Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Η πνευματική & εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής των Κολλυβάδων (1754-1819)

.
Του Επισκόπου Μαραθώνος κ. Φωτίου
.
Όλοι σας ενθυμείστε, ασφαλώς, την ρήση κάποιου μεγαλοσχήμου ρασοφόρου, όταν είχε αναλάβει ένα υψηλό αξίωμα, για την υπέροχη συμβίωση των 400 χρόνων που οι δυο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, συμβίωναν αρμονικά. Καλούμενος να αναφερθώ στο ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής των Κολλυβάδων, είναι αναπόφευκτο να αναφερθώ σ' αυτήν την «υπέροχη συμβίωση» σήμερα.


Διότι τα γεγονότα μιας ιστορικής περιόδου πρέπει να ερευνούμε μέσα στο πλαίσιο των ειδικών ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, εντός των οποίων διαδραματίστηκαν. Δεν μπορούμε να κρίνουμε με κριτήρια του σήμερα, γεγονότα του χθες. Γι' αυτό σας καλώ, αγαπητοί μου αδελφοί, να προσπαθήσουμε να αποστασιοποιηθούμε, όσον δυνατόν, από τα δεδομένα της σύγχρονης εποχής και να λάβουμε υπόψιν τις ειδικές συνθήκες της εποχής των Κολλυβάδων, δηλαδή της ύστερης τουρκοκρατίας. Ας μεταφερθούμε νοερώς τρεις αιώνες πίσω. Ας καταδυθούμε στο βάθος της σκοτεινής αυτής περιόδου του Ελληνισμού μέσα στην οποίαν έλλαμψαν ως φωστήρες οι άγιοι Κολλυβάδες και ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την κατάσταση της κοινωνίας από Πνευματικής και Εκκλησιαστικής απόψεως, ώστε να είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την δράση τους όσο γίνεται πιο αντικειμενικά.

Ο βίος και η πολιτεία των Οσίων Νικοδήμου και Νηφωνος των Κολλυβάδων θα αναλυθούν στις επόμενες εισηγήσεις. Εμείς θα παρουσιάσουμε συνοπτικά το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασαν. Ας δούμε λοιπόν αυτήν την «υπέροχη συμβίωση».

Η Πνευματική Κατάσταση της εποχής

Όπως είναι γενικώς παραδεκτό η Ελλάδα είναι η κοιτίδα του πολιτισμού. Εδώ γεννήθησαν οι Επιστήμες, οι Τεχνες και η Φιλοσοφία όπως τις εννοούμε σήμερα. Στον μείζονα Ελληνικό χώρο είχαν την έδρα τους τα παγκόσμια πνευματικά κέντρα του πολιτισμού όπως η Αθήνα, η Αλεξάνδρεια και η Κωνσταντινούπολη. Και ξαφνικά, την αποφράδα εκείνη ημέρα της 29ης Μαΐου του 1453, ήλθε το σκότος. Κατέβηκε ο διακόπτης και η λάμψη του πολιτισμού έκλεισε απότομα. Έθνος βάρβαρο και απολίτιστο σαν σκοτεινό σύννεφο ομίχλης εκάλυψε την πατρίδα μας. Ιδού πως ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος Πατριάρχης μετά την άλωση, περιγράφει την κατάσταση:

«Μνήσθητε, αδελφοί και πατέρες, πόσον τε και ποταπόν υπήρχε το γένος ημών. Ην γαρ σοφόν, ένδοξον, γενναίον, φρόνιμον, ανδρείον, πάσαν την οικουμένην υποτάξαν εις μοναρχίαν. Και μην, και τη κατ' αρετήν σπουδήν τε και αγιωσύνη. [...] Αλλά νυν, φευ των κακών! απώλετο παν. [...] Που τα παιδευτήρια της σοφίας; [...] Κατεπόθησαν υπό του Μωάμεθ»[1].

Ήταν θαύμα το ότι επιβίωσε η γνώση μας μέσα από ελάχιστα εκπαιδευτήρια αλλά και από πλήθος κρυφών σχολείων στα οποία εδιδάσκετο η στοιχειώδης παιδεία. Ένας άλλος Πατριάρχης ο Κωνσταντινουπόλεως, ο Κυριλλος Λούκαρης απαντώντας στην κατηγορία των Λατίνων σχετικά με την έλλειψη «σοφίας» στούς Έλληνες, έγραψε τα παρακάτω για το πρόβλημα του μαρασμού της παιδείας στο ελληνικό γένος:

«Πως η ανατολική εκκλησία και όλον το γένος των Ελλήνων είναι κακά καταστρεμμένον, τούτο δεν το αρνούμεθα. [...] Όσον πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα, αλήθεια είναι. [...] Αν [όμως] είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγγίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν [θα] εύρισκες(!). Και εις την Ελλάδα τώρα διακόσιους χρόνους ευρίσκεται. Και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται δια να στέκουν εις την πίστιν τους, και λάμπει η πίστις του Χριστού. [...] Και σεις μου λέγετε πως δεν έχομεν σοφίαν;»[2].

Η παιδεία περιορίστηκε σημαντικά, αλλά δεν εξέλιπε τελείως. Και οι Έλληνες κράτησαν το πιο σημαντικό μέρος της σοφίας τους: την πίστη τους.

Είπαμε πρωτύτερα για το «κρυφό σχολειό».

Βεβαια, η Συγχρονη Σχολή της «Αναθεωρητικής Ιστοριογραφίας» προσπαθεί να επιβάλλη την άποψη ότι τα περί κρυφού σχολειού ήταν μύθος.

Λεγουν ότι πίσω από τον «μύθο» για το κρυφό σχολειό κρύβεται τελικά μια «ανακρίβεια» και ένα «στερεότυπο», η αντίληψη πως «η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν «απολίτιστη» και «καθυστερημένη», και συνεχώς βίαιη έναντι των Ελλήνων και άλλων χριστιανών». Όμως ο Ελληνισμός κατά την τουρκοκρατία «δεν κινδύνεψε ποτέ από τον κατακτητή να αφανιστεί», γιατί κάτι τέτοιο ο κατακτητής «όχι μόνον δεν το επιδίωξε, αλλά και δεν το επιθυμούσε». Τα «περί 400 χρόνια τουρκικού ζυγού» ήταν ένας μεγάλος Μυθος», αφού «η Οθωμανική αυτοκρατορία [...] θεωρούσε τούς Ρωμιούς και το Πατριαρχείο συνεταίρους της στη διοίκηση της αχανούς χώρας». Γι' αυτό και «η οθωμανική περίοδος ως και το 1914 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πλέον ευνοϊκές συμβιώσεις κυρίαρχων μουσουλμάνων και υποτελών χριστιανών».

Λεγουν: "Υπεύθυνη για τα παραπάνω «στερεότυπα» είναι η «ιστοριογραφική παράδοση» που «δημιουργήθηκε τον περασμένο αιώνα στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, δεδομένου ότι η ελληνική ιστοριογραφία, επηρεασμένη από τα ρεύματα του ρομαντισμού και του θετικισμού αλλά και από τον θριαμβεύοντα εθνικισμό, αναπτύχθηκε ως εθνική ιστοριογραφία». Γι' αυτό και «μόνον μετά την επανάσταση του 1821 μερικοί λόγιοι της εποχής, διεκτραγωδώντας τα παθήματα του Ελληνισμού κατά την τουρκοκρατία, υπαινίχθηκαν - χωρίς να αναφέρουν κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα - ότι η παιδεία, όπως και η εκκλησία, ήταν υπό διωγμόν»"[3].

Όλα αυτά τα επιχειρήματα αντικρούονται με άφθονα ιστορικά στοιχεία σε ένα θαυμάσιο σύγγραμμα «Το κρυφό σχολειό και η Ιστορία: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια» του Γεωργίου Κεκαυμένου.

Διότι, ενώ δεν υπήρχε κανένα επίσημο διάταγμα που να απαγορεύει τα σχολεία, ελεύθερα λειτουργούσαν τα σχολεία στις πόλεις όπου υπήρχε πολύς ελληνικός πληθυσμός. Όπου ο ελληνικός πληθυσμός ήταν μικρός και υπερτερούσαν οι Τούρκοι, η ελεύθερη λειτουργία σχολείων ήταν πρακτικώς αδύνατη.

Οι τοπικοί άρχοντες απαιτούσαν υπέρογκο «μπαχτσίς» (δωροδοκία) για να δώσουν άδεια λειτουργίας σχολείου και όταν πάλι έδιναν άδεια, το κλείσιμο ενός σχολείου από τον όχλο των οθωμανών η η καταστροφή σχολείων από τούς Γενιτσάρους ήταν κοινό φαινόμενο.

Αλλά το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν ότι τα στίφη των Γενιτσάρων περιεφέροντο και αλοίμονο στα παιδιά που θα συναντούσαν να περιφέρονται στούς δρόμους.

Ενώ καθ' όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας οι Έλληνες υπέφεραν κάτω από τον αβάσταχτο τουρκικό ζυγό, τότε που έγινε ο βίος τους κυριολεκτικά αβίοτος ήταν μετά τα ορλωφικά, το 1770. Τοτε, όπως μας λέει ο Κούμας, οι χριστιανοί απλά υπέφεραν την πιο ανείπωτη φρίκη:

«Οι άγριοι γιανίτσαροι κατέτρωγαν τούς πτωχούς χριστιανούς ασπλάχνως. Εζήτουν κρασιά, φαγητά, ενδύματα, αργύριον. [...] Τις ηδύνατο να αντισταθή εις τοιούτους απαιτητάς; Πολλοί έπιπταν θύματα των γιανιτσάρων ατιμωρητί εις τούς δρόμους, διότι δεν ηδυνήθησαν να εκπληρώσουν τα ζητήματά των. Η Λαρισσα έδειξε τρομερότατα παραδείγματα του λεγομένου. Η τιμή των αρρένων εθυσιάζετο εις τα άγρια πάθη των. Και όσοι φιλόστοργοι και οπωσούν ευκατάστατοι γονείς δεν υπέφεραν την αισχύνην ταύτην, ηναγκάζοντο να εξορίζωσι τα τέκνα των από τας πατρικάς των αγκάλας εις κώμας κατοικουμένους υπό μόνων χριστιανών»[4].

Οι γονείς -λοιπόν- έκρυβαν τα παιδιά τους για τον φόβο των γενιτσάρων και μόνον την νύκτα με χίλιες προφυλάξεις μετέβαιναν σε μυστικό μέρος -συνήθως νάρθηκα κάποιας απόμερης εκκλησίας- με κλειστά παράθυρα για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα από τον ολιγοράμματο ιερέα. Αυτό ήταν το κρυφό σχολειό, στο οποίο έμαθαν -όσοι έμαθαν- τα λίγα γράμματα οι αγωνιστές της Ελληνικής Επαναστάσεως και δεν ήταν καθόλου μύθος.

Τα ελεύθερα διδασκαλεία ήταν λοιπόν περιορισμένα και οι ανώτερες σχολές όπως αυτή του Πατριαρχείου που ίδρυσε ο Πατριάρχης Γεννάδιος ήταν ελάχιστες, ικανές όμως για να διασωθή η σπίθα της γνώσεως που άναψε αργότερα την αναγέννηση των γραμμάτων κατά την ύστερη Τουρκοκρατία. Πρόκειται για το φαινόμενο που κάποιοι ονομάζουν «Νεοελληνικό Διαφωτισμό». Ακριβέστερος όρος είναι «Νεοελληνική Αναγέννηση». Και τούτο διότι παρά τις όποιες αναμφισβήτητες ευρωπαϊκές επιρροές το φαινόμενο το οποίο συνέβη στον Ελλαδικό χώρο, δεν ήταν η καθυστερημένη (χρονικά) εμφάνιση μιας νεοελληνικής αποχρώσεως του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Επρόκειτο για την ουσιαστική αναγέννηση της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστημών με επίκεντρο φυσικά την καταπολέμηση της αγραμματοσύνης του απλού λαού και με απώτερο στόχο την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Μαλιστα η αναγέννηση αυτή αρχίζει πριν την εμφάνιση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού από τα μέσα του 17ου αιώνος με τον Θεόφιλο Κορυδαλλέα ο οποίος έθεσε τα θεμέλια του νέου πνεύματος της Ελληνικής σκέψης, διακηρύσσοντας την θεωρία της διπλής αληθείας: για μεν τα ζητήματα της Επιστήμης ισχύει ο ορθός λόγος, για δε τα δόγματα, η αλήθεια της πίστεως. Γεγονός πολύ σημαντικό, διότι ο Ευρωπαικός διαφωτισμός εξοβελίζει τελείως την πίστη και εισάγει παντού ως μόνη αλήθεια τον ορθο λόγο - ενώ η λατινική θεολογία εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση αναγάγοντας ως θέματα πίστεως και ζητήματα επιστημονικά και θανατώνοντας ως αιρετικούς τούς αντιφρονούντας.

Ακόμη η αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων και επιστημών, είχε έντονη την εθνική διάσταση, γεγονός που την διαφοροποιεί από τον Ευρωπαϊκό διαφωτισμό, ο οποίος παρ' όλα ταύτα είχε έντονες επιρροές και σε Έλληνες λογίους όπως ο Κοραής. Αυτοί υπερτόνιζαν την αρχαιοελληνική κληρονομιά παρακάμπτοντας την ορθόδοξη παράδοση και πνευματικότητα. Δυστυχώς αυτή η έντονη επιρροή του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού είναι κυρίαρχη στούς Έλληνες λογίους και σήμερα.

Αντίβαρο στον αρχαιοελληνικό προσανατολισμό των δυτικοπλήκτων λογίων απετέλεσε η χορεία των Οσίων Κολυβάδων Πατέρων, οι οποίοι εστράφησαν ακριβώς στην παράδοση της Ορθόδοξης Πνευματικότητας και προεκάλεσαν αυτό που ονομάζεται φιλοκαλική αναγέννηση.

Συμφωνα με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα κέντρον είναι ο Θεός και ο Θεάνθρωπος και όχι ο άνθρωπος. Το μέτρο του ορθού λόγου ισχύει για τις επιστήμες και τα εγκόσμια, όχι για τα πνευματικά και τα επουράνια. Αυτή είναι η ορθη διάκριση των πραγμάτων.

Οι Άγιοι Κολυβάδες αντέταξαν στο κοσμικόν Πνεύμα ως Θεουμένους τούς Αγίους και στη σοφία του κόσμου την θεία σοφία και την αγιοπνευματική εμπειρία.



Η Εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής

Ο Στίβεν Ρανσιμαν έγραψε για την εποχή της τουρκοκρατίας ένα έργο με τίτλο Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία. Σ' αυτό το έργο του ο Ρανσιμαν εκθέτει αναλυτικά, μέσα από τις πηγές, ποια ήταν η κατάσταση του Ελληνισμού κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Ανάμεσα στις πηγές του Ράνσιμαν συγματαλέγεται και το βιβλίο του Άγγλου διπλωμάτη Sir Paul Rycaut, The Present State of the Grekke and Armenian Churches. A.D. 1678, που εξέδωσε το 1679. Το βιβλίο αυτό ο Άγγλος αξιωματούχος το έγραψε με εντολή του βασιλιά Καρόλου του Β , και αποτελεί ουσιαστικά την επίσημη αναφορά του προς εκείνον. Εκεί ο Άγγλος ευγενής αναφέρει, ανάμεσα στα άλλα, και τα εξής:

«Είναι τραγική η μετατροπή των ιερών της θρησκείας, η αποπομπή του βασιλικού ιερατείου και η μετατροπή των ναών σε τζαμιά. Τα μυστήρια του θυσιαστηρίου τελούνται κρυφά σε μυστικές και σκοτεινές τοποθεσίες. Τετοιες είδα στις πόλεις και τα χωριά που ταξίδεψα και μοιάζουν μάλλον με κρύπτες η τάφους παρά με εκκλησίες. Οι στέγες τους είναι σχεδόν στο ύψος της επιφάνειας του εδάφους, για να μην κατηγορηθεί και η ελάχιστη έξαρση του οκοδομήματος ως θρίαμβος της θρησκείας και πρόκληση προς την υπερηφάνεια των τεμενών. [...] Δεν είναι λοιπόν παράδοξο για την ανθρώπινη λογική, που βλέπει την καταπίεση και την περιφρόνηση στην οποίαν είναι εκτεθειμένοι οι καλοί χριστιανοί, και την αμάθεια στις εκκλησίες τους, που οφείλεται στην πενία του κλήρου, το ότι βρέθηκαν πολλοί που εγκατέλειψαν την πίστη. Μάλλον είναι θαύμα, και επαλήθευση των λόγων του Χριστού πως πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής, που η εκκλησία εξακολουθεί να διατηρείται σε τόπο μεγάλη καταπίεση, και παρά την τυραννία και τα τεχνάσματα που στρέφονται εναντίον της»[5].

Η μάστιγα των εξισλαμισμών όχι μόνον των ακουσίων αλλάκ αι των εκουσίων αφαίμαξε το Γενος και την Εκκλησία υπέρ των κατακτητών μωαμεθανών. Ολόκληροι τοπικοί πληθυσμοί προσχωρούσαν στην θρησκεία του Μωάμεθ. Πολλοί μάλιστα στον Ποντο και Μ. Ασία έγιναν κρυπτοχριστιανοί για να επιβιώσουν. Απόγονοί τους υπάρχουν μέχρι σήμερα στην Τουρκία και επιθυμούν να επανέλθουν στην πίστη των προγόνων τους.

Για να ανακόψουν την ένταση των εξισλαμιστών ευαισθητοποιήθηκαν πολλοί ευσυνείδητοι κληρικοί όπως:

α) ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός με τις ιεραποστολικές περιοδείες και τα κηρύγματά του. Πολέμησε την αγραμματοσύνη και ενίσχυνσε την ευσέβεια. «Δεν βλέπετε ότι αγρίευσε το γένος από την αμάθειαν και εγίναμεν ωσάν θηρία;» φωνάζει ο σοφός ιεραπόστολος. Η Καινή Διαθήκη θα στερεώσει την πίστη του λαού που κλονίζεται. «Το κορμι σας, ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν, τα πράγματά σας, ας τα πάρουν, μη σας μέλη. Δωσετε τα δεν είναι ιδικά σας· ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται»[6].

β) ο λόγιος Επίσκοπος Ναυπάκτου Νεόφυτος Μαυρομμάτης που άρχισε να εκδίδει ψυχοφελή βιβλία στην Τουρκική γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες (καραμανλήδικη διάλεκτος) για τούς Έλληνες εκείνους Χριστιανούς, της Μ. Ασίας που έχουν λησμονήσει την Ελληνική και μιλούσαν την Τουρκική Γλώσσα.

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, με τα εποικοδομητικά τους συγγράμματα που γίνονται ανάγνωσμα στην Εκκλησία, εκεί που οι ολιγογράμματοι ιερείς δεν μπορούσαν να κάνουν κήρυγμα. Όλοι αυτοί οι άλλοι που δεν αναφέρονται εδώ, βοήθησαν στο να ανακοπεί το κύμα των αθρόων εξισλαμισμών και να δημιουργηθεί ως ανάχωμα και τείχος προστασίας η θεία παρεμβολή των νεομαρτύρων.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της εκκλησιαστικής καταστάσεως της εποχής εκείνης ήταν η ολιγογραμματοσύνη του κλήρου. Πολλές φορές και των Επισκόπων.

Και ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος (1703-1714) συγγραφέας «Εκκλ/κης Ιστορίας» στην έκκλησή του για την καταπολέμηση της αμάθειας μεταξύ άλλων αναφέρει τα παρακάτω: «...βλέπω ... εις όλα τα μέρη μας και εις τας εγκρίτους πολιτείας, τα οσπήτια, άδεια (από βιβλία) τόσον των κληρικών... από τούς οποίους οι πλείστοι δεν έχουσι παρά ένα ψαλτήρι, και ένα ωρολόγιον πεπαλαιωμένον, και κανένα συναξάρι, ωσάν και εις πολλά αρχοντικά και πραγματευτών οσπήτια... επιθυμούντες να ευρίσκωνται πάνττοε εις την αμάθειαν οπού είναι, και δεν γνωρίζουσιν, ότι δια την αμέλειαν της αναγνώσεως και δια την έλλειψιν των αξιολόγων βιβλίων, ηθικών και ιστορικών, ευρισκόμεθα εις τοιαύτην κατάστασιν αμαθείας»[7].

Αλλά, άλλο ένα χαρακτηριστικό της εποχής, ήταν και η υποβάθμιση της ποιότητας του κλήρου με την έξαρση του φαινομένου της σιμωνίας (της δια χρημάτων χειροτονίας κληρικών) και του κοσμικού τρόπου διαγωγής πολλών κληρικών.

Ως αντίδοτο σε αυτή την ηθική κατάπτωση ήταν το παράδειγμα της αγιοπνευματικής ζωής των Αγίων Κολλυβάδων.

Επίλογος

Σημερα έχουν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες από την διακοπή της «υπέροχης συμβιώσεως» των Ελλήνων με τούς Τούρκους. Σημερα όλοι σχεδόν οι Έλληνες γνωρίζομεν γραφή και ανάγνωση. Περιπατούμε ελεύθερα στούς δρόμους δίχως να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμη η ζωη και η τιμή μας. Το ίδιο και τα παιδιά μας. Αν και η διαφορά είναι μεγάλη, όμως δεν συνήλθαμε πλήρως από τις συνέπειες της τραυματικής εκείνης περιόδου. Κληρονομήσαμε οθωμανικές νοοτροπίες όπως το μπαξίς, το ρουσφέτι και την ασυμάζευτη ανοργανωσιά του κράτους μας. Κάποτε ο ελ. Βενιζέλος είχε πει: «Δυστυχώς, κύριοι, ο ελληνικός λαός ζήσας τόσους αιώνας υπό ξένην δουλείαν εσυνήθισε να θεωρή το κράτος εχθρικόν, όπως πράγματι ήτο, ο δε αιών της ελευθερίας δεν κατώρθωσε να του μεταβάλη εντελώς την ψυχολογίαν αυτήν» (Ομιλία Ελ. Βενιζέλου κατά την πρώτη συνεδρίαση του Σ.τ.Ε της 17ης Μαΐου 1929 όπως αποδίδεται στο «Ελεύθερον Βήμα» της 18ης Μαΐου 1929).

Παρά τις αξιόλογες επιδόσεις μεμονωμένων Ελλήνων στις επιστήμες και τον πολιτισμό, όμως η πατρίδα μας έχει παύσει από το 1453 να είναι το επίκεντρο του πολιτισμού.

Τουλάχιστον όμως, είμαστε ελεύθεροι. Και αυτό το οφείλουμε στούς υπέροχους εκείνους ήρωες που αγωνίσθηκαν για του Χριστού την πίστιν την αγίαν και της πατρίδος την ελευθερίαν.

Και αυτοί γαλουχήθηκαν με το πνεύμα της νεοελληνικής αναγεννήσεως των γραμμάτων που συνέβη και με την μέγιστη συμβολή των τιμωμένων σήμερα οσίων πατέρων «Κολυβάδων».

Ας έχουμε την ευχή τους.

[1] Γεώργιος Κεκαυμένος, «Το κρυφό σχολειό και η Ιστορία: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια» Αντίβαρο, Μάρτιος 2008, σελ. 8

[2] Έ.α., σελ. 11

[3] Έ.α., σελ. 5

[4] Έ.α., σελ. 18

[5] Έ.α., σελ. 9-10

[6] Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», Θεσσαλονίκη 1973, τ. Δ., σελ. 87

[7] Πρωτ. γεωργίου Μεταλληνού, «Τουρκοκρατία – Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1988, σελ. 230-231

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου