Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Οσιομ. Αθάνασιος του Brest

.
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ & Η ΟΥΝΙΑ

Άγιος Αθανάσιος του Βrest


 

Πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Άγιος Αθανάσιος Φιλίπποβιτς (Atanasio Filipovitz) δεν γνωρίζουμε. Υποστηρίζεται ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1595 και 1600. Προερχόταν από αριστοκρατική αλλά φτωχή οικογένεια. Σπούδασε σε σχολείο χριστιανικής ορθόδοξης αδελφότητας και γι’αυτό ήταν έτοιμος όταν χρειάστηκε να υποστηρίξει την ορθόδοξη πίστη από τους ουνίτες και τους ρωμαιοκαθολικούς. Γνώρισε άριστα την πολωνική, την ρωσική, την λατινική και την ελληνική γλώσσα. Επτά ετών μπήκε στην αυλή του Λέοντος Sapieha (Σαπιέχα) ο οποίος ήταν Γραμματέας του Μεγάλου Πριγκιπάτου της Λιθουανίας. Κατ’ αυτή την περίοδο δίδαξε τον γιο της Μαρίνας Mniszek (Μνίσσεκ), Λούμα. Η ζωή στο παλάτι δεν του άρεσε, διότι ήθελε να προοδεύσει στην πνευματική ζωή.

Το 1627 άφησε το παλάτι του Sapieha και πήγε στην Ι. Μονή του Αγίου Πνεύματος στο Βίλνο. Δεν έμεινε πολύ εκεί διότι έψαχνε πιο αυστηρή πνευματική ζωή. Έτσι στην αρχή πήγε στο μοναστήρι Κούτσιελσκ, δίπλα στην πόλη Όρσα, και μετά στο μοναστήρι Μιέσιγορσκ, δίπλα στο Κίεβο. Κατά την επιστροφή του βρήκε κάποιον χωλό άνθρωπο, τον πήρε στην πλάτη και τον κουβάλησε. Ο άγνωστος αυτός άνθρωπος εισήγαγε τον Αθανάσιο στην ουσία της χριστιανικής ζωής και του μίλησε για την προσευχή της καρδιάς. Ξαφνικά ο ξένος χάθηκε. Αυτό το γεγονός ο Αθανάσιος αργότερα το σχολίασε λέγοντας, ότι ο ίδιος ο Θεός με αυτόν τον παράξενο τρόπο τον προσκάλεσε στην υπηρεσία της άμυνας της Ορθοδοξίας.

Το 1632 ο Άγιος Αθανάσιος έγινε ιερομόναχος και στην συνέχεια ηγούμενος της Μόνης του Δούμποφ. Δεν παρέμεινε στο μοναστήρι πολύ, γιατί το 1636 το μοναστήρι κατελήφθη από τους ιησουΐτες. Ο Άγιος Αθανάσιος, μαζί με την αδελφότητα μετακόμισε στο μοναστήρι του Κούπιατ κοντά στο Πίνσκ, το οποίο ιδρύθηκε σε τόπο όπου θαυματουργικά φανερώθηκε η Αγία εικόνα της Θεοτόκου στις 15 Νοεμβρίου 1182. Την εκκλησία της Μονής την έκαψαν οι Τάταροι και η θαυματουργική εικόνα σκεπάστηκε για 250 χρόνια από την στάχτη.
 
Τον ΙΕ’ αιώνα η εικόνα ξαναβρέθηκε, και το μοναστήρι αναστηλώθηκε. Το 1655 το μοναστήρι πέρασε στα χέρια των ουνιτών, και η εικόνα μεταφέρθηκε στον Ναό της Αγίας Σοφίας. Με την εικόνα αυτή είναι συνδεδεμένη η μοίρα του Αγίου. Ο Άγιος Αθανάσιος, όταν ήρθε στο μοναστήρι, δημιούργήσε φιλία με τον μοναχό Μακάριο Τοκαρέφσκυ. Στο μοναστήρι έλαβε το διακόνημα να συγκεντρώσει χρήματα για την αναστήλωση του Ναού της Θεοτόκου του Κούπιατ. Πριν αναχωρήσει από το μοναστήρι για την συλλογή των χρημάτων προσευχήθηκε θερμά μπροστά στην θαυματουργική εικόνα και παρακάλεσε την Θεοτόκο να τον βοηθήσει να βρει δωρητές. Η Παναγία τον άκουσε και του είπε: “Ο Τσάρος θα χτίσει για μένα το Ναό. Πήγαινε σ’αυτόν“.

Ο Άγιος Αθανάσιος υπάκουσε στα λόγια της Παναγίας και πήγε στην Μόσχα. Το ταξίδι ήταν πολύ επικίνδυνο λόγω του πολέμου αλλά κατόρθωσε να φθάσει στην Μόσχα και έγινε δεκτός από τον Τσάρο Μιχαήλ Φιοντόροβιτς, ο οποίος του έδωσε πλούσια δώρα. Όταν τελείωσε αυτό το διακόνημα του έδωσαν νέο, το οποίο και είχε μέχρι τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής του. Το 1640 οι μοναχοί από την Ι. Μονή του Αγίου Συμεών στο Brest, πρότειναν δύο υποψηφίους για τη θέση του ηγουμένου: τον Μακάριο Τοκαρέφσκυ, και τον Άγιο Αθανάσιο, ο οποίος τελικά εξελέγη και πήγε στο Brest.
 
Από τις πρώτες μέρες της παραμονής του σ’αυτήν την πόλη αγωνίστηκε για την βελτίωση της ζωής των ορθοδόξων. Με τα κηρύγματά του ενίσχυε τους ανθρώπους στην ορθόδοξη πίστη. Με διάφορους τρόπους πάλεψε με την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, όχι μόνο στον εκκλησιαστικό τομέα αλλά και στον πολιτικό. Μια επιτυχία του ήταν η διάταξη του βασιλιά Βλαντισλάβ του Δ΄, η οποία επιβεβαίωσε τα προνόμια της Αδελφότητας στο Brest και επέτρεψε την ελεύθερη δραστηριότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δυστυχώς αυτή η διάταξη ποτέ δεν εφαρμόσθηκε εξαιτίας των ουνιτών, και των ιησουϊτών. Όταν ο Άγιος Αθανάσιος ζήτησε την βοήθεια του Λέοντος Sapieha (Σαπιέχα), έλαβε την εξής απάντηση: “ Όταν θα γίνετε όλοι ουνίτες, τότε θα τα πάρετε όλα”.
 
Οι επίσκοποι στην Βαρσοβία απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα, δεν έδωσαν σημασία στην παράκληση του Αγίου. Για την εκκλησία κανένας δεν ήθελε να μιλήσει. Ο Άγιος Αθανάσιος πολύ στενοχωρημένος, έγραψε στο προσωπικό του ημερολόγιο: “ Δίκαιε Θεέ, η αδικία έφτασε σε απροχώρητο σημείο, έπαψαν πλέον να φροντίζουν για την ορθόδοξη πίστη, και για την σταθεροποίηση της δόξας του Θεού, σαν όλοι να ντρέπονται … “.

Σε αυτή την δύσκολη περίοδο, ο Άγιος περνούσε πολλές ώρες κάνοντας προσευχή μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου του Κούπιατ. Κάποια φορά, όταν διάβαζε τον Ακάθιστο Ύμνο, άκουσε μια φωνή: “ Αθανάσιε, πήγαινε να πεις τα παράπονά σου μπροστά στην Βουλή, και δείξε σε όλους την δική μου εικόνα, η οποία είναι στο σταυρό. Πες αυτό μπροστά στο βασιλιά και το πολωνικό κράτος, πες ότι τούς περιμένει τιμωρία από το Θεό, η οποία σε λίγο θα πραγματοποιηθεί αν δεν αλλάξουν τακτική. Πρώτα πρέπει να καταδικάσουν την ουνία, και ύστερα όλοι θα διορθωθούν”. Το 1643 ο Άγιος Αθανάσιος πήγε στην Βαρσοβία και επισκέφθηκε την Βουλή. Εντωμεταξύ πέρασε από την Ι. Μονή του Αγ. Ονούφριου στο Jabłeczna (Γιαμπλέτσνα), και μπροστά στην θαυματουργική εικόνα του Αγ. Ονουφρίου παρακάλεσε να τον βοηθήσει. Όταν συνεδρίασε η Βουλή μοίρασε σε όλους την εικόνα της Παναγίας, λέγοντας τα λόγια πού του είπε η Υπεραγία Θεοτόκος. Τα λόγια αυτά πού είπε μπροστά στην Βουλή έγιναν αφορμή για τα μαρτύρια πού ακολούθησαν. Τον συνέλαβαν, και τον έκλεισαν στην φυλακή. Εκεί έλαβε την εντολή από την Παναγία, να γίνει δια Χριστό σαλός. Την ημέρα της εορτής των Αγ. Θεοφανίων φεύγει κρυφά από την φυλακή και φορώντας το καλυμαύχι και το μανδύα. Όλη μέρα περπατούσε στους δρόμους της Βαρσοβίας, πηγαίνοντας στους ρωμαιοκαθολικούς ναούς και φωνάζοντας: “ Aλίμονο στους σχισματικούς και απίστους”. Γι’ αυτή του την συμπεριφορά τον τιμώρησαν. Τον έβαλαν σε ένα λάκκο με λάσπη, τον χτύπησαν και στο τέλος τον δίκασαν, του αφαίρεσαν το αξίωμα του ηγουμένου και του απαγόρευσαν να ιερουργεί. Ήθελαν να υποστηρίξει αυτήν την κατηγορία και ο Μητροπολίτης Πέτρος Mohyla (Μογίλα) ο οποίος εξέτασε αυτή την ιστορία, και έδωσε πίσω στον Αθανάσιο όλα τα δικαιώματα πού του πήρε το δικαστήριο, και τον έστειλε στο Brest. Όταν ήρθε ο Άγιος Αθανάσιος στο Brest η κατάσταση των χριστιανών ήταν χειρότερη από πριν. Δυνάμωσε ο διωγμός, από την πλευρά των ρωμαιοκαθολικών και των ουνιτών κληρικών, όπως και του λαού.
 
Πολλές φορές χλεύασαν τους ορθοδόξους κληρικούς, χρησιμοποιούσαν προκλητικές εκφράσεις εναντίον τους, τους χτυπούσαν και έκαναν πολλές ιεροσυλίες. Ο ουνίτες συχνά έμπαιναν μέσα στους Ορθοδόξους Ναούς και διέκοπταν την Θεία Λειτουργία. Αυτές τις μέρες ο Άγιος Αθανάσιος προσευχόταν πολύ μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου του Κούπιατ. Μια φορά άκουσε την φωνή της: “Αθανάσιε ακόμη μια φορά παρακάλεσε δείχνοντας την δική μου εικόνα, στον βασιλιά και στην Βουλή για να καταλάβουν, ότι πρέπει να λήξει αυτό το πρόβλημα της ουνίας. Εάν ακούσουν αυτά τα λόγια θα συνέλθουν και θα γίνουν ευτυχισμένοι”.

Πριν προλάβει να κάνει αυτό το διακόνημα, τον έκλεισαν στην φυλακή και τον κατηγόρησαν για συνωμοσία κατά της Πολωνίας στην διάρκεια της παραμονής του στην Μόσχα. Από την φυλακή ο Άγιος γράφει προς τον βασιλιά, περιγράφοντας τους διωγμούς των ορθοδόξων στην Πολωνία, και ολόκληρη την ιστορία της Πολωνικής Εκκλησίας. Εξήγησε την Καθολικότητα, όπως και την σημασία των Οικουμενικών Συνόδων, έγραψε για τις αδικίες των ουνιτών και περιέγραψε όλες τις κακές πράξεις των επισκόπων κ. Pociej (Πότσιεη), κ. Terlecki (Τερλέτσκυ), κ. Rohozy (Ροχόζυ), και στο τέλος της επιστολής θύμισε στο βασιλιά τα δικαιώματα πού ο ίδιος σκόπευε να δώσει στους ορθοδόξους. Έγραψε και δεύτερη επιστολή προς τον βασιλιά μετά από την οποία ο βασιλιάς απελευθέρωσε τον Αθανάσιο από την φυλακή, με την προϋπόθεση ότι θα τον έχει υπό παρακολούθηση ο Μητροπολίτης του Κίεβου. Μετά την απελευθέρωσή του ο Άγιος Αθανάσιος παρέμεινε στην Λαύρα του Κίεβου μέχρι τον θάνατο του Μητροπολίτου Πέτρου Mohyla το 1647. Μετά ο Άγιος Αθανάσιος επέστρεψε στο Brest, το 1648 όπου έγινε επανάσταση από τον ηγεμόνα Βohdan Chmielnicki (Μπόχδαν Χμιελνίτσκυ). Την 1η Ιουλίου φυλάκισαν τον Αθανάσιο διότι εθεωρήθη ύποπτος για την προμήθεια μπαρούτης στους επαναστάτες. Η ερευνά στο μοναστήρι δεν απέδειξε τίποτα. Τότε τον κατηγόρησαν για περιφρόνηση της αγίας ουνίας. Στην ερώτηση του επισκόπου Αντρέα Gębicki (Γεμπίτσκυ) αν ύβριζε την αγία ουνία, ο μάρτυρας απάντησε “Πράγματι είναι καταραμένη! ”. Μετά απ’αυτή την απάντηση του έβαλαν χειροπέδες και τον έριξαν στη φυλακή του ανακτόρου στο Βrest. Την νύχτα της 4/5 Οκτωβρίου οι ιησουΐτες με πονηρία και βία προσπαθούσαν να τον πείσουν να απαρνηθεί την ορθοδοξία και να ασπασθεί την ουνία, προσφέροντάς του την ζωή. Ο Άγιος Αθανάσιος απέρριψε αυτή την πρόταση και την άλλη μέρα το πρωί τον πήραν στο δάσος δίπλα στο Brest, και τον έκαψαν με φωτιά και μπροστά στα μάτια του έσκαψαν τον τάφο του, έβαλαν στο τουφέκι δύο βλήματα και ακόμα μια φορά τον ρώτησαν αν απορρίπτει την Ορθοδοξία. Ο Άγιος χωρίς φόβο είπε “ Ότι είπα είπα, και με αυτό θα πεθάνω”. Ένας στρατιώτης πού του έδωσαν εντολή να πυροβολήσει, γονάτισε μπροστά του και ζήτησε συχώρεση και ευλογία. Ο Άγιος Αθανάσιος τον συγχώρησε και τον ευλόγησε. Ο στρατιώτης δύο φορές πυροβολήθηκε στο κεφάλι. Ο Αγ. Αθανάσιος ζούσε ακόμη όταν τον έβαλαν στον τάφο, γύρισε τότε το κεφάλι του προς τον ουρανό και σταύρωσε τα χέριά του, τον έθαψαν ζωντανό.

Αυτή την νύχτα κανένας δεν κοιμήθηκε - “Αυτή την νύχτα που δολοφόνησαν τον Άγιο, μεγάλος φόβος μας πήρε” - έγραψαν μετά οι μαθητές του Αγ. Αθανάσιου, οι οποίοι από μακριά παρακολουθούσαν τον δάσκαλο. “Η νύχτα ήταν φωτεινή, χωρίς σύννεφα, οι βροντές και οι αστραπές φώτισαν τον ουρανό”.
 
Την 1η Μαΐου 1649 οι μαθητές του κρυφά πήραν το Άγιο Λείψανο το οποίο μετά από οκτώ μήνες στο χώμα ήταν άφθαρτο. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε την τιμή του Αγίου. Το Άγιο Λείψανο το έθαψαν σε τάφο στον κύριο ναό της Ι. Μονής Αγ. Συμεών στο Brest.

Η μνήμη του Αγίου ήταν πάντα ζωντανή μεταξύ των χριστιανών. Απάνω στο Αγ. Λείψανο εμφανίστηκε ο ουράνιο φως, και πολλής κόσμος θεραπεύθηκε. Το 1856 λύτρωσε ένα παιδί δέκα ετών από την παράλυση, τον Αλέξανδρο Poliwanow (Πολιβάνοβ). Το 1860 λύτρωσε από σοβαρή αρρώστια τον π. Βασίλειο Sakowicz (Σακόβιτς). Έγιναν πολλά θαύματα τα οποία δεν μπορούν να περιγράφουν εν συντόμω.
 
Στις 8 Νοεμβρίου 1815 κάηκε ο ναός του Αγ. Συμεών μαζί με το Άγιο Λείψανο. Σώθηκαν μερικά κομμάτια τα οποία μάζεψαν και έβαλαν κάτω από την Αγία Τράπεζα στον καινούργιο Ναό. Το 1823 μεταφέρθηκαν τα Αγ. Λείψανα μέσα στον Ναό για προσκύνημα. Στις 20 Οκτωβρίου 1893 μεταφέρονται στον καινούργιο Ναό του Αγ. Αθανάσιου στο Grodno (Γρόδνο). Τον άλλο χρόνο ένα κομμάτι έδωσαν στο γυναικείο μοναστήρι στην Leśna Podlaska(Λέσνα Ποδλάσκα). Μετά έπρεπε να φύγουν οι αδελφές μαζί με τα Αγ. Λείψανα, τα όποια έκαναν μεγάλο δρόμο από την Ρωσία και την Σερβία, και στο τέλος βρέθηκαν στην Γαλλία στο Provιmont.
 
Μετά από θερμή παράκληση του Σεβασμιότατου Άβελ, επισκόπου του Lublin και Chełm (Λούμπλιν και Χέλμ) και την ευλογία του Σεβασμιότατου Βιταλίου της Εκκλησίας των Ρώσων της διασποράς, ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Βρυξελλών και Δυτικής Ευρώπης παρέδωσε τα Αγ. Λείψανα στην Επαρχία Lublin και Chełm.

Στις 27 Οκτωβρίου 1996 καθαγίασαν στο παρεκκλήσι στην Leśna Podlaska την εικόνα του Αγίου Αθανάσιου, και μαζί με τα Αγ. Λείψανα με πολλές τιμές έφεραν στην πόλη Biała Podlaska (Μπήαλα Ποδλάσκα), και τα τοποθέτησαν στην κάτω Εκκλησία του Αγ. Αθανάσιου του Brest.
______________ 
Πηγή
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου