶν» 



Μετά τα ἀνωτέρω, θά σημειώσουμε ἀναφορικά μέ τόν Ἀκάθιστο ὕμνο, ποίημα τῆς «Σικελικῆς μέλιττας», τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ (κατά τήν ἐπικρατέστερη ἄποψη τῶν ἐρευνητῶν), τά ἀκόλουθα ἐπιγραμματικά. Σύμφωνα μέ τόν Συναξαριστή, ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος, ἐψάλη γιά πρώτη  φορά τό ἔτος 626 μ. Χ. μετά τή σωτηρία τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τήν πολιορκία τῶν Ἀβάρων καί τῶν Περσῶν ἐπί αὐτοκράτορος Ἡρακλείου. Ὁ ὡραιότατος καί κατανυκτικός Ἀκάθιστος ὕμνος, ἐψάλη στό ναό τῶν Βλαχερνῶν  σέ στάση ὀρθία ἀπό ὅλους τούς πιστούς μέ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στήν Ὑπέρμαχο τοῦ γένους μας Στρατηγό.


Δέν θά ἀναφερθοῦμε σέ ἱστορικά στοιχεῖα, οὔτε καί στήν ὅλη δόμηση τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι αὐτός ἀποτελεῖται ἀπό τόν κανόνα («Ἀνοίξω τό στόμα μου» κλπ.), τούς 24 οἶκους καί τό  λεγόμενο Κοντάκιο, τό προσφιλέστατο σέ ὅλους μας «Τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ τά νικητήρια». Θά ἐπισημάνουμε μόνο σχετκά μέ τούς οἶκους, ὅτι  ὑπάρχουν δύο τμήματα στά ὁποῖα χωρίζεται αὐτή ἡ ὑπέροχη σύνθεση μέ τά πολλά «χαῖρε». Τό πρῶτο τμῆμα, Α-Μ, ἔχει νά κάνει μέ τήν ἱστορικότητα  τῶν γεγονότων, τον Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, τή σύλληψη τοῦ Κυρίου, τήν ἐπίσκεψη στήν Ἐλισάβετ,  τήν ἀνησυχία τοῦ δικαίου Ἰωσήφ, τήν ἐπίσκεψη τῶν  Μάγων  καί  τῶν  ποιμένων στό νεογέννητο Σωτῆρα τοῦ κόσμου, τήν ἐπιστροφή τῶν Μάγων καί τήν Ὑπαπαντή τοῦ Χριστοῦ.



Τό δεύτερο, τμῆμα τοῦ Ἀκαθίστου, Ν-Ω, εἶναι καθαρά δογματικοῦ καί θεολογικοῦ περιεχομένου, ἀλλά καί σωτηριολογικοῦ. Ἐκεῖ γίνεται λόγος γιά τήν «νέα δημιουργία» τήν ὁποῖα ἔφερε ὁ Χριστός (ὡς νέος Ἀδάμ), γενόμενος ἄνθρωπος. Ἀκόμη ὁμιλεῖ γιά τήν ἄσπορο σύλληψη τοῦ Χριστοῦ, γιά τή θεότητα καί τήν ἀνθρωπότητά Του, γιά τή σωτηρία πού ἔφερε στόν κόσμο, γιά τή θέωση τοῦ «προσληφθέντος φυράματος», ὅπως ἐπίσης καί  γιά τήν μεγάλη  ἀξία τῆς Θεοτόκου ἡ ὁποία προσφωνεῖται ὡς «τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν» καί «καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν», «τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος» κ.ἄ. Ὅμως, γιά νά ἀκριβολογήσουμε θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι καί στά δύο μέρη τοῦ Ἀκαθίστου, ὑπάρχουν ἀνάμεικτα καί τά δύο στοιχεῖα, τό ἱστορικό καί τό θεολογικό.



 Ἀνάλογος πλοῦτος κρύβεται καί στόν πλήρη λεκτικῶν σχημάτων, καλλιεπείας καί ποιητικότητος κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου, τό ἀριστούργημα αὐτό τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας, ποίημα τοῦ Πατρός καί πρυτάνεως τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. (Γιά τήν ἀκρίβεια, οἱ εἰρμοί εἶναι τοῦ  Ἰω. Δαμασκηνοῦ καί τά ἀκολουθοῦντα τροπάρια εἶναι τοῦ Ἰωσήφ Ξένου). Στόν κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζεται ὡς «Ἀδάμ ἐπανόρθωσις», «ἁγνείας θησαύρισμα», «πύλη, ἥν ὁ Λόγος μόνος διώδευσε», «παστάς τοῦ Λόγου ἀμόλυντος, αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως»,«κλίμαξ γῆθεν πάντας ἀνυψώσασα χάριτι», «ἄφλεκτος βάτος καί νεφέλη ὁλόφωτε» καί ἄλλα διά τῶν ὁποίων ὑποδηλώνεται  ὅτι  οἱ περισσότερες προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀναφέρονται στή Θεοτόκο Μαρία, τήν «προεκλελεγμένην πρό πασῶν τῶν γεννεῶν εἰς κατοικητήριον τοῦ Παντάνακτος Θεοῦ».  



Θά τελειώσουμε τήν ἀναφορά μας στόν γλυκύτατο Ἀκάθιστο ὕμνο μέ ἕνα σχολιασμό σέ ἕνα ἀπό τά «χαῖρε» τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἀπό ἕνα στίχο, ὄντως πνευματικότατο.




«Χαῖρε δένδρον ἀγλαόκαρπον ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί»!




Χαῖρε, λέγει, Θεοτόκε ἐσύ, πού εἶσαι τό ἀγλαόκαρπο δένδρο ἀπό τό ὁποῖο τρέφονται οἱ πιστοί!  Ἡ Ἁγία Γραφή, κάνει λόγο ὅτι μέσα στον πρῶτο ἐκείνο ἐπίγειο Παράδεισο πού «ἐφύτευσεν ὁ Θεός κατά Ἀνατολάς», ὑπῆρχαν μεταξύ ἄλλων δύο δένδρα με ἰδιαίτερη σημασία και ἀλληγορία. Αὐτά ἦσαν  «τό ξύ­λον τῆς ζωῆς ἐν μέ­σω τοῦ πα­ρα­δεί­σου καί τό ξύλον τοῦ εἰδέ­ναι γνω­στόν κα­λοῦ καί πο­νη­ροῦ»[2]. Ὑπῆρχε ὅμως μία ἐντολή, μία ἀπαγόρευση πρός τούς πρωτοπλάστους, ἐκ μέρους τοῦ Δημιουργοῦ. Ἡ ἀπα­γό­ρευ­ση τῆς βρώ­σε­ως τοῦ δέν­δρου τῆς γνώ­σε­ως τοῦ κα­λοῦ καί τοῦ κα­κοῦ. Αὐτό δέν ἦταν, πα­ρά μί­α δο­κι­μα­σί­α τῆς ἐλευ­θερίας βου­λή­σε­ως τοῦ ἀνθρώ­που, ἀλλά καί  ἀπο­τε­λοῦσε καί μί­α προ­ει­δο­ποί­η­ση γιά τόν ἐκ τῆς πα­ρα­κοῆς ἐπερ­χό­με­νο θά­να­το: «Ἧ δ᾿ ἄν ἡμέρᾳ φά­γη­τε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θα­νάτῳ ἀπο­θα­νεῖσθε»[3]. Τό «δέν­δρο τῆς γνώ­σε­ως», οὔτε φυ­τεύ­τη­κε μέ κα­κό σκο­πό, οὔτε ἀπα­γο­ρεύ­τη­κε ἀπό φθό­νο, ὅπως λέ­γει πά­λι Γρη­γό­ριος ὁ Να­ζιαν­ζη­νός, ἀλλά ἦταν κα­λό, ὅταν τό δο­κί­μα­ζε κα­νείς στόν κα­τάλ­λη­λο «και­ρό»: «Τό δέ ἦν τό ξύ­λον τῆς γνώ­σε­ως, οὔτε φυ­τευ­θέν ἀπ᾿ ἀρχῆς κακῶς, οὔτε ἀπα­γο­ρευ­θέν φθο­νερῶς... Ἀλλά κα­λόν μέν, εὐκαί­ρως με­τα­λαμ­βα­νό­με­νον»[4]. Για­τί μί­α γνώ­ση (πού ὁπωσ­δή­πο­τε συ­νι­στᾶ δύ­να­μη) στὰ χέ­ρια μιᾶς ἀνώ­ριμης ψυ­χικὰ καὶ πνευ­μα­τικὰ ὕπαρ­ξης ἀπο­τε­λεῖ ἐπι­κίν­δυ­νο ὅπλο, τό­σο γιὰ τὴν ἴδια, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους της. Ἕνα τρο­πά­ριο τοῦ Κα­νό­να τῆς ἑορ­τῆς τῆς Ὑψώ­σε­ως τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ διατυ­πώ­νει ἀκριβῶς αὐτήν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: «Ἔλυ­σε πρό­σταγμα Θε­οῦ πα­ρα­κο­ή, καί ξύ­λον ἤνε­γκε θά­να­τον βροτοῖς, τό μή εὐκαί­ρως με­τα­ληφθέν».



         Ἡ βρώ­ση τοῦ «δέν­δρου τῆς γνώ­σε­ως» ἔδι­νε, λοι­πόν, γνω­στι­κή δύ­να­μη περὶ τῆς οἰκεί­ας φύ­σε­ως, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι κα­λό μὲν γιά τούς τελεί­ους (ὅπως ἔπρε­πε νά φθάσει ὁ Ἀδάμ, ὁδεύ­ο­ντας στα­διακά πρός τή θέ­ω­ση), ἀλλά κα­κό καί ἐπι­βλα­βές γιά τούς ἀτε­λε­στέ­ρους καί μή προ­ε­τοι­μασμέ­νους κα­τάλ­ληλα πρός τοῦτο, ὅπως εἶναι ἐπι­βλα­βής ἡ στε­ρε­ά τρο­φή στό βρέ­φος, πού ἀκό­μη ἔχει τήν ἀνά­γκη τοῦ γά­λακτος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Παύ­λειο λό­γο.


Ἦταν, συ­νεπῶς, ἕνα δο­κι­μα­στή­ριο καί μί­α ἄσκη­ση ἀρετῆς καί ἐλευ­θε­ρί­ας γιά τόν ἄνθρω­πο, μέ­σα ἀπό τήν ὁποί­α θά φαι­νό­ταν ἡ κα­λή ἤ κα­κή χρή­ση τοῦ αὐτε­ξου­σί­ου του. Καί τά ἀπο­τε­λέ­σμα­τα γνω­στά, ἀφοῦ ὁ ἄνθρω­πος πα­ρή­κου­σε, ἀπέ­τυ­χε, ἀστό­χη­σε καὶ ἐξέ­πε­σε. Αὐτή ἡ ἀπο­τυ­χί­α τοῦ ἀτο­μο­κε­ντρι­σμοῦ ὁδή­γη­σε μοι­ραῖα στή δια­κο­πή τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ ἀνθρώ­που μέ τόν Θε­ό καί τήν ἀπο­μά­κρυν­ση τῶν πρω­το­πλά­στων ἀπό τόν Πα­ρά­δει­σο τῆς τρυφῆς, ὅπως γνωρίζουμε, ὥστε νά μή γεύ­ο­νται (ἀναξί­ως) καὶ ἀπό τό ἄλλο δέν­δρο, τῆς «ζωῆς» (δηλ. τῆς ἀθα­να­σί­ας), καί ἔτσι διαιω­νί­ζε­ται ἡ ἁμαρ­τί­α καί τό κα­κό: «ἵνα μή τό κα­κόν ἀθά­να­τον γέ­νηται», ὅπως χα­ρα­κτη­ρι­στικὰ λέ­γει ἡ γνω­στή Εὐχή τοῦ Μ. Βα­σι­λεί­ου.


Ὁ Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, μάλι­στα, θά ὑπο­γραμ­μί­σει ὅτι κερ­δί­ζει ὁ Ἀδάμ ἀπό αὐτό, δη­λα­δή τήν ἔξο­δό του ἀπό τόν Πα­ράδει­σο, τό ὅτι ἔγι­νε θνη­τός καί ἔτσι δια­κό­πτε­ται βιαί­ως ἡ ἁμαρ­τί­α· κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρό­πο, ἡ τι­μω­ρί­α ἀπο­βαί­νει φι­λαν­θρω­πί­α, διό­τι, σύμ­φω­να μὲ τόν προ­ει­ρη­μέ­νο Πα­τέ­ρα, τι­μωρεῖ μὲν ὁ Θε­ός ἀλλὰ μέ­σα ἀπό τή φι­λαν­θρω­πί­α καί τήν πα­να­γά­πη Του[5]!



Ὁ παρήκοος άνθρωπος πού θέλησε μόνος του νά γίνει θεός, λάθρα τοῦ Θεοῦ, ἐπί πολλά ἔτη γεύεται τους καρπούς τῆς παρακοῆς και ταῆς «παραλόγου βρώσεως», μέσα στή φθορά καί τή θνητότητα, που ἀποτελοῦν τά κληρονομηθέντα στήν ἀνθρώπινη φύση οἰκτρά ἀποτελέσματα τῆς πτώσεως…



Ἰδού ὅμως ὅτι ἀνέτειλε ἡ εὐλογημένη μέρα τῆς λύσεως τῶν συνεπειῶν τῆς παρακοῆς τοῦ ἀνθρώπου! Ἔρχεται στόν κόσμο ὁ ποιητής τοῦ  κόσμου «ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος»[6], ἐνδύεται τήν ἀνθρώπινη φύση  «ἐκ τῶν ἀγνῶν  καί παρθενικῶν αἱμάτων»[7] τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου και σώζει τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο.





 Ἔτσι, ἐνῶ μιλήσαμε γιά τά δύο δένδρα στην ἀρχή τῆς Ἱστορίας, τώρα πλέον, στην ἐποχή  τῆς Χάριτος, ἕνα ἄλλο δένδρο «ἀγλαόκαρπον» ἐφάνη στόν κόσμο. Αὐτό εἶναι ἡ Παναγία μας, ἡ Γλυκυτάτη Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ! Καί ὁ Υἱός της, ὁ «εὐλογημένος καρπός τῆς κοιλίας της»,  εἶναι ὁ «ἄρτος τῆς ζωῆς»,[8] ἐκ τοῦ Ὁποίου τρέφονται οἱ πιστοί. Αὐτός μᾶς τρέφει μέ τά Πανάγια Μυστήριά Του,  μέ τό Πανάγιο Σῶμα  καί Αἷμα Του. Ἔτσι, το «ξύλον τῆς ζωῆς», γιά μᾶς πλέον εἶναι τό Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἀλλά ποῦ ὀφείλουμε αὐτή τήν ἀθάνατη τροφή, μετά τόν Θεόν; Στήν Παναγία Μητέρα Του, ἡ Ὁποία τοῦ ἔδωσε την σάρκα, τόν ἐνέδυσε μέ τήν ἀνθρωπότητα, τοῦ «δάνεισε» τή δική μας φύση τήν ὁποία Αὐτός ἐκλάμπρυνε, ἁγίασε καί τήν κατέστησε κατά τήν Ἀνάληψή Του «συγκάθεδρον τῷ Θεῷ και Πατρί»





 Ἀς ἀναφωνοῦμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς, μέ ἄπειρη εὐγνομωσύνη πρός τήν Παναγία μας, τῆς Ὁποίας τόν Ἀκάθιστο ὕμνο θά ψάλλουμε ἀπόψε, ἀφοῦ καί πάλι μᾶς ἀξιώνει ὁ Υἱός Της:

«ΧΑΙΡΕ  ΔΕΝΔΡΟΝ  ΑΓΛΑΟΚΑΡΠΟΝ  ΕΞ  ΟΥ  ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ  ΠΙΣΤΟΙ».










[1] Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τον Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου, MPG. 98, 329C.
[2] Γεν. 2, 9.
[3] Γεν. 2, 17.
[4] Ε­ΠΕ 5, 166.


[5] «Κερ­δαί­νει μέν τι κα­νταῦθα· τόν θά­να­τον καί τό δια­κοπῆναι τήν ἁμαρ­τί­αν, ἵνα μή ἀθά­να­τον ᾖ τό κα­κόν. Καί γί­νε­ται φι­λαν­θρω­πί­α ἡ τι­μω­ρί­α. Οὔτω γάρ ἐγώ πεί­θο­μαι κολάζειν Θε­όν» (Ε­ΠΕ 5, 168, Λόγ. ΜΕ’).


[6] Φιλ. 2, 7.


[7] Ἁγίου Ἰω. Δαμασκηνοῦ, στήν Θεοτόκο.


[8] Ἰω. 6, 48.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ..




ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

ΠΟΘΟΣ ΕΝΘΕΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

τοῦ π. Νικηφόρου Νάσσου




«Τό ἀληθινόν Πάσχα καί ἡ ἀληθινή ἑορτή τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ Χριστός, ὅστις θυσιάζεται εἰς τά μυστήρια». [1]


Μέ αὐτά τά πνευματικότατα λόγια, κορυφαῖος τῶν λεγομένων «Κολλυβάδων»   Πατέρων καί  σοφός Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας, Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης,  θέλει νά παρακινήσει τήν κάθε θεοφιλῆ ψυχή πού ἐπιθυμεῖ να ἔρθει «εἰς αἴσθησιν Θεοῦ», στήν ἀγάπη καί τόν πόθο τῆς μετοχῆς «τῶν Ἀγιασμάτων», τῆς βρώσεως τοῦ «Οὐρανίου Ἄρτου», τῆς πόσεως τῆς «γλυκυτάτης ἀμβροσίας», τῆς μεθέξεως τῆς Θεοπαραδότου Θείας Εὐχαριστίας, κατά τήν ὁποία οἱ χριστιανοί τρώγουμε κυριολεκτικῶς τόν Θυσιαζόμενο Ἀρχηγό τῆς Πίστεώς μας, Ἰησοῦ Χριστό!   


Μέ ἀφορμή τήν κατανυκτική περίοδο τοῦ Τριωδίου, κατά τήν ὁποία οἱ πιστοί ἐκτελοῦν τόν λεγόμενο «ψυχικό καθαρμό», ὥστε νά φθάσουν ἕτοιμοι στή Ζωηφόρο Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καταθέτουμε λίγες σκέψεις ἀναφορικά μέ τό κέντρο ἀλλά καί τήν κατάληξη καί στοχοποίηση  ὅλης τῆς πνευματικῆς μας προετοιμασίας, πού εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη τοῦ Παναγίου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
  

Τό ἀληθινό Πάσχα εἶναι ὁ Χριστός, ὅπως εἴδαμε στό χωρίο τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου, καί θά τό δοῦμε  καί στά ἑπόμενα. Ὅλοι ἐμεῖς περιμένουμε τό Πάσχα, ἀλλά πῶς ὅμως καί μέ τί κριτήρια; Μέ θεολογικά καί σωτηριολογικά, ἤ ἐντελῶς κοσμικά καί κοινωνικά;  Μήπως ἀναμένουμε τήν ἔλευση τῆς Λαμπρῆς, ὅπως λέγεται, ὡς ἑορτή καί μόνο κατά τήν ὁποία θά καταλύσουμε τήν «ἀπολλυμένην βρώσιν», δηλαδή «ἐπιτέλους θά φᾶμε μετά ἀπό πενῆντα μέρες», ὅπως συνηθίζουμε νά λέμε; Θά γίνει,βεβαίως, καί αὐτό, θά καταλύσουμε, ἀφοῦ ἡ νηστεία θά παρέλθει, ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό πού συνιστᾶ τό Πάσχα, τό ὁποῖο  πού περιμένουμε! Εἶναι δέ γεγονός, ὅτι μέ πολλές προσδοκίες, ἐπιθυμίες, σκεπτικά καί διαθέσεις περιμένουν οἱ ἄνθρωποι τό Πάσχα καί δέν εἶναι τοῦ παρόντος νά ἀναλύσουμε. 


Ὅμως, εἶναι ἐπίσης γεγονός ἀναμφίβολο, ὅτι πολλοί εἶναι ἐκείνοι οἱ ὁποῖοι, δυστυχῶς, ἑορτάζουν Πάσχα χωρίς Χριστό… Καί αὐτό λαμβάνει χώρα ὅταν ὁ ἄνθρωπος, σκεπτόμενος μόνο ὑλικά καί αἰσθησιακά, ἀγνοήσει τό πνευματικό καί θεῖο νόημα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ! Λησμονεῖ πραγματικά ὁ αἰσθησιακός ἄνθρωπος ὅτι ἡ  Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία περιμένουμε μετά τή λήξη τῆς Ἁγίας καί  Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀποτελεῖ τό αἰώνιο Πάσχα ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν, ἀφοῦ ὁ Παθών καί ἐκ τάφου Ἀναστάς Κύριός μας, εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχήν Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, «τό Πάσχα ἡμῶν» ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος.  Αὐτό γιά τόν ἰδεώδη Χριστιανό συνιστᾶ μία βίωση προσωπική καί ὑπαρξιακή τοῦ Πάσχα (πού σημαίνει στά ἐβραϊκά δάβασις, πέρασμα), μιά ἐν προκειμένῳ δική του διάβαση ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας στήν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς καί τήν πορεία της πρός τήν πνευματική «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό συντελεῖται μέσα στήν Ἁγία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας. Καί συντελεῖται μέ τήν ὅλη ἐκκλησιαστική  καί πνευματική ζωή, ἀλλά κορυφώνεται στό «Μυστήριον τῶν Μυστηρίων», τήν Θεία Εὐχαριστία, ὅπου μετέχουμε τοῦ «Πασχαλίου Ἀμνοῦ», τοῦ Θυσιαζομένου Κυρίου μας. Μέ αὐτό τό πνεῦμα ἀκριβῶς, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, θά μᾶς τονίσει καί πάλι, στό θεολογικότατο Ἑορτοδρόμιό του ὅτι: «Ἀληθινόν Πάσχα τῶν χριστιανῶν εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἐν τοῖς μυστηρίοις μεταλαμβανόμενος»! [2]


στόσο, δεν θά πρέπει νά λησμονεῖται ἀπό κανέναν ὅτι ἡ κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι ἕνα Πάσχα, ἕνα πνευματικό πανηγύρι, κυρίως δέ, γιά ὅσους χριστιανούς ἔχουν τή δυνατότητα μεθέξεως  στό ἀναστάσιμο «πόμα» τῆς Εὐχαριστίας, δηλαδή γιά ὅσους μεταλαμβάνουν (κατόπιν τῆς σχετικῆς προετοιμασίας, αὐτομεμψίας, μετανοίας κλπ.) τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Πραγματικά, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ Χριστός, ὁ «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» μέσῳ τῶν Φρικτῶν Του Μυστηρίων, μπορεῖ καί μία καθημερινή ἡμέρα νά γίνει Πάσχα γιά τόν πιστό. Ἀληθινά, «ὅλες οἱ ἡμέρες γίνονται Πάσχα καί ἀνάσταση μέ τή θεία λειτουργία, στήν ὁποία μετέχοντας καί κοινωνώντας οἱ πιστοί γίνονται ἀνάσιμο καί  ἀναστημένο κατά Κυριακόν σῶμα, κοινωνία ἀληθής ἑνότητας ἐν Χριστῷ πού βιώνει ἀδιάλειπτα τήν πασχάλια ἀνακαινιστική ἐμπειρία». [3] Κάθε φορά πού προσερχόμαστε στήν Ἀγία Τράπεζα μέ κεκαθαρμένη συνείδηση, Πάσχα ἐπιτελοῦμε, ὑπογραμμίζει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Ὁσάκις ἄν προσίῃς μετά καθαροῦ συνειδότος, Πάσχα ἐπιτελεῖς». [4]  


Εἶναι δέ γεγονός, ὅτι ἀνάλογα μέ τήν ἑτοιμασία μας, λαμβάνουμε χάρη ἐκ τοῦ Μυστηρίου καί δύναμη ψυχῆς καί αὐτό εἶναι ἕνα σημεῖο πολύ σημαντικό τό ὁποῖο πρέπει νά προσέχουμε ἅπαντες οἱ κοινωνοῦντες καί προσεγγίζοντες τά Θεῖα Μυστήρια, κληρικοί καί λαϊκοί. Ὁ θεολογικότατος Καβάσιλας, στό  περισπούδαστο ἔργο του «Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» θά τονίσει τήν ὡς ἄνω πραγματικότητα γράφοντας ὅτι «τοῦτο τό μυστήριον φῶς μέν ἐστί τοῖς ἤδη κεκαθαρμένοις, καθάρσιον δέ τοῖς ἔτι καθαιρομένοις, ἀλείπτης δέ (=προπονητής) κατά τοῦ πονηροῦ καί τῶν παθῶν ἀγωνιζομένοις». [5]


ἐν Ὁσίοις καί Διδασκάλοις Μέγας, Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, θά μᾶς ὑπομνήσει ὅτι «τό ἱερόν καί πανάγιον Σῶμα τοῦ Κυρίου μας, ὅταν καλῶς καί ἀξίως μεταλαμβάνεται, εἰς τούς πολεμοῦντας (κατά τοῦ διαβόλου) γίνεται ὅπλον, εἰς τούς ἀναχωροῦντας ἀπό τόν Θεόν ἐπαναστροφή. Τούς ἀσθενεῖς ἐνδυναμώνει, τούς ὑγιεῖς εὐφραίνει, τάς ἀσθενείας ἰατρεύει, τήν ὑγείαν διαφυλάττει». Μᾶς ἐπισημαίνει δέ παρακάτω ὅτι «διά τῆς Μεταλήψεως εὐκολώτερον διορθούμεθα, πλέον μακρόθυμοι καί ὑπομονητικοί εἰς τούς πόνους καί θλίψεις γινόμεθα, πλέον θερμοί εἰς τήν ἀγάπην, πλέον πρόθυμοι εἰς τήν ὑπακοήν, πλέον  ὀξύτεροι  καί γρηγορότεροι εἰς τήν ἐνέργειαν (=ἐνεργοποίησιν) τῶν χαρισμάτων».[6] Καί στίς εὐχές τῆς γνωστῆς Ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως συναντοῦμε αὐτά τά ἀποτελέσματα τῆς ἐπενεργείας τῆς ἀκτίστου Χάριτος, ἡ  ὁποία προχέεται ἀπό τά Πανάγια Μυστήρια καί ἐπισκιάζει τούς μετ᾿ ἑτοιμασίας προσερχομένους πιστούς. Σέ ἕνα τροπάριο τοῦ κανόνος λ.χ. λέγονται τά ἑξῆς: «Πηγή ἀγαθῶν ἡ μετάληψις, Χριστέ, τῶν ἀθανάτων σου νῦν Μυστηρίων γενηθήτω μοι, φῶς καί ζωή καί ἀπάθεια καί πρός ἀρετῆς θειοτέρας προκοπήν καί ἐπίδοσιν πρόξενος, μόνε ἀγαθέ ὅπως δοξάζω σε».[7]


Σέ ἕνα ἄλλο τροπάριο, φαίνεται πώς ἡ θέωση, ὡς ἐνοίκηση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τῆς Τριαδικῆς Θεότητος στόν πιστό, εἶναι τό ὕψιστο ἀποτέλεσμα τῆς Θ. Μεταλήψεως[8]: «Ψυχήν σύν τῷ σώματι ἁγιασθείην, Δέσποτα, φωτισθείην, σωθείην, γενοίμην οἶκος σου, τῇ τῶν μυστηρίων μεθέξει τῶν ἱερῶν, ἔνοικόν σε ἔχων σύν Πατρί και Πνεύματι, εὐεργέτα πολυέλαιε». [9] Στήν δέ ποιητική εὐχή τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου διαβάζουμε: «καί καθαίρεις καί λαμπρύνεις καί φωτός ποιεῖς μετόχους, κοινωνούς θεότητός σου ἐργαζόμενος ἀφθόνως…»


Ἑνῶ ὅμως αὐτά ἰσχύουν γιά τήν ἐμπροϋπόθετη συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου στό «Ποτήριον τῆς Ζωῆς», ἀντίθετα, ὅποιος προσέρχεται ἀνέτοιμος καί ἀμετανόητος, αὐτός μετέχει τῆς καυστικῆς/κολαστικῆς ἐνεργείας τῆς Θ. Κοινωνίας και γίνεται στην ψυχή του «εἰς κρῖμα καί εἰς κατάκριμα». Τό κυριακό σῶμα τυγχάνει «ἄνθραξ, τούς ἀναξίους φλέγων», ὅπως διαβάζουμε στούς λεγομένους «προτρεπτικούς στίχους» τῆς Ἀκολουθίας τῆς Θ. Μεταλήψεως. Εἶναι φῶς πού φωτίζει και ἁγιάζει τούς ἀξίους (τούς μετανοοῦντες), ἀλλά καί πῦρ πού καίει τούς ἀκαθάρτους. Γιά τό λόγο αὐτό, ἱκετεύουμε τόν Κύριο, μέσα ἀπό τά ἱερά κείμενα, ὥστε νά μή δεχθοῦμε ἑντός μας τά ἀρνητικά ἀποτελέσματα τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Μυστηρίου, λόγῳ τῆς ἀναξιότητος[10] καί ἀκαθαρσίας μας: «…καί μή εἰς κρῖμα μοι γένοιτο ἡ μετάληψις τῶν ἀχράντων καί ζωοποιῶν μυστηρίων σου, μηδέ ἀσθενής γενοίμην, ψυχῇ τε και σώματι, ἐκ τοῦ ἀναξίως αὐτῶν μεταλαμβάνειν».[11]


πομένως, εἶναι ἀπαραίτητος ὁ προευτρεπισμός τῆς ψυχῆς, ἡ κάθαρσή της ἀπό τά «ψεκτά πάθη», προκειμένου νά δεχθεῖ διά τῆς Θείας Μεταλήψεως τόν Καθαρότατο καί Πανάσπιλο Θεό! Βεβαίως, νά σημειωθεῖ ὅτι «μολονότι, τελικά, ἡ ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκείνη πού μᾶς καθιστᾶ «ἀξίους» στήν προσέγγιση καί μετάληψη τῶν Ἁγίων Δώρων, ἡ πνευματική ζωή, ὡς διαρκής προετοιμασία τοῦ πιστοῦ γιά τή συμμετοχή στό φρικτό μυστήριο, διακρατεῖ τόν πιστό στό κυριακό σῶμα».[12] 


 Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος μᾶς συμβουλεύει ὡς ἑξῆς: «Διά τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νά προκαθαρίζωμεν τόν ἑαυτόν μας ἀπό πάντα λογισμόν μέ τήν ἐξομολόγησιν καί μάλιστα (νά τόν καθαρίζωμεν) ἀπό τήν μνησικακίαν, και τότε ἄς πλησιάζωμεν εἰς τά θεῖα μυστήρια. Ἐπειδή, καθώς ἡ ἀγάπη εἶναι πλήρωμα καί τελείωσις ὅλου τοῦ νόμου, οὕτω ἡ μνησικακία καί τό μῖσος εἶναι ἀναίρεσις και ἀθέτησις ὅλου τοῦ νόμου καί πᾶσης ἀρετῆς». [13]


Γιά νά πραγματοποιηθοῦν, ὅμως, ὅλα αὐτά, θά πρέπει ὁ Χριστιανός νά ποθήσει μέ ὅλη του τήν ὕπαρξη νά προσέρχεται μέ πόθο καί ἱερά ἐπιθυμία ἀκορέστως στη  μετοχή τῶν Ἁγιασμάτων τοῦ Χριστοῦ! Καί οἱ πνευματικοί πατέρες -ἐξομολόγοι, νά μήν κωλύουν τούς δυναμένους πιστούς νά μεταλαμβάνουν τῶν Ζωοποιῶν Μυστηρίων, ὅταν βεβαίως συντρέχουν οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις καί δέν ὑφίστανται κωλύματα ἐκ θανασίμων ἁμαρτιῶν. Ὀφείλουν δέ, νά συμβουλεύουν καί νά παρακινοῦν τά πνευματικά τους τέκνα νά ἁγωνίζονται τόν καλόν ἁγῶνα τῆς ἀρετῆς, ὥστε νά καθιστοῦν τήν ψυχή τους δοχεῖο κατάλληλο πρός ὑποδοχήν τῆς ἀκτίστου Ἐνεργείας, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Ὀφείλουν, ἀκόμη, νά τούς διδάσκουν κάτι βασικότατο καί θεμελιωδέστατο, ὅτι ἡ θεία Κοινωνία, κατά τούς Πατέρες καί ἱερούς Διδασκάλους ἀποτελεῖ «τό μέγιστο καί ἐπισφραγιστικό δώρημα τοῦ τριπλοῦ καί ἑνιαίου μυστηρίου τῆς χριστιανικῆς μυήσεως. Βαπτισματική ἀναγέννηση ἀναγέννηση καί χαρισματική σφράγιση ὁλοκληρώνονται  καί τελειοῦνται  μέ τήν πρόσκληση στην   πνευματική  Τράπεζα τοῦ Κυρίου καί τή μετοχή τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν θείων μυστηρίων». [14] 


Αὐτός, λοιπόν, ὁ θεοφιλής πόθος τοῦ πιστοῦ νά προσέρχεται ὅσο συχνά μπορεῖ στό «Ποτήριον τῆς Ζωῆς», τόν συνδέει μέ τήν Ἀληθινή, τήν ὄντως Ζωή, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς τρέφει ὅπως ἡ μητέρα μας, ἀφοῦ Αὐτός μᾶς ἀννεγέννησε, κατά την ὡραιότατη διατύπωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Ὥσπερ γυνή τό τεχθέν οἰκείῳ τρέφει  αἵματι καί γάλακτι, οὕτω καί ὁ Χριστός, οὕς ἐγέννησεν αὐτός, οἰκείῳ τρέφει  διηνεκῶς αἵματι».[15] Αὐτή ἡ ταπεινή καί νοσταλγική ἐκζήτηση καί προσμονή τῆς «Οὐράνιας τροφοδοσίας», προσπορίζει στό κτιστό τή μυστική κονωνία του μέ τό ἄκτιστο, μέ τόν ἀΐδιο Θεό. Αὐτή ἡ ἐπιπόθηση τῆς μετοχῆς στά Ἅγια Μυστήρια, ὅπως ὀρθά ἔχει γραφεῖ, «ζωοποιεῖ τήν ψυχή, λαμπρύνει τήν καρδιά, φωτίζει τό νοῦ, καθαίρει τίς ἁμαρτίες, συντρίβει τόν διάβολο, δικαιώνει καί  ἁγιάζει τόν σύνολο ἄνθρωπο, γιατί τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου εἶναι τά ἀληθινά ἁγιάσματα τοῦ ἀνθρώπου».[16]


Θά κλείσουμε μέ τά  ἱερά λόγια τοῦ ἱεροῦ Διδασκάλου, Ὁσίου Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος περιγράφει τά ἀποτελέσματα  τῆς Θείας καί Ἱερᾶς Μεταλήψεως καί τό πῶς αὐτή ἐνεργεῖ στούς ἀγωνιστές ὡς νικητήριο κατά τῶν  ἀοράτων ἐθρῶν, ὡς  ψυχική εἰρήνη καί πνευματική κατάπαυση.


«Ἐάν λοιπόν θέλωμεν καί ἡμεῖς νά φύγωμεν τήν Αἴγυπτον, ἤτοι τήν σκυθρωπήν καί διώκτριαν ἁμαρτίαν, καί τόν Φαραώ,  τόν νοητόν τύρρανον, καθώς λέγει ὁ θεολόγος Γρηγόριος, καί νά κληρονομήσωμεν τήν γῆν τῆς καρδίας καί τῆς ἐπαγγελίας, πρέπει, καθώς ἐκεῖνοι εἶχον στρατηγόν τόν Ἰησοῦν τοῦ Ναυῆ νά ἔχωμεν καί ἡμεῖς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διά τῆς συχνῆς μεταλήψεως , διά νά νικήσωμεν τούς Χαναναίους καί ἀλλοφύλους, τά ἄτακτα πάθη τῆς σαρκός, καί τούς Γαβαωνίτας, τούς ἀπατηλούς λογισμούς, διά νά καθίσωμεν εἰς τήν πόλιν Ἱερουσαλήμ ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται ἱερά εἰρήνη πρός διαφοράν τῆς  κοσμικῆς εἰρήνης».[17]





[1] Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Περί τῆς συνεχοῦς Μεταλήψεως, ἐκδ. Σ. Σχοινᾶ, Βόλος 1971, σ. 68.
[2] Βλ. ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα,  καθηγητοῦ Α.Π.Θ. Ἡ Θεία Εὐχαριστία και τα προνόμια τῆς Κυριακῆς κατά τή διιδασκαλία τῶν Κολλυβάδων, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 346.
[3] ὅπου π. σελ. 588.
[4] ὅπου π. σελ. 589.
[5] Βλ. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος Δ΄.
[6] Βλ. Π. Μ. Σωτῆρχου,  Ὀδηγός Ὀρθοδοξίας, Κείμενα Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἐκδ. Ν. Παναγοπούλου, σελ. 104.
[7] Βλ. Κανόνα τῆς ἀκολουθίας τῆς Θ. Μεταλήψεως, Ὡδή ἐβδόμη.
[8] Βλ. πρωτοπρ. Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡ Θεολογική Μαρτυρία τῆςἘκκλησιαστικῆς Λατρείας, ἐκδ. Ἁρμός,σελ. 298.
[9] ὅπου π. Ἀκολουθία Θ. Μ. Ἐννάτη ὠδή.
[10] Βεβαίως  ὅλοι εἴμαστε ἀνάξιοι  προκειμένου νά δεχθοῦμε ἑντός μας τό «πῦρ τῆς θεότητος», ἀλλά τουλάχιστον νά τό ἀναγνωρίζουμε καί νά ταπεινώνεται ἔτσι τό φρόνημά μας. Καί νά κάνουμε ὅσο μποροῦμε τή σχετική προετοιμασία πρίν προσέλθουμε στα Ἄχραντα Μυστήρια. Ἑπομένως, ἄλλο ἀνάξιος καί ἄλλο ἀπροετοίμαστος! Τό πρῶτο ὀφείλεται στήν κτιστή φύση μας. Τό δεύτερο ἔγκειται στήν προαίρεσή μας.
[11] Βλ. Α΄εὐχή τῆς Ἀκολουθίας τῆς Θ. Μ.
[12] π.  Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡ Θεολογική μαρτυρία…σελ. 286.
[13] ὅπου π. σελ. 99
[14] Ἡ Θ. Εὐχαριστία καί τά προνόμοια…σελ. 52, ὅπου γίνεται ἑρμηνεία τῆς θέσεως Ἀθανασίου τοῦ Παρίου.
[15] MPG. 73, 585D.
[16] ὅπου π. Ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά προνόμια τῆς Κυριακῆς… σελ. 343
[17] ὅπου π. σελ. 335.

Η ΘΕΙΑ ΚΕΝΩΣΗ ΔΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ


Τρίτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἀγαπητοί μου, Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ὅπως λέγεται. Ἡ Ἐκκλησία, στήν καρδιά, στό κέντρο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τοποθετεῖ τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά τόν προσκυνοῦμε οἱ πιστοί καί νά ἀντλοῦμε δύναμη στή ζωή μας, ἀλλά καί στόν πνευματικό  ἀγῶνα πού διεξάγουμε στόν καιρό αὐτό τῆς σαρακοστῆς, μέχρι τό Πάσχα, ὅπου θά προσκυνήσουμε τήν Ζωηφόρο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Πῶς βεβαίως πρέπει να φθάσουμε στην Ἀνάσταση; Ὡς νικηταί κατά τῆς ἁμαρτίας! Τό λέει αὐτό ἡ λεγομένη «ὀπισθάμβωνος εὐχή», πού διαβάζουμε στή θεία λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων: «Ἀξίωσον ἡμᾶς, νικητάς κατά τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καί ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καί τήν Ἁγίαν Ἀνάστασιν»


Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἐνισχύει στόν ἀγῶνα αὐτόν. Ὁ Σταυρός ἄνοιξε τόν Παράδεισο, ἔκλεισε τόν Ἅδη, ἔφερε τή λύτρωση καί τή σωτηρία. Τί λέει τό κοντάκιο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς; (Τό εἴχαμε ἀναλύσει κατά τό παρελθόν ἔτος). «Οὐκ ἔτι φλογίνη ρομφαῖα φυλλάττει τήν πύλην τῆς Ἐδέμ». Τό σημαντικό εἶναι αὐτό πού λέει «θανάτου τό κέντρον καί Ἅδου τό νῖκος ἐλήλαται». 


Ἀπομακρύνθηκε (προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «ἐλαύνομαι»), ἐξοβελίστηκε τό κράτος τοῦ Ἄδου! «Τά ἔνδον  μου πονῶ, τήν κοιλίαν μου ἀλγῶ» ἀκοῦμε στό παρακάτω ἀπό τό κοντάκιο ἀνάγνωσμα, πού λέγεται «οἶκος». Παρουσιάζει τόν Ἄδη μέ ἀνθρώπινη μορφή νά θρηνεῖ την ἀπώλεια τῆς ἐξουσίας του! Τό ἴδιο ἀκριβῶς πού θά ἀκούσουμε στόν ἐσπερινό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «Σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾷ,συνέφερέ μοι, εἰ τόν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα μή ὑπεδεξάμην. Ἐλθών γάρ ἐπ ἐμέ τό κράτος μου ἔλυσε, πῦλας χαλκάς συνέτριψε…».  


Τή σωτηρία διά Σταυροῦ, ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζει μέ διάφορες εἰκόνες καί παραστάσεις πού συναντοῦμε στά βιβλικά καί πατερικά κείμενα.


Ὑπάρχουν κάποιες λέξεις, εἰλημμένες ἀπό τήν καθημερινότητά μας, ὑποτεταγμένες ὡστόσο καί στήν πτωτικότητά μας! Μέ αὐτές τίς λέξεις καί τίς εἰκόνες, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προσπαθεῖ νά περιγράψει τήν ἐμπειρία τῆς σωτηρίας τήν  ὁποία μᾶς χάρισε ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ λέξεις «λύτρο», «καταλλαγή», «δικαίωση», «ἐξαγορά» (ὅπως θά ἀκούσουμε τή Μεγάλη Πέμπτη τό γνωστό ὕμνο: «Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ Σου Αἵματι…»), κλπ.


Εἶναι σημαντικό τό πῶς θά ἐκλάβουμε αὐτές τίς εἰκόνες! Θά τίς ἑρμηνεύσουμε Ὀρθόδοξα, μέσα ἀπό τή θεολογική τους προοπτική, ἤ πτωτικά, μᾶλλον ἀνθρωπολογικά καί κοσμικά; Ἡ ἐκπεσοῦσα Δύση ἑρμήνευσε δικανικά τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας, τον σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γνωστή σέ ὅσους μελετοῦν, ἡ θεωρία ἐκείνου τοῦ δυτικοῦ θεολόγου Ἀνσέλμου Κατεμβουρίας (11ος αἰ.), περί «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης», ἤ ἐξιλεώσεως. Θά ποῦμε πολύ λίγα λόγια ἐδῶ καί συνοπτικά, καί περισσότερα θά ἀναφερθοῦν σέ ἕνα  ἐκτεταμένο κείμενο σχετικό μέ τή θεωρία αὐτή.


Λένε λοιπόν οἱ παπικοί (καί τό πιστεύουν ὡς δόγμα, ὅπως καθιερώθηκε  τόν 16ο αἰῶνα) τά ἑξῆς: Ἡ πρώτη ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου στόν Παράδεισο ἐξόργησε τόν Πανάγιο Θεό, καί προσέβαλε, μᾶλλον καλύτερα διεσάλευσε τήν ἐπικρατοῦσα ὡς τότε τάξη τῆς δημιουργίας. Ἡ προσβολή ἦταν ἄπειρη, ἀφοῦ ἀναφέρεται στόν ἄπειρο Θεό. Ποιός θά ἀποκαταστοῦσε αὐτή τή….βλάβη, ποιός θά ἐπανόρθωνε τή διασαλευθείσα τάξη τῆς δημιουργίας καί θά ἐξιλέωνε τόν… σφόδρα ὀργιζόμενο Θεό; Ἄνθρωπος; Ἀδύνατον! Εἶναι πεπερασμένος ὁ ἄνθρωπος! Κι ἄν ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα θυσιαζόταν, πάλι δέν θά μποροῦσε νά ἐπιτευχθεῖ ἡ…ἱκανοποίηση τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό, (πάντα κατά τή δικανική ἀντίληψη καί ἑρμηνεία τῶν Δυτικῶν) ἀποφασίζει ὁ Θεός  Πατήρ καί  στέλνει στον κόσμο τόν Υἱό Του, ὡς μία ἰσοδύναμη ἐπανόρθωση, ὥστε να ἀποκαταστήσει τά πράγματα καί νά πληρωθεῖ τό ἄπειρο λύτρο γιά τήν ἱκανοποίηση τοῦ Θεοῦ. Κι ἔτσι, ὁ Χριστός σταυρώνεται καί πληρώνει καί καταπραΰνεται πλέον ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ Πατρός καί  ἱκανοποιεῖται ἡ τρωθεῖσα δικαιοσύνη του…


Αὐτές τίς πλάνες καί κακοδοξίες τοῦ παπισμοῦ, στίς ὁποίες ὀφείλεται ἐν πολλοῖς ἀθεΐα πού ἐπεσυνέβη στό δυτικό χώρο (ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι δέν ἤθελαν νά ἔχουν ἕνα σαδιστή θεό, ὅπως τόν παρουσίαζε «ἐκκλησία» τους), αὐτές εἶναι τελείως ἀπαράδεκτες στην Ὀρθοδοξία!


 Ἐδῶ, στό χώρο τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, ὅλες οἱ εἰκόνες καί λέξεις καί παραστάσεις πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά περιγράψουν τήν διά σταυροῦ Μέγιστη Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, Ὁποῖος ἐσταυρώθη ὄχι γιά νά πληρώσει τή θεία Δικαιοσύνη, ὄχι γιά νά ἱκανοποιήσει τόν Θεό Πατέρα, ἀλλά γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο! Γινόταν καί στήν ἐποχή τῶν πατέρων, τόν 4ο αἰῶνα συζήτηση σχετικά μέ τό ποῦ προσέφερε τό Πανάγιο Αἷμα Του ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί μέ τί προϋποθέσεις, ἄν τό ζήτησε ὁ Πατέρας, ἄν τό ἀπαίτησε ὁ διάβολος προκειμένου νά ἐλευθερώσει τήν δέσμια ἀνθρωπότητα  κλπ. (Διάφορες θεωρίες, δικανικές πού ἑρμηνεύουν την ὑπερτάτη θυσία τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό διάφορες εἰκόνες, ὅπως τῶν δούλων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τους  ἐξαγόραζαν με τα λύτρα κλπ.). 


Καί ὑπάρχει μία καταπληκτική ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, σέ ὁμιλία του  στό Ἅγιον Πάσχα, πού ὁμιλεῖ γιά τό σκοπό τῆς Θυσίας αὐτῆς. «Τίς ὁ λόγος Μονογενοῦς αἷμα τέρπειν Πατέρα»;  Ποιός λόγος ὑπῆρχε ὥστε νά τερφθεῖ, νά εὐχαριστηθεῖ, νά ἱκανοποιηθεῖ ὁ Πατήρ, μέ τό αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του; Ζήτησε ὁ Πατέρας τή θυσία καί προσφορά τοῦ αἵματος τοῦ Υἱοῦ Του γιά νά ἱκανοποιηθεῖ; Ὄχι, λέει  ὁ Θεολόγος Γρηγόριος! Ἀφοῦ δεν δέχτηκε ὁ Θεός, λέει, την θυσία τοῦ Ἰσαάκ , ὅταν τον προσέφερε με τόση πίστη ὁ πατέρας του ὁ Ἀβραάμ καί τήν διέκοψε τήν τελευταία στιγμή, «ἀντηλλάξατο την θυσίαν, κριόν ἀντιδούς τοῦ λογικοῦ θύματος», θά δεχόταν τή θυσία τοῦ Υἱοῦ Του γιά νά ἱκανοποιηθεῖ;


Τότε γιατί ἔγινε ἡ σταύρωση;  «Διά τήν οἰκονομίαν καί τό χρῆναι ἁγιασθῆναι τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ Θεοῦ τόν ἄνθρωπον»!  Γιά νά ἐκπληρωθεῖ τό σχέδιον τῆς Θείας Οἰκονομίας ὅπως λέγεται καί ἐπειδή ἔπρεπε να ἁγιασθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Ἰησοῦ  Χριστοῦ! 


Δεν θα μακρυγορήσουμε ἐπ αὐτοῦ ἀδελφοί, μόνο θα τονίσουμε ὅτι  ἡ καλύτερη και τελειώτερη λέξη  πού ἐκφράζει πέρα ἀπό κάθε εἰκόνα τη μεγάλη και Μοναδική Θυσία τοῦ Θεοῦ για τον ἄνθρωπο εἶναι ἡ λέξη «κένωση»!  Κι αὐτή ἡ λέξη εἶναι  ἀπό την καθημερινότητά μας! Κενώνω=ἀδειάζω. Αὐτό ἔκανε ὁ Θεός! Ἄδειασε ἀπό τόν Ἑαυτό του, «ἐκένωσεν ἑαυτόν»!  Μᾶς τό περιγράφει θαυμάσια τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος:


Αὐτό καί ἐμεῖς ἄς κρατήσουμε καί ἄς θυμόμαστε πάντοτε! Καί νά γνωρίζουμε ὅτι αὐτός ὁ Σταυρός πού ἐνεργοῦσε στούς προπάτορές μας στήν Παλαιά Διαθήκη, ὡς πράξη καί θεωρία  (ὅπως στόν Ἀβραάμ, στόν ὁποῖο εἶπε ὁ Θεός: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καί ἐκ τῆς συγγενείας σου καί ὕπαγε εἰς γῆν ἤν ἄν σοί δείξω» κ.ἄ), κατά τή θεολογικότατη ἀνάλυση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου  τοῦ Παλαμᾶ, στήν ὁποία εἶχαμε ἀναφερθεῖ κατά τό παρελθόν, αὐτός ὁ σταυρός πού εἶναι «ἡ τῆς ἀμαρτίας κατάργησης» κατά τόν αὐτόν Πατέρα, αὐτός ὁ σταυρός θά ἐνεργεῖ καί σέ μᾶς στή δική μας τή ζωή, στή δική μας τήν πνευματική πορεία, ὅταν ὅμως καί ἐμεῖς ζοῦμε ὅσο γίνεται σταυρικά, πνευματικά, με μετάνοια καί ὑπακοή στόν Θεό.  Ἔτσι, ἔρχεται λ.χ. ἡ ἁμαρτία ὁριζόντια γιά νά μᾶς προσβάλλει, ἐμεῖς θά πᾶμε κάθετα, ἀπέναντί της, σχηματίζοντας σταυρό!  Θά ὁδηγηθοῦμε στή βίωση τοῦ σταυροῦ, ὡς πράξεως καί θεωρίας, ὅπως ἔχουμε πεῖ καί  ἀναλύσει κατά το παρελθόν.


Καί κάτι ἄλλο νά σᾶς πῶ κλείνοντας. Ὅταν τά εὐλογημένα παιδάκια σας συμβεῖ νά ἀσθενήσουν ἤ νά ἔχουν πονοκέφαλο κλπ. μήν ἀφήνετε νά κάνουν τά λεγόμενα «ξεματιάσματα» οἱ γερόντισσες! Τό καλύτερο «ξεμάτιασμα», ἡ καλύτερη ἀνακούφιση καί βοήθεια καί χάρη γιά τήν ψυχή καί τό σῶμα εἶναι ἕνας γλυκύτατος ὕμνος μέ μεγάλη δύναμη γιά μᾶς τούς χριστιανούς! Εἶναι τό λεγόμενο «Ἐξαποστειλάριο» τῆς ἐορτῆς τοῦ Σταυροῦ (στήν Ὕψωση,  14 Σεπτεβρίου).  Τό λέμε σταυρώνοντας τόν πάσχοντα. Καί βοηθεῖ ὁ Τίμιος καί Ζωοποιός Σταυρός!


Στην Παλαιά Διαθήκη, λοιπόν, ἐνεργοῦσε ὁ Σταυρός, προτυπούμενος. Στήν Καινή κτίση ἐνεργεῖ μέ τήν χάρη τοῦ ἐν αὐτῷ Κενωθέντος  Κυρίου μας. Εἴθε νά ἀξιωθοῦμε νά τόν δοῦμε καί ἐκεῖ πλέον, στή Μέλλουσα καί ἄληκτη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου καί πάλι θά βρίσκεται καί θά λάμπει διηνεκῶς, ὡς ἥλιος μέγιστος καί παμφαῆς, Ἀμήν.


(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία π. Νικηφόρου, Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, Ἱ. Ναός Γενεθλίου Τιμίου Προδρόμου, ΒΟΛΟΣ 2012).