Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Ότε κατήλθες προς τον θάνατον...

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ
«Αυτός που συγκρατεί τα σύμπαντα υψώθηκε πάνω στο Σταυρό, και όλη η κτίση θρηνεί καθώς τον βλέπει να κρέμεται γυμνός πάνω στο ξύλο. Ο ήλιος έκρυψε τις ακτίνες του, και τα άστρα έχασαν το φως τους. Η γη σείστηκε γεμάτη φόβο, η θάλασσα αποσύρθηκε και οι πέτρες έσπαζαν. Πολλοί τάφοι άνοιξαν και αναστήθηκαν σώματα αγίων ανδρών. Ο άδης κάτω (στο βασίλειό του) στενάζει και οι Ιουδαίοι σκέπτονται να διαδώσουν συκοφαντίες ότι είναι ψέμα η ανάσταση του Χριστού, οι γυναίκες δε επιμένουν να φωνάζουν: Αυτό το Σάββατο είναι το ευλογημένο, γιατί σ’ αυτό ο Χριστός αφού κοιμήθηκε σα νεκρός σε τρεις μέρες θα αναστηθεί».

«Αυτός που περιόρισε την απέραντη θάλασσα, παρουσιάζεται τώρα νεκρός. Αυτός ο Αθάνατος αφού τυλίχθηκε με σεντόνι κι αλείφθηκε με μύρα, τοποθετήθηκε σε μνήμα σαν θνητός. Και κάποιες γυναίκες ήλθαν να τον αλείψουν με αρώματα, κλαίγοντας πικρά και φωνάζοντας: Αυτό το Σάββατο είναι το ευλογημένο, γιατί σ’ αυτό ο Χριστός αφού κοιμήθηκε σα νεκρός, σε τρεις ημέρες θα αναστηθεί».

Όταν κατέβηκες στο βασίλειο του θανάτου, Εσύ που είσαι η αθάνατη ζωή, τότε νέκρωσες τον άδη με τη λάμψη της Θεότητάς Σου. Όταν δε ανέστησες από τα βάθη της γης τους πεθαμένους, τότε όλες οι ουράνιες Αγγελικές Δυνάμεις εφώναζαν: Δόξα σ’ Εσένα Χριστέ, ο Θεός μας, που δίνεις τη ζωή

Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, αφότου εξέπνευσε ο Κύριος επί του σταυρού, έπρεπε να ταφεί και μάλιστα βιαστικά, διότι όπως μας πληροφορεί ο ιερός Ευαγγελιστής οι Ιουδαίοι «
να μ μεν π το σταυρο τ σματα ν τ σαββτ, πε παρασκευ ν· ν γρ μεγλη μρα κενου το σαββτου· ρτησαν τν Πιλτον να κατεαγσιν ατν τ σκλη, κα ρθσιν» (Ιωάν.19: 31). Οι στρατιώτες με χονδρές σιδερένιες βέργες τσάκισαν τα κόκαλα των δύο συσταυρωμένων ληστών, για να επιταχύνουν το θάνατό τους, διότι ακόμη δεν είχαν εκπνεύσει.

«
π δ τν ησον λθντες ς εδον ατν δη τεθνηκτα, ο καταξαν ατο τ σκλη, λλ' ες τν στρατιωτν λγχ ατο τν πλευρν νυξε, κα εθως ξλθεν αμα κα δωρ» (Ιωάν.19:33). Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε πραγματικός.

Κοντά στο σταυρό του Κυρίου είχαν απομείνει μόνο η Θεοτόκος και οι μαθήτριές Του, οι οποίες συνέπασχαν με Αυτόν, έκλαιγαν και πενθούσαν το άδικο πάθος και το θάνατό Του. Αντίθετα οι ένδεκα μαθητές είχαν κρυφτεί για το φόβο των Ιουδαίων (Ιωάν.20:19). Όμως ήταν αδύνατο σ’ αυτές να αναλάβουν το δύσκολο έργο της αποκαθηλώσεως και της ταφής του Χριστού. Το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο ήταν η αίτηση στον Πιλάτο να τους δοθεί η άδεια της ταφής.

Το έργο αυτό ανάλαβαν οι ευσεβείς άρχοντες Ιωσήφ και Νικόδημος. «
λθν ωσφ π ριμαθαας, εσχμων βουλευτς, ς κα ατς ν προσδεχμενος τν βασιλεαν το Θεο, τολμσας εσλθε πρς Πιλτον κα τσατο τ σμα το ησο. δ Πιλτος θαμασεν ε δη τθνηκε, κα προσκαλεσμενος τν κεντυρωνα πηρτησεν ατν ε πλαι πθανε· κα γνος π το κεντυρωνος δωρσατο τ σμα τ ωσφ. κα γορσας σινδνα κα καθελν ατν νελησε τ σινδνι κα κατθηκεν ατν ν μνημείῳ ν λελατομημνον κ πτρας, κα προσεκλισε λθον π τν θραν το μνημεου» (Μάρκ.15: 43-46).

Τότε μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο και τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Χριστού μέχρι την Τρίτη ημέρα, διότι, όπως έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές του κλέψουν την νύχτα το σώμα του Ιησού και κηρύξουν κατόπιν στο λαό ότι αναστήθηκε, όπως προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμα ζούσε. Και τότε η πλάνη αυτή θα είναι χειρότερη από την πρώτη».

Ο Πιλάτος, αφού τους άκουσε, έδωσε την άδεια και πήγαν και ασφράγισαν τον τάφο. Για ασφάλεια, τοποθέτησαν και μια φρουρά από στρατιώτες και αποχώρησαν.

Ο ευγενής (επίσημος) Ιωσήφ, αφού κατέβασε απ’ το ξύλο του Σταυρού το αμόλυντο Σώμα Σου κι αφού το τύλιξε με καθαρό σεντόνι και το άλειψε με αρώματα το κήδευσε και το τοποθέτησε σε καινούργιο μνήμα».

«Ο άγγελος, που είχε σταθεί κοντά στο μνήμα φώναξε στις μυροφόρες γυναίκες: Τα αρώματα ταιριάζουν στους θνητούς. Ο Χριστός όμως αποδείχτηκε τελείως ξένος προς τη φθορά (που υφίστανται οι θνητοί).»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου