Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ




τοῦ π. Νικηφόρου Νάσσου

«Δεῦτε πιστοί ἐπαρθῶμεν ἐνθέως, καί κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκήν ἄνωθεν, ἐν Βηθλεέμ πρός ἡμᾶς ἐμφανῶς».[1]


Αὐτόν τόν θεοτερπή ὕμνο θά ἀκούσουμε τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων, ὁ ὁποῖος θά μᾶς καλεῖ σέ ἀνάβαση πνευματική, προκειμένου νά δοῦμε «κατ᾿ αἴσθησιν ψυχῆς» τή θεϊκή συγκατάβαση τοῦ Κενωθέντος καί ἐνανθρωπήσαντος  Λόγου τοῦ Θεοῦ. 


Παρόμοια, γιά ἔπαρση τοῦ νοῦ πάνω ἀπό τό βιοτικό ἐπίπεδο καί θέαση πνευματική τῶν θείων ὑπερφυῶν γεγονότων, μᾶς προτρέπουν καί ἄλλα προεόρτια τροπάρια, ὅπως λ.χ. τά  ἰδιόμελα, πού ψάλλονται στόν Ἐσπερινό τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, στίς 20 Δεκεμβρίου: «Προεορτάσωμεν λαοί, Χριστοῦ τὰ Γενέθλια, καὶ ἐπάραντες τὸν νοῦν, ἐπὶ τὴν Βηθλεὲμ ἀναχθῶμεν τῇ διανοίᾳ, καὶ κατίδωμεν τὴν Παρθένον, τοῖς ψυχικοῖς λογισμοῖς, ἐπειγομένην τίκτειν ἐν Σπηλαίῳ, τὸν τῶν ὅλων Κύριον καὶ Θεὸν ἡμῶν»
 

Ὅπως βλέπουμε, οἱ ὕμνοι κάνουν λόγο γιά προετοιμασία πνευματική, πρός ὑποδοχήν τοῦ Μεγίστου γεγονότος τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, πού θά ἑορτάσουμε ὡς   Ἐκκλησία, ὡς λαός τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἑορτή αὐτή, τήν ὁποῖα ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὀνομάζει «Μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν».

Ποιά θά πρέπει νά εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ ἑτοιμασία μας;



Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κατά τό  μῆνα Δεκέμβριο, συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νά κατέρχονται στίς ἀγορές, ὅπου θά προμηθευτοῦν τά ἀπαραίτητα δῶρα, τρόφιμα, γλυκίσματα κ.ἄ. γιά τόν ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων.


Τά τελευταία χρόνια, βεβαίως, λόγῳ τῆς δεινῆς οἰκονομικῆς κρίσεως πού μαστίζει τή χώρα μας, ἔχει μειωθεῖ ἀρκετά ἡ κατανάλωση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, καθότι πολλοί ἐκ τῶν συνανθρώπων μας στεροῦνται πλέον καί τῶν χρεωδῶν, ἔνεκα τῶν δυσβάστακτων φόρων, τῶν μειώσεων τῶν ἐπιδομάτων ἐργασίας κλπ.  Ὅπως καί νά ἔχουν τά πράγματα ὅμως, ἔστω καί μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά οἱ ἄνθρωποι εἶναι στραμμένοι καί ἐπικεντρωμένοι στήν ὑλική προετοιμασία, προκειμένου νά δεχθοῦν τίς ἐπερχόμενες Ἅγιες ἑορτές τοῦ Δωδεκαημέρου, ὅπως λέγονται. Αὐτό, διότι, οἱ πολλοί τῶν ἀνθρώπων, δυστυχῶς, ἄγευστοι ἀπό πνευματικές ἐμπειρίες, προσδοκοῦν καί περιμένουν νά γιορτάσουν κοινωνικά καί ἐμπορικά Χριστούγεννα, καί ὄχι θεολογικά!


Πόσοι, ἀλήθεια, κατ᾿ αὐτήν τήν περίοδο, ἔχουν στρέψει τό νοῦ καί τήν καρδιά τους πρός τό πνευματικό γεγονός πού θά ἑορτάσουμε σέ λίγες μέρες, τό μοναδικό πού συντελέστηκε στήν κτίση, τό «μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον»,  τήν θεία ἐπί γῆς Γέννηση καί Παρουσία τοῦ Θεανθρώπου, τήν λυτρωτική καί κενωτική εἴσδυση τοῦ Προαιωνίου και ἀκτίστου Θεοῦ μέσα στόν κτιστό κόσμο καί τήν Ἱστορία «ἐν σαρκί»;  Ποιός ἐμβαθύνει μέ τό νοῦ καί ποιός  «ἱερῶς σκιρτᾶ» καί «ἐν πνεύματι ἀδολεσχεῖ», γύρω ἀπό τήν ἄπειρη Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποῖα ἀγάπη μέσῳ τοῦ παμμεγίστου Μυστηρίου τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως Αὐτός  ἐφανέρωσε στό ἀποστατημένο πλάσμα Του; 


Ἡ φιλόστοργη Μητέρα μας ἡ Ἐκκλησία, μᾶς παρακινεῖ ἀπό νωρίς νά κατανοήσουμε αὐτήν τήν «ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην», εἰσερχόμενοι στό πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων μέ ἄνωση ψυχῆς, σταδιακά,  διά πολλῶν τρόπων, θείων μέσων καί εὐκαιριῶν.


Ἄς στρέψουμε, λοιπόν, γιά λίγο, τόν δείκτη τῆς ψυχῆς πρός τόν οὐράνιο πομπό, ὥστε νά λάβουμε μηνύματα πνευματικά, πού ἔχουν σχέση μέ τήν προετοιμασία τῆς ψυχῆς γιά τά πραγματικά Χριστούγεννα.


Κατά πρῶτο λόγο, ἀνοιγόμαστε στήν πνευματική ἐμπειρία καί προετοιμασία, μέ τήν ἀπό τῆς  15ης Νοεμβρίου ἀρχομένη ἁγνιστική νηστεία, ἀλλά καί τήν μετάνοια ὡς ἀπαραίτητη ψυχοσωματική προπαρασκευή, ὅπως καί τήν θεοποιό  προσευχή κ.ἄ. 


Κυρίως, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μᾶς καλεῖ μέσῳ τῆς θείας Λατρείας νά εὐτρεπιστοῦμε γιά τόν «ὡς δεῖ» ἑορτασμό τοῦ μεγάλου γεγονότος τῆς ἀφράστου Γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ. Ὑπάρχουν πολλές ἀφορμές, ἀρκετές ἑορτές, μιά θά λέγαμε πορεία μέ πολλούς σταθμούς πνευματικούς, διά τῶν ὁποίων διερχόμαστε και φθάνουμε στα ἅγια Χριστούγεννα.

 Δέν θέ προβοῦμε σέ ἀναλύσεις σχετικά μέ τό νόημα τῶν ἑορτῶν, ἀλλά θά ἀναφερθοῦμε μόνο στήν ἱερά Ὑμνολογία μας, τήν ἐμμελή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν καρδιά τῆς ὀρθοδόξου λατρείας, ὅπου μέσῳ τῆς Βυζαντινῆς μας μουσικῆς παραδόσεως, καλούμαστε νά βιώνουμε καί νά ὁμολογοῦμε  τήν πίστη μας, «Λόγῳ πλέκοντες ἐκ λόγων μελωδίαν». Καί δέν λησμονοῦμε ὅτι, οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὡραία ἔχει διατυπωθεῖ, εἶναι γιά τούς θεοφόρους Πατέρες πάλαισμα θεογνωσίας καί πνευματικός ἁγῶνας. Γράφουν καί μελωδοῦν οἱ Πατέρες, βάπτοντας τόν κάλαμο στά νάματα τῆς πίστεώς τους καί στά δάκρυα τῆς μετανοίας τους.[2]



Αὐτοί οἱ θεσπέσιοι ὕμνοι, ἀπό πολύ νωρίς, μᾶς εἰσάγουν στό πνεῦμα τῆς μεγάλης Δεσποτικῆς ἑορτῆς.


 Ἀπό τήν ἑορτή ἀκόμη τῶν ἱερῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου, ἀκούγονται οἱ γλυκύτατες καί τόσο ἀρεστές σέ πολλούς, «Καταβασίες» τῶν Χριστουγέννων, στόν πανηγυρικό Α΄ ἦχο: «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστός ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε, Χριστός ἐπι γῆς, ὑψώθητε».  Ἀπό ποῦ εἰσῆλθαν αὐτοί οἱ συγκεκριμένοι ὕμνοι στή θεία Λατρεία; Ἀπό λόγο τοῦ ποιητικότατου καί θεολογικότατου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ.[3]


Ἀλλά καί ἄλλοι ὕμνοι ἐπίκαιροι, ἀφυπνίζουν τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ πιστοῦ, στρέφουν τήν διάνοιά του πρός τόν πνευματικό οὐρανό, δημιουργοῦν στήν καρδιά  τήν ἀκόρεστη ἐπιθυμία τῆς «ἄλλη βιοτῆς» γιά τήν ὁποῖα κάνει λόγο ἡ Ἐκκλησία μας, καί μέ ἕνα λόγο, προετοιμάζουν τήν ψυχή στή μεγάλη συνάντηση μέ τό θειότατον Βρέφος τῆς Βηθλεέμ.

 Ἕνας ἀπό αὐτούς, πού ψάλλεται στά Προεόρτια τῶν Χριστουγέννων ὡς Ἀπολυτίκιο, ἀλλά καί πού λέγεται  μυστικῶς ἀπό τούς ἱερεῖς σέ κάθε Θ. Λειτουργία (στόν Ὄρθρο), καθώς ἀποκαλύπτουν τήν ἱερά Προσκομιδή, προκειμένου νά ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία τῆς Προθέσεως, λέγει τά ἑξῆς: «Ἑτοιμάζου Βηθλεέμ, ἤνοικται πᾶσιν ἡ Ἐδέμ. Εὐτρεπίζου Ἐφραθᾶ, ὅτι τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, ἐν τῷ  Σπηλαίῳ ἐξήνθησεν ἐκ τῆς Παρθένου. Παράδεισος καὶ γάρ, ἡ ἐκείνης γαστήρ, ἐδείχθη νοητός, ἐν ᾧ  τὸ θεῖον φυτόν, ἐξ οὗ φαγόντες ζήσομεν, οὐχὶ δὲ ὡς ὁ Ἀδὰμ τεθνηξόμεθα. Χριστὸς γεννᾶται, τὴν πρὶν πεσοῦσαν, ἀναστήσων εἰκόνα»


Καλεῖ ὁ ἀνωτέρω ὕμνος ὅλους σέ ἑτοιμασία, διότι «ἤνοικται πᾶσιν ἡ Ἐδέμ»! Ἄνοιξε γιά ὅλους ὁ Παράδεισος! Γιά μικρούς καί μεγάλους σέ ἀξία, γιά κληρικούς καί λαϊκούς, γιά νέους καί ἡλικιωμένους, γιά ἐγγραμμάτους καί ἀγραμμάτους, γιά ὅλους ὑπάρχει ἡ εὐκαιρία τῆς μετοχῆς στόν Παράδεισο, διά τῆς βρώσεως τοῦ ἐν τῷ Σπηλαίῳ ἐξανθήσαντος «Ξύλου τῆς Ζωῆς», τοῦ νοητοῦ καρποῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Ἰησοῦς Χριστός! 

Ὁ γεννάρχης μας Ἀδάμ, διά τῆς «παρηκόου βρώσεως» προώρως καί χωρίς προετοιμασία, ἀπώλεσε τήν ζωή,  καί ἐξ αὐτοῦ, ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση κληρονόμησε τόν θάνατο... Ἐμεῖς, ἀντίθετα, ἄν δέν γευθοῦμε τώρα τοῦ πνευματικοῦ καρποῦ, θά ἀποθάνουμε καί θα ἀλλοτριωθοῦμε ἀπό τόν Θεό, ἐνῶ μετέχοντες σ᾿ αὐτόν, θά ζοῦμε (πνευματικά), «οὐχί δέ ὡς ὁ Ἀδάμ τεθνηξόμεθα». Αὐτός εἶναι ὁ προορισμός μας! Σ᾿ αὐτήν τή λογική εἶναι ἐντεταγμένη ἡ Ἐκκλησία μας, καί μέ φόντο αὐτή τήν πραγματικότητα ἀντιλαμβανόμαστε καί ἑορτάζουμε τά Χριστούγεννα, κατανοῶντας τήν προοπτική τοῦ κάθε ἀνθρώπου νά μετάσχει τοῦ Θεοῦ, νά φθάσει στήν κατά χάριν θέωση. 

Αὐτό, πέραν τῆς Ὑμνολογίας, διατυπώνεται ἀπό την Πατερική μας ἐμπειρία, καί ἔχουμε ἐν προκειμένῳ τή γνωστή περιεκτική ρήση τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου: «Αὐτός ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».[4] Ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά καταστεῖ θεός χαρισματικά. Αὐτό συμπικνώνει τό σκοπό τῆς δημιουργίας. Ὁ ἄσαρκος Λόγος, ὁ ἐμφανιζόμενος προτυπωτικά στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐμφανίζεται «ἐν σαρκί», στόν κατάλληλο καιρό, «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», κατά τό γνωστό χωρίο τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν. 

Θά πρέπει δέ, ἐν προκειμένῳ νά γνωρίζουμε, ὅτι αὐτό τό «πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου» συν­δέ­εται α) μέ τήν ἐξά­πλω­ση καὶ τὴν πα­γκό­σμια κυ­ριαρ­χία τῆς ρω­μα­ΐκῆς αὐτο­κρα­το­ρί­ας, β) μέ τήν κα­θολι­κή ἐπι­κρά­τη­ση τῆς «κοινῆς» ἑλλη­νι­στικῆς γλώσ­σας, ἡ ὁποί­α ὄντως τὴν περίοδο ἐκείνη πρυ­τά­νευε σὲ ὅλο σχε­δόν τόν γνωστό τό­τε κό­σμο ὡς μί­α οἰκου­μενι­κή γλώσσα τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τῆς Φι­λο­σοφί­ας, ἀλλά καί τῆς ἐμπο­ρικῆς καὶ οἰκο­νο­μικῆς ἐπικοινωνίας τῶν λαῶν[5], καί γ) μὲ τὸ πρό­σω­πο τῆς Ἀει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας, ἐκεί­νης ἡ ὁποί­α ἔγι­νε «ἡ χώ­ρα τοῦ ἀχω­ρήτου, ὁ θρό­νος τοῦ ἐπου­ρα­νί­ου βα­σι­λέ­ως», ἡ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ. [6]



Ὁ Θεός, γίνεται ἄνθρωπος, προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν κάνει κοινωνό τῆς θεότητός του (ἐκεῖ βεβαίωςὑποστατικά) καί δίνει σέ ὅλους μας αὐτή τή δυνατότητα τῆς θεώσεως. Τοῦτο, βεβαίως, συντελεῖται μέσῳ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται καί συγκροτεῖται Ἁγιοπνευματικά στόν κόσμο ὡς σῶμα Χριστοῦ κατά τήν Πεντηκοστή, καί στή συνέχεια ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ἔχουμε τήν προσωπική μας Πεντηκοστή διά τοῦ Ἁγίου Χρίσματος πού δίδεται μετά τό Βάπτισμα.



Αὐτά θά πρέπει πρωτίστως νά σκεφτόμαστε, προκειμένου νά ἀξιωθοῦμε νά ἑορτάσουμε πνευματικά καί ὄχι κοσμικά Χριστούγεννα, καθώς μᾶς συμβουλεύει ὁ ὑψίνους Θεολόγος, Γρηγόριος. Νά ἑορτάζουμε, λέγει, ὄχι μέ δημόσιες πανηγύρεις, ἀλλά μέ τρόπο θεϊκό. Ὄχι κοσμικά, ἀλλά ὑπερκόσμια! Ὄχι τά δικά μας, ἀλλά τοῦ δικοῦ μας, δηλ. τά τοῦ Θεοῦ.  Ὄχι τά σχετικά μέ τήν ἀσθένεια, ἀλλά τά σχετικά μέ τήν θεραπεία. Ὄχι τά τῆς δημιουργίας, ἀλλά τά τῆς ἀναδημιουργίας. «Τοιγαροῦν, ἑορτάζωμεν, μή πανηγυρικῶς, ἀλλά θεϊκῶς∙ μή κοσμικῶς, ἀλλ᾿ ὑπερκοσμίως∙ μή τά ἡμέτερα, ἀλλά τά τοῦ ἡμετέρου, μᾶλλον δέ τά τοῦ Δεσπότου∙ μή τά τῆς ἀσθενείας, ἀλλά τά τῆς ἰατρείας∙  μέ τά τῆς πλάσεως, ἀλλά τά τῆς ἀναπλάσεως».[7]


Κυρίως ὅμως, ἡ πνευματική προετοιμασία μας θά πρέπει νά ἑστιάζεται στό πῶς θά καταστήσουμε τήν ψυχή μας ἕτοιμη πρός ὑποδοχήν ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος, «ἀεί γεννᾶσθε θέλων», κατά την ὡραία διατύπωση τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Ἐπιθυμεῖ ὄντως ὁ ἐκ Παρθένου «ἅπαξ» τεχθείς Βασιλεύς, Ἰησοῦς Χριστός, νά γενᾶται πάντοτε ἑντός τῆς ὑπάρξεώς μας! Αὐτό κυρίως λαμβάνει χώρα διά τοῦ Μεγίστου Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπου Τόν κοινωνοῦμε, τόν γευόμαστε σωματικῶς,  τόν φιλοξενοῦμε στήν καρδιά μας καί γίνεται γιά μᾶς «ζωή αἰώνιος», ἀφοῦ αὐτή ἡ θεία Κοινωνία εἶναι κατά τόν Θεοφόρο Ἰγνάτιο, «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν ἀλλά ζεῖν»



Στό βιβλίο «Διδαχαί καί λόγοι», ἔργο τοῦ φλογεροῦ ἱεροκήρυκος ἐπισκόπου Ἡλία Μηνιάτη, ὑπάρχει μία θεολογικότατη καί πνευματική ἀνάλυση, γύρω ἀπό τό θέμα τῆς προετοιμασίας μας γιά τά  Χριστούγεννα, διά τῆς μετοχῆς στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἐξηγεῖ ὁ Μηνιάτης ὅτι Ἰουδαία μεθερμηνεύεται ἐξομολόγηση καί  Βηθλεέμ σημαίνει οἶκος τοῦ ἄρτου. 

Κατ᾿ ἀλληγορίαν, λοιπόν, ὅποιος θέλει νά πλησιάσει τίς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων (ἀλλά και πάντοτε) τό ἅγιο Θυσιαστήριο, ὅπου βρίσκεται ὁ οἶκος τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, τό πανάγιο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, θά πρέπει πρῶτα νά περάσει ἀπό τήν Ἰουδαία, δηλαδή νά πραγματοποιήσει τήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν του στόν πνευματικό πατέρα, κατά τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας μας.  Καί τοῦτο διότι, ὅπως χαρακτηριστικά λέγει ὁ Μηνιάτης, «αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὁποῦ διέταξε τήν νηστείαν ταύτην τῶν τεσσαράκοντα ἡμερῶν, διά νά προετοιμασθῶμεν εἰς ἐξομολόγησιν καί μετάληψιν».[8]


Στή συνέχεια, ὁ ἐμπνευσμένος Κεφαλονίτης ρήτορας, Ἡλίας Μηνιάτης, χρησιμοποιεῖ ἀλληγορικά τό γεγονός τῆς προσκυνήσεως τοῦ τεχθέντος Κυρίου ὑπό ταῶν τριῶν Μάγων και μᾶς συμβουλεύει να φθάσουμε και ἐμεῖς στήν πνευματική Βηθλεέμ, την Ἐκκλησία, καί νά προσφέρουμε τά δῶρα τῆς καρδιᾶς μας πρός τόν Βασιλέα τοῦ παντός, τόν γενόμενο γιά μᾶς ἄνθρωπο. 

Νά τοῦ προσφέρουμε, λέγει, καί ἐμεῖς, ἀντί χρυσοῦ, τήν καθαρή καρδιά μας, ἀπαλλαγμένη ἀπό κακές ἐπιθυμίες. Ἀντί λιβάνου, νά προφέρουμε τόν καθαρό νοῦ μας, ὁ ὁποῖος σάν τό θυμίαμα νά σκορπίζει τήν εὐωδία τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Καί ἀντί σμύρνας πού προσέφεραν οἱ εὐλογημένοι Μάγοι στόν Κύριο συμβολικῶς, νά προσφέρουμε τή νέκρωση τῶν παθῶν. Ἀλλά ἔχει καί δεύτερη ἑρμηνεία τῶν προσφερομένων δώρων ὁ Μηνιάτης: «Ἤ καί ἀλλέως, ἄς προσφέομεν τρία δῶρα∙ χρυσάφι, ἤγουν ἐλεημοσύνην∙ λιβάνι, προσευχήν καί σμύρναν, δάκρυα πικρά μετανοίας∙ αὗται αἱ προετοιμασίαι τῆς ἀληθινῆς ἐξομολογήσεως, τῆς ἀξίας μεταλήψεως».[9]


Στή συνέχεια μᾶς λέγει ὁ Μηνιάτης, θά πρέπει νά ἐπιστρέψουμε στήν οἰκία μας, «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ», ὅπως οἱ εὐλογημένοι ἐκείνοι Μάγοι, οἱ ὁποίοι προκειμένου νά ἀποφύγουν τόν θεομάχο Ἡρώδη, «χρηματισθέντες κατ᾿ ὄναρ», ὅπως μᾶς λέγει ἡ Γραφή, «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τήν χώραν αὐτῶν».[10] Καί ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ἀφοῦ ἀξιωθοῦμε να προσκυνήσουμε ὑπαρξιακῶς καί νά γευθοῦμε  ὀντολογικῶς τόν Βασιλέα Χριστόν ἐντός μας διά τῆς Θ. Κοινωνίας, θά πρέπει νά ἐπιστρέψουμε «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ», τῆς ὁδοῦ τῆς μετανοίας καί τῆς ἀρετῆς, βαδίζοντες σταθερῶς, ὥστε  μήν μπορεῖ νά μᾶς ὑποσκελίσει ὁ νοητός Ἡρώδης, ὁ διάβολος.


Ἐάν ἔτσι σκεπτόμαστε, τότε θά εἶναι γιά μᾶς τά Χριστούγεννα ἡ εὐκαιρία κατά τήν ὁποία θά ἀξιωθοῦμε νά προσφερουμε, κατά τά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ, «ὀρθοδόξου πλουτισμόν Θεολογίας, τῷ Θεῷ καί Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν».[11]


        Αὐτή εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη προετοιμασία μας γιά τά Χριστούγεννα! Ὅλα τά ὑπόλοιπα, ἀγορές, ἐπισκέψεις, δῶρα κλπ. πού ὡς ἄνθρωποι θα πραγματοποιήσουε αὐτές τίς ἡμέρες, δέν εἶναι βεβαίως μεμπτά καί ἄσχημα, ἀλλά εἶναι πολύ φτωχά γιά νά γεμίσουν τήν ὕπαρξή μας, ἡ ὁποία πληροῦται μόνο ἀπό τήν ἀποκτούμενη πνευματική ἐμπειρία, κατά τήν ταπεινή προσέγγιση τοῦ γεγονότος τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως…





[1] Προεόρτιο τροπάριο τῶν Ὠρῶν τῶν Χριστουγέννων, ΣΤ΄ Ὤρα.

 [2] Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνοῦ, «Φωτί προσλάβωμεν Φῶς», στόν συλλογικό τόμο «Μεταμόρφωση», ἐκδ. Ἀκρίτας, σελ. 52.

[3] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰς Θεοφάνεια 1, MPG 36, 312 A: «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε∙ Χριστός ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε∙ Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε. Ἄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ∙ καί, ἵνα ἀμφότερα συνελών εἴπω, εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καί ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ».

[4] MPG. 26, 192 Β.

[5] Βλ. πρω­το­πρε­σβυ­τέ­ρου Θε­ο­δώ­ρου Ζή­ση, «Πρέ­πει νά με­τα­φρα­στοῦν τά λει­τουρ­γι­κά κείμε­να;», ἐκδ. «Βρυέν­νιος», Θεσσα­λο­νί­κη 2003, σελ. 53.

[6] Βλ. π. Νικηφόρου Νάσσου, «Τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον», Βόλος 2011.

[7] Λόγος ΛΗ΄, Εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, ΕΠΕ, 5, σελ. 40.

[8] Βλ. Ἡλία Μηνιάτη, Διδαχαί καί λόγοι, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 380.

[9] ὅπου π.

[10] Ματθ. 2, 12.


[11] Βλ. Δοξαστικόν τῶν Αἷνων τοῦ Ὄρθρου τῶν Χριστουγέννων, «Ὅτε καιρός τῆς ἐπί γῆς παρουσίας σου…»

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Τί γνωρίζουμε για τούς Ἁγίους Ἀγγέλους;



Η ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

τοῦ π. Νικηφόρου Νάσσου


«Ἀγγέλων τήν μέν εἰς τό εἶναι πάροδον ὁ δημιουργός Λόγος ὁ ποιητής τῶν ὅλων παρείχετο. Τόν ἁγιασμόν δέ αὐτοῖς, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον συνεπέφερεν». [1]

Ὅλοι ἔχουμε ἀκούσει ἀπό τή μικρή μας ἡλικία περί τῶν ἁγίων ἀγγέλων, εἴτε ἀπό κάποια διήγηση ἑνός θαυμαστοῦ γεγονότος πού εἶχε σχέση μέ ἐμφάνιση νοερῶν δυνάμεων, εἴτε ἀπό ὁμιλίες πού ἀναφέρονταν στόν κόσμο τῶν ἀσωμάτων, εἴτε συμμετάχοντας στίς λατρευτικές προσευχές τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου φανερώνεται εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ καί διά τῶν προστατῶν ἀγγέλων, ὅπως τό βλέπουμε στήν Ἀκολουθία τοῦ Ἀποδείπνου[2] κλπ.

Ὅλοι, λοιπόν, οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε κάποια σχετική ἀντίληψη περί τῆς λεγομένης «πρεσβυτέρας κτίσεως», τῶν ἀγγέλων, τῶν ἀσωμάτων ὑπάρξεων τοῦ οὐρανίου κόσμου. Τί διδάσκει, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν πνευματεμφόρων Ἁγίων Πατέρων,  περί τοῦ ἀγγελικοῦ κόσμου; Αὐτό θά δοῦμε, κάπως συνοπτικά στά ἑπόμενα, κάνοντας λόγο γιά τή μαρτυρία περί τῆς  ὑπάρξεως τῶν ἀγγέλων, γιά τή  δημιουργία τους, γιά τή φύση καί τίς ἰδιότητές τους, γιά τίς διακρίσεις τῶν οὐρανίων πνευμάτων, καθώς καί τό ὑψηλόν, παρά Θεοῦ ἀνατεθέν σ᾿ αὐτούς ἔργο καί τήν ἱερά ἀποστολή τους.



Τήν ὕπαρξη τῶν ἀγγέλων μαρτυρεῖ ἡ θεία Γραφή καί ἡ ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἤδη, μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων στόν ἀρχέγονο ἐπίγειο Παράδεισο τῆς Ἐδέμ καί τήν ἔξοδό τους ἀπό αὐτόν, βλέπουμε ἀγγέλους νά «φυλάσσουν τόν Παράδεισον».[3] 


 Στή συνέχεια, βλέπουμε στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀγγέλους νά ἐμφανίζονται στόν δίκαιο Ἀβραάμ[4], στόν ἀνεψιό του τόν Λώτ[5],  στόν  Ἰακώβ[6], στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ[7], καθώς καί κατά τήν ἔξοδο τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπό τήν Αἴγυπτο.[8] Ἄγγελοι ἐμφανίζονται καί στούς Προφῆτες τοῦ Θεοῦ, ὅπως λ. χ. στόν Ἠσαΐα[9], στόν Ἰεζεκιήλ[10] κλπ.

Ἄν τώρα ἔρθουμε στήν περίοδο τῆς Χάριτος (Καινή Διαθήκη), ἐκεῖ θά ἀκούσουμε Αὐτόν τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή μας, τόν Θεάθρωπο Χριστό, νά κάνει συχνά λόγο περί τῶν ἁγίων ἀγγέλων, πού εἶναι καί αὐτοί «ποίημα τῶν χειρῶν Αὐτοῦ».[11] Ὡστόσο, καί οἱ ἱεροί Εὐαγγελισταί, μᾶς παρέχουν τήν πληροφορία ὅτι ἅγιοι ἄγγελοι διακονοῦν τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό,  ἀπό τήν ἐπί γῆς Γέννησή Του μέχρι καί τήν εἰς οὐρανούς ἔνδοξο Ἀνάλήψή Του. Καί στίς ἐπιστολές τῶν Ἁγίων καί θεοκυρήκων Ἀποστόλων, πολύς εἶναι ὁ «περί ἀγγέλων λόγος», ἀλλά δέν θά ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ σέ ἀναφορές, γιά νά προχωρήσουμε στά περί τῆς δημιουργίας τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων.

Οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, ἀνήκουν στήν ἀόρατη κτίση, ὅπως ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Εἶναι δημιουργημένοι ἀπό τόν ἄκτιστο καί ἀΐδιο Θεό Λόγο, πρίν τή δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνα χωρίο τοῦ Ἰώβ, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁμιλεῖ γιά τήν ὕπαρξη τῶν ἀοράτων πνευμάτων πρό τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ἀφοῦ ἐκφράζει τήν ἔξαρση καί ἔκρηξη τῆς χαρᾶς τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ, ἀπό τό γεγονός τῆς δημιουργίας τῶν ἄστρων, τοῦ ὑλικοῦ στερεώματος: «Ὅτε ἐγεννήθησαν ἄστρα, ἤνεσάν με πάντες ἄγγελοί μου».[12]

Στήν πρός Κολασσαεῖς ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παῦλου, γίνεται λόγος μέ σαφῆ τρόπο  γιά τήν δημιουργία τῶν πάντων, ὁρατῶν και ἀοράτων ἀπό τόν ἄναρχο Λόγο τοῦ Θεοῦ: «Ἐν Αὐτῷ ἐκτίσθη τά πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καί ἐπί γῆς, τά ὁρατά καί τά ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἐξουσίαι, τά πάντα δι᾿ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται».[13]

Οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, εἶναι δεύτερα φῶτα νοερά, ὅπως τούς ὀνομάζει μεγάλος δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιος Ἰωαννης Δαμασκηνός.Ἔχουν, λέγει, τό φωτισμό ἀπό τό πρῶτο καί ἄναρχο Φῶς. Δέν χρειάζονται γλώσσα καί ἀκοή, ἀλλά χωρίς προφορικό λόγο μεταδίδουν μεταξύ τους τίς σκέψεις καί τίς θελήσεις τους.[14]

 Ὁ χρόνος, ἀλλά καί ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας τῶν ἀγγέλων μᾶς εἶναι ἄγνωστος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μᾶς λέγει ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τούς ἀγγέλους πρίν ἀπό ἐμᾶς γιά χάρη μας, γιά νά ἀποστέλλονται ὡς διάκονοι ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στούς μέλλοντας νά κληρονομήσουν τή σωτηρία.[15] Εἶναι νοερές δυνάμεις, καθαρές καί ὑπερκόσμιες καί ὀνομάζονται ἅγιοι, ἀφοῦ ἔχουν τόν ἁγιασμό ἀπό τή Χάρη πού τούς ἔδωσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, διότι ὁ Λόγος τούς δημιούργησε καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἁγίασε, ὅπως εἴδαμε στό χωρίο τοῦ Μ. Βασιλείου, πού θέσαμε στήν ἀρχή τοῦ κειμένου αὐτοῦ.

Αὐτός ὁ δοτός ἁγιασμός τῶν ἀγγέλων, προϋποθέτει τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (κατά τή δική τους βεβαίως πρόοδο καί τελειοποίηση), ὅπως πάλι σημειώνει ὁ οὐρανοφάντωρ Βασίλειος.[16] Καί οἱ ἄγγελοι ἔχουν φύση μεταπτωτή, διότι ἄν δέν ἦταν ἔτσι, δέν θά εἶχε πέσει ὁ πρωτάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος. Κατά τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί εἰδικά μέ τήν ζωηφόρο Του Ἀνάσταση, χαρίστηκε στούς ἀγγέλους ἡ ἀτρεψία πρός τό κακό.

Σύμφωνα μέ τούς Θεολόγους Πατέρες, πρίν τήν Ἀνασταση τοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρχε στούς ἀγγέλους δυσκινησία πρός τό κακό (μετά τήν πτώση τοῦ Ἐωσφόρου).  Μέ τήν  Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου, οἱ νοερές φύσεις ἀποκτοῦν τό ἰδίωμα τῆς ἀτρεψίας - ἀμετακινησίας πρός τό κακό.[17] 


Γι᾿ αὐτό καί ὁ ὑψίνους ἀετός τῆς Θεολογίας Γρηγόριος, σέ ὁμιλία του κατά τό Πάσχα γράφει: «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅσος τε ὁρατός καί ὅσος ἀόρατος». [18] Αὐτό γιά τούς ἀγγέλους ἦταν ἡ σωτηρία∙ ἡ ἀμετακίνητη στάση στό ἀγαθό, τό ὅτι μόνιμα καρποῦνται τίς  δωρεές τῆς τελειώσεως, μετέχοντας στή θεία Δόξα αὐξητικῶς καί ἀδιαλείπτως!

Οἱ ἄγγελοι, ὡς οὐράνια πνεύματα, βρίσκονται κατά Χάριν πάνω ἀπό τούς  χωροχρονικούς - ὅπως λέμε – περιορισμούς, ἔχουν δέ τό ἀναλλοίωτο στή φύση τους. Ὑπάρχει μιά θεωρία, διατυπωθεῖσα ἀπό τόν  γνωστό Ὠριγένη  (ἀπαράδεκτη βεβαίως στήν Ὀρθοδοξία), ἡ ὁποία λέγει ὅτι τά πνεύματα στόν οὐρανό, ἀνάλογα μέ τή στάση τους πρός τόν Θεό, διαφοροποιήθηκαν σέ τρεῖς κατηγορίες: Στήν πρώτη, ἀνήκουν τά ἀγαθά πνεύματα, τά ὁποῖα κατόρθωσαν και ἔφθασαν στήν τελειότητα. 

Στή δεύτερη, ἀνήκουν ὅσα ἔμειναν στάσιμα στήν πρόοδο, ἀπό τόν κόρο τῆς θέας τοῦ Θεοῦ καί αὐτά ἔγιναν δαίμονες. Στήν τρίτη κατηγορία ἐντάσσει ὁ Ὠριγένης τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, πού κατ᾿ αὐτόν ἦταν προηγουμένως πνεύματα στόν οὐράνιο κόσμο, τά ὁποῖα κάποτε  «πάγωσαν», ἔχασαν τή θέρμη τῆς ἀγάπης καί ὡς ἐκ τούτου τιμωρήθηκαν μέ τό νά ἐκπέσουν καί νά ἐνδυθοῦν σώματα… [19]   

 Κατά τόν Ὠριγένη, λοιπόν, ὅλα τά πνεύματα εἶχαν ἁμαρτήσει καί ἀνάλογα μέ τή βαρύτητα τοῦ ἁμαρτήματός των, μετεβλήθησαν, εἴτε σέ δαίμονες, εἴτε σέ ἀγγέλους, εἴτε σέ ἀνθρώπινες ψυχές.

Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, πολύ διαφρετικά ὁμιλεῖ γιά τήν ἁμαρτία τῶν οὐρανίων νοερῶν ὄντων, ἑννοώντας την ὡς ἔκπτωση - λόγῳ Ὑπερηφανείας - κάποιων πνευμάτων ἀπό τή θεοποιό Χάρη καί Δόξα τοῦ Θεοῦ (βλ.Ἑωσφόρος).

Συμφωνεῖ μόνο σέ ἕνα σημεῖο μέ τόν Ὠριγένη, στό ὅτι ὀρθοδόξως τρυφή στήν αἰωνία Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὀνομάζεται καί θεωρεῖτα ὡς ἀκόρεστη θέα, ὅπως τό βλέπουμε σέ πολλά Πατερικά κείμενα.

Νά ἀναφερθοῦμε, στή συνέχεια, στήν ποσότητα τῶν ἐπουρανίων πνευμάτων. Πόσοι εἶναι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι; Πλῆθος μεγάλο, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἱεροί συγγραφεῖς. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποφεύγει νά  ἀπαριθμήσει καί νά  κατονομάσει, διότι πιστεύει ὅτι πέραν τῶν παραδεδομένων ὀνομάτων πού γνωρίζουμε ἀπό τήν Παράδοση, «εἰσίν ἕτεραι λογικαί φύσεις ἀκατονόμαστοι».

Γνωρίζουμε ἀπό τά Βιβλικά καί Πατερικά κείμενα τά ὀνόματα τῶν Ἀνωτάτων οὐρανίων ταξιαρχῶν, Ἀρχιστρατήγων, Μιχαήλ, Γαβριήλ καί Ραφαήλ, τῶν ὁποίων τήν Σύναξη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία κατ᾿ ἔτος, στίς 8 Νοεμβρίου.

 Ἐπίσης γνωρίζουμε ὅτι ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, στό ὑψηλό ἐκεῖνο σύγγραμμά του «Περί τῆς οὐρανίου ἱεραρχίας»συστηματοποιώντας τίς πληροφορίες ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀναφέρεται διεξοδικά  στήν ὕπαρξη καί τάξη τῶν ἀγγέλων καί τούς κατατάσσει σέ τρεῖς τριάδες, πού ἀπαρτίζουν ἐννέα τάγματα ἀγγέλων:

 α) Θρόνοι, Χερουβίμ, Σεραφείμ,
 β) Ἐξουσίες, Κυριότητες, Δυνάμεις καί
 γ) Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι, Ἀρχές.[20]

 Τόν Διονύσιο ἀκολουθεῖ πιστά ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁποῖος στό κλασικό δογματικό ἔργο του «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», καταγράφει ἀκριβῶς αὐτήν τή διακόσμηση τῶν ἐπουρανίων πνευμάτων. Νά σημειωθεῖ ὅτι Σεραφείμ σημαίνει πῦρ (φωτιά) καί Χερουβίμ τήν ἔκχυση τῶν γνώσεων, ὅπως καί πάλι ἑρμηνεύει ὁ θεηγόρος καί «μυηθείς τά ὑπέρ ἕννοιαν», ἱερός  Διονύσιος.[21]

  ἴδιος, οὐρανοβάμων Πατήρ, θά τονίσει ὅτι τό ἔργο τῶν ἀγγέλων εἶναι κατεξοχήν φωτοδοτικό. Μιά ἀεικείνητη ἱεραρχία, μεταβιβάζει ἀπό  πάνω πρός τά κάτω - οἱ τοπικοί αὐτοί προσδιορισμοί εἶναι συμβατικοί -  τίς ἀδιάκοπες θεῖες ἐλλάμψεις. [22]  Πρέπει, βεβαίως, νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι καί αὐτή ἡ κίνηση τῶν οὐρανίων πνευμάτων, γίνεται μέ τή θεία ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

Ἑπομένως, κάθε ἀγγελοφάνεια, ἀποστολή δέν νοεῖται αὐτόνομα, ἐκτός τῆς θείας Χάριτος, διότι καί οἱ ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ εἶναι κτιστοί καί «περιγραπτοί ἐν τόπῳ», ὅπως διδάσκει Δογματική Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, δηλαδή ὅταν βρίσκονται στόν οὐρανό, δέν βρίσκονται στή γῆ.[23] Ἀπό τόν Θεό ἐξαρτᾶται κάθε κίνησή τους. Μέ τήν ἕννοια αὐτή, κάθε ἀγγελοφάνεια εἶναι Θεοφάνεια.[24]

Ἀκόμη, πρέπει νά εἰπωθεῖ ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι μέν ἀσώματοι καί ἄυλοι, ἀλλά σέ σύκριση μέ ἐμᾶς, μέ τή δική μας ὑλική παχύτητα, ὅπως λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός. Κάθε τι ὅμως, πού συγκρίνεται μέ τόν ἀσύγκριτο  Θεό, ἔχει κάποια ὑλικότητα, βρίσκεται «παχύ τε  καί ὑλικόν», διότι «μόνον γάρ ὄντως ἄυλον τό θεῖον ἐστί καί ἀσώματον». [25] Μόνον ὁ Θεός εἶναι ὁ «μόνος πάντῃ κατά φύσιν ἄυλος».

Προνόμοιο τῶν ἀγγέλων εἶναι ἡ ἀδιάκοπη θεωρία τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι ἡ καταξοχήν ζωή τους, ἀφοῦ «ἠξίωνται παρεστάναι Θεῷ καί ἀπολαύειν τοῦ ἀπορρήτου κάλλους τῆς δόξης τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς», ὅπως τόσο ὄμορφα το διαζωγραφίζει ὁ τοῦ φωστῆρος τῆς Καισαρείας θεολογικότατος κάλαμος.[26] 

Κατά τόν αὐτόν Πατέρα καί Οἰκουμενικό Διδάσκαλο, Μ. Βασίλειο, οἱ ἄγγελοι, ὡς πνεύματα λειτουργικά, ἔχουν ὡς κύριο ἔργο τους νά δοξολογοῦν τόν Θεό καί νά φροντίζουν τίς ἀνθρώπινες ψυχές. Μάλιστα δέ, ἡ ἐνατένιση τοῦ κάλλους τοῦ Θεοῦ καί ἡ διηνεκής δοξολογία Του, εἶναι ἡ «προηγούμενη» ζωή τῶν ἀγγέλων. Ἡ ἐπιμέλεια γιά τούς ἀνθρώπους χαρακτηρίζεται ὡς «περιστατική τις ἐνέργεια».[27]
  
Οἱ ἅγιοι ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, παρίστανται κατά τήν τέλεση τῆς φρικτωτάτης Μυσταγωγίας, ἀοράτως διακονοῦντες, ὅπως τούς ἔβλεπαν Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας (ὅπως λ. χ. ἐκφράζεται στό ἀπολυτίκιον ἁγίου Σπυρίδωνος Τριμυθοῦντος: «καί ἐν τῷ μέλπειν τάς ἁγίας σου εὐχάς, ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντας σοι ἱερώτατε»), ἀλλά καί ἐνάρετοι λειτουργοί τῶν ἡμερῶν μας, καί ἀναφέρουμε ἐν προκειμένῳ τόν μακάριο Γέροντα τῆς Αἰγίνης, π. Ἱερώνυμο (+1966).

 Αὐτός ἱερός Πατήρ, κεκοσμημένος μέ θεῖα χαρίσματα, θεωροῦσε τόσο φυσιολογικό αὐτό τό γεγονός τῆς θέας τῶν ἀγγέλων ἀπό τούς λειτουργούς - πρεσβυτέρους, ὥστε ἔλεγε πώς ἄν ἱερεύς δέν ἀντικρύσει μέσα στό ἱερό Θυσιαστήριο τόν παριστάμενο ἄγγελο, καλό εἶναι νά μήν λειτουργήσει(!), πρᾶγμα πού σημαίνει πώς ἐκεῖνος εἶχε ἀξιωθεῖ αὐτῆς τῆς θέας τῶν νοερῶν δυνάμεων ἐν τῇ Εὐχαριστίᾳ , λόγῳ τῆς μεγάλης του καθαρότητος καί ἁγιότητος


Ἡ Χάρις τῶν ἀγγέλων θαυματουργεῖ, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τά ἱερά Συναξάρια, θεραπεύει ἀσθένειες, καί προπάντων ἐκδιώκει τά πονηρά πνεύματα, ἀφανίζει τήν ἰσχύ τους, ἐξοστρακίζει τή δύναμή τους! Τό ὡραιότατο δοξαστικό τῶν Αἴνων τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων ἀγγέλων, ψαλλόμενο στόν πανηγυρικό ἦχο πλ. τοῦ Α΄, μᾶς δείχνει ἀκριβῶς αὐτήν τήν ἀόρατη ἐπισκίαση τῶν ἀγγέλων (ἐν προκειμένῳ τοῦ Ἄρχοντος Ταξιάρχου Μιχαήλ), ἡ ὁποία θεία ἐπισκίαση φυγαδεύει τοῦ ἀοράτου δαίμονος τήν δύναμη! Δέν ἀντέχει τήν ἔκχυσιν τοῦ  ἀγγελικοῦ φωτός, δεν μπορεῖ νά δεχτεῖ τό διαχεόμενον φάος ὁ ἐκπεσών ἀπό τήν Χάριν καί παναρμονίαν τοῦ οὐρανοῦ Ἑωσφόρος!

«Ὅπου ἐπισκιάσει ἡ χάρις σου ἀρχάγγελε, ἐκεῖθεν τοῦ διαβόλου διώκεται ἡ δύναμις. Οὐ φέρει γάρ, τῷ φωτί σου προσμένειν, ὁ πεσών Ἐωσφόρος»

Ἄρα λοιπόν, καί ἐμεῖς, θά πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι οἱ ἄγγελοι μᾶς προστατεύουν καί μᾶς ἀγαποῦν! Καί ἐμεῖς θά πρέπει νά τούς ἀγαποῦμε καί νά τούς εὐλαβούμεθα, ἀφοῦ εἶναι σύνδουλοί μας!

Οἱ θεοφόροι Πατέρες, τονίζουν τήν κατεξοχήν στενή σχέση καί ἐπικοινωνία πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί   τούς ἀγγέλους. Ὁ ἄνθρωπος, ἔχει τή δυνατότητα μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ νά καταστεῖ ὁμότιμος μέ τούς ἀγγέλους, ἀφοῦ αὐτός εἶναι τό μόνο θεόπλαστο ὄν, γιατί κτίστηκε κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ καί ἔλαβε νοερά ψυχή μέ τήν ὁποῖα νοεῖ περί Θεοῦ καί «καθορᾷ» τή φύση τῶν ὄντων.

 Ἡ ὁμοτιμία τοῦ ἀνθρώπου μέ τούς ἀγγέλους  ἀποτελεῖ βαθμίδα στήν ἀνοδική πορεία,  γιά νά πετύχει τήν ὁμόιωση μέ τόν Θεό. [28]  «Μέ τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεός στέλνει τούς ἀγγέλους στούς δικαίους γιά νά ἐπανορθώσουν, νά ἐπιμεληθοῦν καί νά διαφυλάξουν τήν ἀνθρώπινη φύση, νά παρηγορήσουν καί νά ἐνισχύσουν τούς ταλαιπωρημένους πιστούς καί νά ἀποκαλύψουν τά μέλλοντα. Ἀπό τή διαγωγή τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἄν θά διατηρήσει τήν ἐπικοινωνία του μέ τούς ἀγγέλους». [29] 


Πρίν κατακλείσουμε τήν ταπεινή μας αὐτή ἀναφορά στούς ἁγίους ἀγγέλους καί νοερούς δικόνους τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, θά παρουσιάσουμε ἕνα μικρό ἀπόσπασμα ἀπό μία ἐγκωμιαστική, ἐκπληκτική καί θεολογική ὁμιλία γιά τούς ἀγγέλους, τοῦ ὄντως ἰσαγγέλου στήν πολιτεία, μελιρρύτου στόν λόγο,  Ὁσίου Πατρός καί κορυφαίου τῶν Κολλυβάδων Πατέρων τοῦ 18ου αἰῶνος, Νίκοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.  Στό παρατιθέμενο ἀπόσπασμα, ἐξαίρεται ἡ ὑπακοή καί ἡ διακονία τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ καί ὁ ρόλος τους ὡς ἐκφραστῶν, θά λέγαμε, τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης, ἑννοιῶν, βεβαίως, πού κατά τήν Θεολογία, διακρίνονται, ἀλλά δέν διαχωρίζονται ∙ συνυφαίνονται δέ ὑπέρλόγως,  στόν  Ἕνα Θεό.

«…Θέλω ἀποδείξει μόνον εἰς τό παρόν ἐγκώμιον, ὅτι Θεῖος Μιχαήλ καί ἱερός Γαβριήλ, ἐστάθησαν ἐξαίρετοι ὑπηρέται τῶν ἐξαιρέτων ἐνεργειῶν καί ἔργων τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ, καί προσέχετε διά νά τό καταλάβητε.

Δύο εἶναι κατά τούς Θεολόγους, αἱ κυριώτεραι ἐνέργειαι  καί τά ἐξαίρετα προσόντα καί ἰδιώματα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ∙  τό ἕν, δικαιοσύνη, ἤτις και ἀπονομία, καί κρίσις ὀνομάζεται, καί τό ἄλλο, ἀγαθότης, ἤτις και χρηστότης καί εὐσπλαγχνία καί ἔλεος ὀνομάζεταιπερί ὧν λέγει Δαυΐδ: «ἔλεον καί κρίσιν ἄσομαί σοι Κύριε». Μέ τήν δικαιοσύνην ὁ Θεός κρίνει καί παιδεύει τούς ἀνθρώπους ὅταν ἁμαρτάνωσι και δεν φυλάττωσι τάς ἐντολάς του∙ καί μέ τήν ἀγαθότητα πάλιν, τούς ἐλεῖ καί εὐσπλαγχνίζεται.

Τώρα, Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἔρχεται νά εἶναι ἐξαίρετος Ἄγγελος τῆς τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνης, διότι αὐτόν βλέπομεν νά μεταχειρίζηται ὑπηρέτην, εἰς τό νά παιδεύῃ μέν καί σοφρωνῇ τούς κακούςνά φυλάττῃ δέ καί νά ὑπερασπίζηται τούς καλούς, καθώς τοῦτο εἶναι φανερόν καί ἀπό πολλά ἄλλα μέρη τῆς θείας Γραφῆς, και μάλιστα ἀπό τόν θάνατον μέν ὅπου ἔδωκεν Μιχαήλ εἰς τά πρωτότοκα τῶν Αἰγυπτίων, διαφύλαξιν δέ καί ζωήν εἰς τά πρωτότοκα τῶν Ἐβραίων.

  δέ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, φαίνεται νά εἶναι ἐξαίρετος Ἄγγελος τῆς ἀγαθότητος καί εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦδιότι αὐτόν βλέπομεν νά μεταχειρίζηται ὑπηρέτην, ὅταν ἔχει νά κάμῃ εἰς τινάς καμίαν ἐξαίρετον εὐσπλαγχνίαν, καί ἔλεοςκαθώς καί τοῦτο ὁμοίως εἶναι φανερόν καί ἀπό ἄλλα πολλά, μάλιστα δέ ἀπό τά ἀγαθά εὐαγγέλια ὁποῦ ἔφερεν εἰς τόν κόσμον Γαβριήλ, τοῦ μεγάλου ἐλέους τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ.

Τρία εἶναι τά  ἐξαίρετα καί μεγαλύτερα ἔργα ὁποῦ ἔκαμεν Θεόςπρῶτον, δημιουργία τοῦ νοητοῦ κόσμουδεύτερον δημιουργία τοῦ αἰσθητοῦ κόσμουκαί τρίτον, ἔνσαρκος οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγουκαί εἰς τά τρία ταῦτα, πρώτους κα ἐξαιρέτους ὑπηρέτας μεταχειρίζεται τόν Μιχαήλ καί τόν Γαβριήλ…»[30].

Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἐγκωμιαστικοῦ αὐτοῦ λόγου, Ὅσιος Νικόδημος, θά ἀφήσει νά ἐκχυλίσει μεγάλη του εὐλάβεια πρός τούς Ἁγίους πρωτοστάτας τῶν Ἀσωμάτων δυνάμεων, καί μέ συγκαταβατική, ἀνθρωποπρεπῆ ὁρολογία θά ἐκφραστεῖ ὡς ἑξῆς:

 « Μιχαήλ και Γαβριήλ, εἶναι οἱ δύο φωτεινότατοι ὀφθαλμοί τοῦ παντεπόπτου Θεοῦ, μέ τούς ὁποίους βλέπει καί φωτίζει ὅλον τόν ὁρατόν καί ἀόρατον κόσμον. Μιχαήλ καί Γαβριήλ, εἶναι αἱ δύο κραταιόταται χεῖρες τοῦ Παντοκράτορος, μέ τάς ὁποῖας διοικεῖ τά πάντα, οὐράνια καί ἐπίγεια.

Μιχαήλ καί Γαβριήλ εἶναι οἱ δύο ταχύτατοι και μυριόπτεροι πόδες τοῦ πανταχοῦ παρόντος Κυρίου, μέ τούς ὁποίους περιέρχεται καί ἐμπεριπατεῖ ὄχι μόνον τήν οἰκουμένην ὅλην, ἀλλ᾿ ἕως καί αὐτάς τάς ἀΰλους ψυχάς τῶν ἀνθρώπων, ἕως καί αὐτάς τάς σκοτεινοτάτους ἀβύσσουςδιά τοῦτο, εἰς μίαν στιγμήν βλέπεις αὐτούς να εὑρίσκονται εἰς τό ἕνα ἄκρον τοῦ κόσμου, καί εἰς τήν ἄλλην στιγμήν νά εὑρίσκονται εἰς το ἄλλο ἄκρον. Τώρα να θαυματουργοῦσιν εἰς τήν στερεάν, καί τώρα νά ἁρπάζωσιν ἀπό τά βάθη τῆς ἀβύσσου τούς καταβυθυσθέντας…».[31]

Αὐτά ὅλα, νομίζουμε, μποροῦν νά μᾶς πείσουν περί τῆς μεγάλης δυνάμεως, καθώς καί  προστασίας τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ!

 Ἄς τούς ἐπικαλούμαστε, λοιπόν καί ἐμεῖς καί ἄς στρέφουμε  τή σκέψη μας εἰδικῶς, εὐλαβικῶς, εὐγνωμόνως καί ἱκετευτικῶς, πρός τόν προσωπικό μας φύλακα ἄγγελο, αὐτόν ὁποῖος, κατά τή μαρτυρία τοῦ ἰδίου Κυρίου μας  «διαπαντός βλέπει τό πρόσωπον τοῦ Πατρός  τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».[32]

Αὐτός πλησίον μας νοερός φίλος, χαίρεται γιά τίς ἀρετές καί τή μετάνοιά μας[33] καί λυπεῖται γιά τίς ἁμαρτίες μας, ἀφοῦ κατά τόν Μέγα Βασίλειο, ὅπως καπνός φυγαδεύει τις μέλισσες, ἔτσι και ἁμαρτία φυγαδεύει τον φύλακα ἄγγελο ἀπό τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου!

 Ἄς φροντίζουμε, λοιπόν, νά τιμοῦμε, νά ἀναπαύουμε νά εὐχαριστοῦμε καί νά ἐπικαλούμαστε τούς «σύνοικους» καί «συνοδίτας» ἀγγέλους, ὡς περιτειχίζοντας, συμπαραστάτας καί ἐνισχύοντας στούς κατά Θεόν ἀγῶνες μας.

Ἄς δοξάζουμε δέ τόν Πανάγιο Κύριό μας, τόν  «ἐξ οὔκ ὄντων» Δημιουργό καί τῶν νοερῶν φύσεων, λέγοντας μετά τοῦ ὑμνωδοῦ: «Ἰσχυΐ κατέστησας Ἀθάνατεδυνατούς ἐξανύοντας τό πανάγιόν σου θέλημα τους σοί ἐν τοῖς ὑψίστοις ἀεί παρεστῶτας». [34]


ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2012





[1] Μ. Βασιλείου,  Εἰς 32 Ψαλμ. 4, MPG. 29, 333C
[2] Βλ. εὐχή: «Ἅγιε ἄγγελε, ὁ ἐφεστώς τῆς ἀθλιας μου ψυχῆς…»
[3] Γέν. 3, 24.
[4] Γέν. 18, 1 καί ἑξ.
[5] Γέν. 19, 1 καί ἑξ.
[6] Γέν. 28, 12.
[7] Ἰησ. Ν. 5, 13 -15.
[8] Ἐξ. 23, 20
[9] Ἠσ. 6, 2 καί ἑξ.
[10] Ἰεζ. 1, 4 καί ἑξ.
[11] Μεταξύ ἄλλων, οἱ κυριότερες ἀναφορές τοῦ Κυρίου περί τῶν ἀγγέλων ὑπάρχουν στά ἐδάφια: Ματθ.18, 10΄23, 30΄26, 53. Μάρκ. 13, 32. Λουκ. 16, 22. Ἰω. 1, 51. κλπ.  βλ. Ν. Μητσοπούλου,  Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, Ἀθήνα 1981, σελ. 65.
[12] Ἰώβ, 38, 7.
[13] Κολ. 1, 16.
[14] Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐκδ. Πουρναρᾶ, σελ.101
[15] ΕΠΕ, 9, 80: «Πρό ἡμῶν ὑπέρ ἡμῶν τους ἀγγέλους ἐποίησε διακόνους ἀποστελλομένους, ὡς ὁ Παῦλος φησί, διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν».
[16] Περί Ἁγίου Πνεύματος, 16, 38, MPG. 32, 137Α.
[17] Βλ. Νικήτα Στηθάτου, σχολιασμός στήν ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Εἰς το Ἅγιον Πάσχα:  «Οἱ δέ ἄγγελοι, ἐπεί δυσκίνητοι ὄντες πρός τό κακόν, ἀλλ᾿ οὐκ ἀκίνητοι, μετά τήν τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασιν ἐγένοντο λοιπόν καί ἀκίνητοι, οὐ φύσει, ἀλλά χάριτι, εἴη ἄν αὐτοῖς σωτηρία ἡ ἀτρεψία, μηκέτοι φοβουμένοις τήν ἐπί τό χεῖρον μεταβολήν, καί τήν ἐκ ταύτης ἀπώλειαν». (Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τάς Ἑπτά Καθολικάς Ἐπιστολάς , Ἑνετίησιν, 1806, Εἰς το Β΄ Πέτρ. Α΄, 17).

[18] Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, λόγος ΜΕ΄ Εἰς το Ἅγιον Πάσχα, MPG. 36, 624A.
[19] Ὠριγένους, Περί ἀρχῶν, 1, 8, βλ.Ν. Ματσούκα Δογματική, Γ΄, σελ. 190
[20] ὅπου π. Ν. Ματσούκα Δογματική, Γ΄, 188.
[21] Περί τῆςοὐρανίου ἱεραρχίας, 6, 1. MPG. 3, 200D – 201A.
[22] ὅπου π. Ν. Ματσούκα, Δογματική.
[23] Ἔκδοσις, σελ. 100: «ὅτε εἰσίν ἐν τῷ οὐρανῷ, οὔκ εἰσιν ἐν τῇ γῇ».
[24] ὅπου π. Ν. Ματσούκα, Δογματική.
[25] Ἔκδοσις…σελ. 100
[26] Μ. Βασιλείου, Περί Εὐχαριστίας, 4, MPG. 31, 228A.  Βλ. Δ. Τσάμη, Εἰσαγωγή στή σκέψη τῶν Πατέρων τῆς Ὀρόδοξης Ἐκκλησίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 160.
[27] ὅπου π. Δ. Τσάμη, Εἰσαγωγή…σελ. 162.
[28] Δ. Τσάμη, Εἰσαγωγή…., σελ. 162-163.
[29] ὅπου π. σελ. 163
[30] Βλ. ἱερομονάχου Διονυσίου τοῦ ἐκ Σιατίστης,  «Ἴχνος Χριστοῦ», ἐκδ. Ρηγοπούλου (2), 1993, σελ. 278.
[31] ὅπου π. σελ. 283.
[32] Ματθ. 18, 10.
[33]Λουκ. ΙΕ΄, 10«Χαρά γίνεται ἐν οὐρανῷ, ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».
[34] Τροπάριον Τρίτης Ὠδῆς, Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, 11 Νοεμβρίου.