Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Άγ. πρ. Φλωρίνης


Άγιος πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος

                   του  Ζήση Τσιότρα, Θεολόγου-Παιδαγωγού



Εισαγωγικά

Με την χάρη και ευλογία του Αγίου Θεού, βρισκόμαστε απρόσμενα τόσο σύντομα και πάλι στην αγαπητή μας πόλη, της Πάτρας, στην τοπική  Εκκλησία του Πρωτοκλήτου μαθητού του Κυρίου, στην οποία συνδεθήκαμε με πνευματικούς πατέρες και αδελφούς, που αγωνίζονται εντίμως και ανδρείως τον καλόν αγώνα της Ορθοδόξου πίστεως. Αισθήματα χαράς κατακλύζουν την ψυχή μας και σήμερα που είχαμε την ευκαιρία λόγω της παρούσης ημερίδος να ευρεθούμε ανάμεσά σας. Η νότιος Ελλάδα πρωτεύει στους ωραίους αυτούς αγώνες.


Είναι λίγος ο χρόνος για τη νεώτερη ιστορία της Εκκλησίας του Χριστού, ώστε να συνειδητοποιήσουμε τη θέση της στην σύνολη ιστορία, μέσα στα δύο χιλιάδες χρόνια. Διανύουμε ήδη το 85ο έτος της νεότερης Ιστορίας της και μόλις αρχίζουμε να κατανοούμε την ηρωϊκή αυτή εποχή, αφού τα γεγονότα της ημερολογιακής καινοτομίας και της οικουμενιστικής αποστασίας ακόμη εξελίσσονται.

Πάντοτε και στο παρελθόν ήταν και σήμερα γίνεται φανερό, ότι η μελέτη της Ιστορίας και η αναδίφηση του παρελθόντος, αποτελεί πηγή δυνάμεως και υποδείγματος για τον άνθρωπο, κατ’ εξοχήν  όμως για τους    Χριστιανούς, αφού η Εκκλησία έχει τα θεμέλιά της στο παρελθόν, στηρίζεται στην παράδοση κι αυτή είναι το μέτρο και ο κανών της.

Στη πρόσφατη αυτή ιστορική περίοδο, όπου για μια ακόμη φορά η Εκκλησία αναγκάζεται να προσθέσει ένα επιπλέον προσωνύμιο της για να αυτοπροσδιορισθεί με ακρίβεια έναντι των καπηλευτών της, το επίθετο Γνησία, μια πλειάδα αγίων, ηρωϊκών μορφών ανατέλει, αποπνέοντας στο ορθόδοξο πλήρωμα την ευωδία του Χριστού.

Πολλές μορφές εκλέϊσαν τον Τίμιο αγώνα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, τις οποίες με συγκίνηση ενθυμούνται οι παλαιότεροι, όσοι είχαν την ευλογία να τους γνωρίσουν. Άγιοι που αναδείχθηκαν σε περιόδους σκληρών διωγμών, κακοπαθειών, και θλίψεων. Εποχές στις οποίες  δεν έλειψε η φανερή παρουσία του Θεού για να στηρίζει, αγιάζει και καθοδηγεί τα παιδιά της.

Απ’ τις άγιες αυτές μορφές έχω την τιμή να σας παρουσιάσω σήμερα την κορωνίδα των ομολογητών της εποχής μας, το καύχημα των Γνησίων Ορθοδόξων, τον ηγέτη του ιερού μας αγώνος, τον μακαριστόν και γενναίον, τον καρτερικόν και ακέραιον, τον Άγιον Χρυσόστομον Καβουρίδην, πρώην επίσκοπον της Μητροπόλεως Φλωρίνης.


Τα πρώτα του χρόνια.

Ο μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ο μεγάλος αυτός  Ιεράρχης του νεωτέρου ελληνισμού, ήρθε στον κόσμο σε ημέρα σημαδιακή. Γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου του 1870 την ημέρα της εορτής του μεγάλου και χρυσούν την γλώτταν, αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

 Οι ενάρετοι γονείς του, Γεώργιος και Μελπομένη Καβουρίδου του έδωσαν το όνομα του αγίου της ημέρας και δεν ήταν τυχαίο αφού ο μακαριστός  μιμήθηκε τον χρυσορρήμονα άγιον κατά πάντα. Η αγάπη του δια τον Χριστόν και την Εκκλησίαν του, η κατάταξίς του στη χορεία των Ιεραρχών, οι διωγμοί και οι ποικίλες θλίψεις του, αλλά και η ανεξάντλητη υπομονή του, η ανεξικακία του και το απαράμιλλο θάρρος του, ήταν κοινή μοίρα και κληρονομιά και των δύο αγίων.

Επεράτωσε τις Γυμνασιακές του σπουδές στη Μάδυτο της Ανατολικής Θράκης, τότε που το ελληνικό στοιχείο άκμαζε στις πατρογονικές του εστίες. Ως μαθητής διακρινόταν για την ευλάβεια και την  επιμέλεια της συμπεριφοράς του, τόσο, ώστε έδινε την εντύπωση συνετού γέροντος παρά ανέμελου νέου.

Η επιθυμία των γονέων του ήταν να γίνει έμπορος. Αλλά στην ψυχή του νεαρού Χρυσοστόμου έκαιγε η ασίγαστη επιθυμία, να υπηρετήσει τον Θεό στο ιερό θυσιαστήριο. Οι προτροπές των γονέων του και των συγγενών του δεν στάθηκαν ικανές να τον μεταπείσουν. Αντιθέτως ο φλογερός του ζήλος δια τον Θεό, έκανε την απόφασή του σταθερή και  αταλάντευτη.

Εκ φύσεως συνετός φρόντισε μόνος του δια την μόρφωσίν του, απαραίτητο εφόδιο για εκείνους που η πρόνοια του Θεού τους έχει επιλέξει να ηγηθούν του λαού του. Απευθύνθηκε, λοιπόν,  στον θείον του, αδελφόν της μητέρας του, στον πλούσιο βαμβακέμπορο της Αιγύπτου, Χαράλαμπο Στεφανίδη, για να μην επιβαρύνει την οικογένειά του με τα έξοδα των θεολογικών του σπουδών.

Ο Χρυσόστομος γράφτηκε μεταξύ των πρώτων ιεροσπουδαστών στην περίσεμνη θεολογική σχολή της Χάλκης. Προικισμένος με μεγάλη αντίληψη και ισχυρή θέληση για σπουδή, αφιερώθηκε ολόψυχα στη μελέτη της ιεράς επιστήμης, αριστεύων πάντοτε. Η μόρφωσίς του τον κατέταξε στην αριστοκρατία του πνεύματος. Δεν καλλιέργησε όμως την έπαρση και τον εγωϊσμό στον εαυτόν του, απεναντίας με την σεμνότητα του ήθους του και την ασκητικότητά του στολίστηκε με την αρετή της χριστιανικής ταπεινώσεως. Δύο σπουδαίες αρετές, η μόρφωσις με το υψηλόν της διανοίας, και η σεμνότητα με το ταπεινόν του ήθους του, συνευρέθηκαν αρμονικότατα στο πρόσωπο του Χρυσοστόμου.

 Η περίφημη θεολογική σχολή  της Χάλκης, από την οποία απεφοίτησαν διαπρεπείς ιεράρχαι, οι οποίοι ωφέλησαν το Έθνος και το προστάτεψαν από τους Φράγκους και τους Προτεστάντες, τον άνδρωσε και τον όπλισε με τα όπλα της σοφίας και της γνώσεως. 

Όταν ήταν ακόμα φοιτητής δεν δυσκολεύτηκε να υπηρετήσει σαν οικόσιτος υπηρέτης στην οικία του τότε διευθυντού της σχολής Κωνσταντίνου Παρίτση. Έμπρακτη απόδειξη του ταπεινού του φρονήματος. Με τον τρόπο αυτό απέκτησε την ευχέρεια να στέλνει χρήματα στους γονείς του, αντί να ζητά απ’ αυτούς.

Πριν τελειώσει τις σπουδές του, και ενώ ήταν ακόμη σπουδαστής χειροτονείται διάκονος επί πατριάρχου Ιωακείμ του Γ’  στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Διορίζεται ιεροκήρυκας στην Πάνορμο και εκεί αγαπήθηκε από το ποίμνιο για τις υπέροχες ομιλίες του.
Το 1901 έλαβε το πτυχίο της Θεολογίας. Η διατριβή του έφερε τον τίτλο. «Η Ορθοδοξία Κυρίλλου του Λουκάρεως». Ενός ακόμη μαρτυρικού Πατριάρχου του Γένους.

Επανερχόμενος στην Κωνσταντινούπολη, διετέλεσε Μέγας πρωτοσύγκελος των πατριαρχείων και διηύθυνε με εξαιρετική σύνεση όλη την πολύπλοκη υπηρεσία του Φαναρίου.

Το 1908 χειροτονείται Επίσκοπος Ίμβρου. Στους Βαλκανικούς πολέμους  τον βρίσκουμε Μητροπολίτην Πελαγονίας, στην πόλη Μοναστήρι στη σημερινή περιοχή της Νοτίου Σερβίας, τα Σκόπια. Τότε η πόλη έγινε στόχος σφοδρών βομβαρδισμών. Κάθε ημέρα οι νεκροί ήταν πολλοί και ο φόβος εκ των βομβαρδισμών τέτοιος, ώστε οι ιερείς να μην έχουν το θάρρος να τους θάπτουν. Ο ίδιος ο μητροπολίτης Χρυσόστομος παρέμενε κοντά στους νεκρούς, δίδοντας θάρρος  στους ιερείς. Ήταν τόσο πιστός στο καθήκον, ώστε να μην κατεβαίνει στο καταφύγιο κατά την ώρα των επικίνδυνων βομβαρδισμών.

Στην υπηρεσία του Έθνους.

Μία ημέρα Γάλλοι αξιωματικοί, παρουσιασθέντες μπροστά του τον ρώτησαν.
-Πως θεωρείτε εκείνους που βάλλουν εναντίον της πόλεως και σκοτώνουν τόσους ανθρώπους από τον άμαχο πληθυσμό;
Ο Χρυσόστομος χωρίς να χάσει το θάρρος του και θεωρώντας τους Αγγλογάλλους αιτία των κακών, διότι είχαν γεμίσει το Μοναστήρι με κάθε είδους πολεμική μηχανή, ώστε να αποβεί σημαντικός στρατιωτικός στόχος, τους είπε:

- Θα σας απαντήσω, αφού προηγουμένως σας ερωτήσω, πως λέγονται εκείνοι που μετέβαλλαν την πόλη σε μεγάλο οπλοστάσιο.
Μετά από αυτό, το περιστατικό μία ημέρα κατεβαίνοντας στην Θεσσαλονίκη για υποθέσεις της Μητροπόλεως του, δύο στρατιώτες του Γαλλικού στρατού τον συνέλαβαν με το πρόσχημα μιας ανακρίσεως, τον οδήγησαν στις φυλακές και του πήραν τα χρήματα. Φυλάκισαν τότε μαζί του και τον Αρχιδιάκονό του, Αθηναγόρα. Στη συνέχεια τον εξόρισαν στο Άγιον Όρος στην Σκήτη του Μυλοποτάμου περιοχής της Μεγίστης Λαύρας, μαζί με τον Αθηναγόρα.

-          Μετά την επάνοδόν του από την εξορία, έσπευσε να τον συναντήσει ο βασιλεύς της Σερβίας, ο οποίος τον παρεκάλεσε να παραμείνει επίσκοπος του καταλειφθέντος υπό των Σέρβων πόλεως του Μοναστηρίου, λειτουργώντας όμως και στις δύο γλώσσες, σερβιστί και ελληνιστί. Ο μέγας όμως στο εθνικό του φρόνημα άνδρας του απάντησε με αξιοπρέπεια:
Είμαι Έλλην επίσκοπος και καλούμαι να ποιμάνω ελληνικά ποίμνια.

Η άνοδος του Μεταξάκη στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

Την περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας και μετά τον θάνατον Ιωακείμ του Γ , ως υποψήφιοι του θρόνου εφέροντο ο Χρύσανθος Τραπεζούντος και ο Μελέτιος Μεταξάκης. Από Ορθόδοξη διαίσθηση ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος γνωρίζοντας τις νεωτεριστικές ιδέες του Μεταξάκη, ενήργησε ενάντια στην εκλογή του. Έβαζε και πάλι τον εαυτό του σε κίνδυνο χωρίς να λογαριάσει τις συνέπειες, διότι αυτό του επέτασε το χριστιανικό του καθήκον και η αγάπη του προς τη Εκκλησία. Παράδειγμα προς μίμηση για την γενιά μας που σε πολλές περιπτώσεις προτιμά να μην ομιλεί και το κακό αυξάνει και πληθαίνει χωρίς αντίσταση. Για το λόγο αυτό ανεχώρησε γρήγορα προς συνάντηση του Στρατηλάτου Κωνσταντίνου, ο οποίος εβρίσκετο στο Εσκί - Σεχήρ.

Ο Αείμνηστος βασιλεύς έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση και ειλικρινή σεβασμό προς τον Χρυσόστομο. Είχε το θάρρος από παλαιά, στην Αθήνα, να εισέρχεται στα ανάκτορα όπου συνέτρωγε με τον Βασιλιά. Τώρα ευρισκόμενος ο βασιλιάς στο Εσκί – Σεχήρ της Μικράς Ασίας τον δέχθηκε με μεγάλη προσήνεια στην σκηνή του και θεώρησε την επίσκεψη του στις δύσκολες εκείνες στιγμές του Έθνους, σαν ουράνια αναψυχή.

Αφού συζήτησαν το θέμα της υποψηφιότητος του Μελετίου, εκείνος τον παρέπεμψε στον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδος τον αείμνηστον Δ. Γούναρην. Ο Πρωθυπουργός όμως παρ’ όλες τις προτροπές του αδράνησε, όχι εξ’ αιτίας δόλου, αλλά από ένα πνεύμα σχολαστικισμού. Έτσι εξελέγη Πατριάρχης ο Μελέτιος προς μεγίστην ζημίαν της Εκκλησίας. Επόμενο ήταν να τεθεί υπό διωγμόν από τον Μεταξάκη ο αγνός και ιδεολόγος Χρυσόστομος.

Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος διώκεται.

Όταν επέστρεψε στο Πατριαρχείο δεν του επέτρεψαν να ανέβει ούτε τα σκαλιά. Είναι αλήθεια ότι  όποιος  έχει το θάρρος να ελέγξει την κακία γίνεται πάντοτε μισητός. «Έλεγξε κακώ και μισήσει σε»
Στο πατριαρχείο βρήκε τους Έλληνες της Κων/πολης σε ακράτητο ενθουσιασμό για την προσωρινή κατοχή της πόλης, από τον ελληνικό Στρατό. Παρ’ όλην όμως την φλογερή φιλοπατρία του δεν ενέκρινε τον ενθουσιασμό εκείνο διότι ήταν βέβαιος ότι η αισχρή  ανθελληνική διπλωματία  των Αγγλογάλλων και Γερμανών δεν θα επέτρεπε, τέτοια εθνική ευτυχία στην μικρή και ένδοξη Ελλάδα. Γι’ αυτό και συνεβούλευε μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση στις εκδηλώσεις.

Μετά την Κων/πολη και γεμάτος πικρία για τις εθνικές και εκκλησιαστικές ανωμαλίες κατέρχεται στην Αθήνα, όπου τακτοποιεί κατά πατρικόν καθήκον τον πιστόν του έως τότε διάκονον, Πρωτοσύγκελον της Μητροπόλεως Αθηνών, αυτός που μετέπειτα έγινε Πατριάρχης Κων/πολεως,  ο Αθηναγόρας.

Ο Μεταξάκης εν τω μεταξύ, φιλεκδικητικός,  διέταξε την σύλληψιν του τιμίου αγωνιστού επισκόπου, εκείνος όμως πρόλαβε και ανεχώρησε για την Αλεξάνδρεια. Εκεί οι κληρικοί εκτίμησαν την προσωπικότητά του και τον αγάπησαν και μετά την χηρεία του θρόνου του Ευαγγελιστού Μάρκου, σχεδιάζουν κρυφά να τον ανεβάσουν στον πατριαρχικό θώκο. Στον περικλεή θρόνο του Μ. Αθανασίου, του Κυρίλλου και άλλων ενδόξων πατέρων της Εκκλησίας. Το αδιάβλητον του κύρους του, το αγιοπατερικόν και σεμνοπρεπές του ήθους του, τον έφεραν έως τα κράσπεδα του πατριαρχικού θρόνου, από τον οποίο ένα βήμα τον χώριζε. Το βήμα της σεμνότητός του. Το αντελήφθη όμως ο οξυνούστατος ιεράρχης και κρυφά ανεχώρησε για την Αθήνα για να αναδειχθεί πατριάρχης ο Χριστοφόρος, ο οποίος επάξια τίμησε τον θρόνο και στάθηκε υποστηρικτής των εν Ελλάδι Παλαιοημερολογιτών.

Επίσκοπος Φλωρίνης.

Μετά την Αλεξάνδρεια τον βρίσκουμε στην Αθήνα. Εκεί αρχίζει πλουσία εκκλησιαστική δράση. Στη συνέχεια μεταβαίνει στην επισκοπή Φιλιατών ως τοποτηρητής και ακολούθως στη Φλώρινα ως Μητροπολίτης Φλωρίνης.

Στην Φλώρινα στην οποία κατέστη Μητροπολίτης η τελευταία του Μητρόπολη από τις τέσσερις, επίσκοπος Ίμβρου, Μοναστηρίου, Φιλιατών και Φλωρίνης, απ’ όπου και ο τίτλος με τον οποίο τον γνωρίζουμε όλοι μας, σαν μητροπολίτη πρώην Φλωρίνης. Εκεί εργάζεται με ζήλο και αφοσίωση για την ενίσχυση της πίστεως και της φιλοπατρίας του ποιμνίου του.

Το 1928 σε ηλικία 58 ετών και τέσσερα έτη μετά την επιβολή του Νέου Ημερολογίου, εκλέγεται συνοδικός ιεράρχης και βρίσκεται στην Αθήνα. Εκεί ασθενεί βαρέως και εισέρχεται προς νοσηλείαν στον «Ευαγγελισμό». Μετά την θεραπείαν του παραιτείται από την μητρόπολη του για λόγους υγείας, χωρίς να παύση την εκκλησιαστική του δράση.



Οι πρώτες επαφές με τους Γ.Ο.Χ

Η Εκκλησία και οι ιστορικές της περιπέτειες τον καλούν αθλητήν στο στάδιον νέου αγώνος όπου απεδείχθη μέγας. Μέγας όχι μόνον δια την προσφοράν του, αλλά και δια το θυσιαστικόν του ήθος, το οποίο δοκιμάστηκε από τους εχθρούς, αλλά κι από υποτιθέμενους συνοδοιπόρους του. Ο Άγιος Τριαδικός Θεός τον επέλεξε να σηκώσει στους ώμους του ως άλλος Άτλας την Ορθοδοξίαν γι’ αυτό  έπρεπε κατά θείαν πρόνοιαν να ευρίσκεται στην Αθήνα για να παρακολουθήσει από κοντά τον τίμιο αγώνα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών των αποκαλουμένων χλευαστικώς Παλαιοημερολογιτών, να συγκινηθεί από την ομολογίαν τους και να καταστεί ο ηγέτης των. Έμελλε  να αναλάβει  εκ θείας προνοίας τους δυσκολότερους και πιο πικρούς αγώνες για τα άγια και τα τίμια της πίστεώς μας.

Από το 1924 έως το 1935 για ένδεκα ολόκληρα χρόνια ο ιερός αγώνας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών ήταν άνευ ιεραρχών, γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία του χριστιανισμού. Αρχηγοί του αγώνος διαφύλαξης των παραδόσεων τέθηκαν στην αρχή, αγιορείτες ιερομόναχοι, ήρωες  κληρικοί της Ελλάδος και λαϊκοί. Στην κρίσιμη αυτή ενδεκαετία θεμελιώδη ρόλο στην ηγεσία του αγώνος έπαιξαν σπουδαία πρόσωπα τα οποία η ιστορία κάποτε θα αναδείξει.
 Το πρώτο οργανωμένο νομικό πρόσωπο του αγώνος ήταν η «Ελληνική Θρησκευτική Κοινότητα».Έλληνες και χριστιανοί με αγάπη και θέρμη για την πίστη και την πατρίδα συνέπηξαν την πρώτη κοινότητα των ορθοδόξων κάτω από την οποία βρήκαν σκέπη όσοι Έλληνες απέρριψαν την καινοτομία. Στην ιδρυτική τους πράξη στις 12/25 Δεκεμβρίου του 1925, ημέρα θλιβερή κατά την οποία ο χωρισμός είναι τόσο έντονος, καθότι οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι  εορτάζουν τον Άγιο Σπυρίδωνα και οι Νεοημερολογίτες αδελφοί μας τα Χριστούγεννα. Μια χριστιανική κοινωνία που ζούσε με ενότητα 2000 χρόνια χώρισε δραματικά. Την ημέρα εκείνη, λοιπόν, στον ιερό Ναό της «Ομορφοκκλησιάς» στο Γαλάτσι οι σεπτοί αυτοί πατέρες μας διακήρυξαν «Ιδρύομεν ιδίαν θρησκευτικήν Κοινότητα υπό την επωνυμίαν «Ελληνική Θρησκευτική Κοινότης Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών» με σκοπόν την διαφύλαξιν της απ’ αιώνος παραδόσεως της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και τα υπό των θεοφόρων πατέρων των συνελθόντων εις τας 7 Οικουμενικάς Συνόδους θεσπισθέντα. Διακηρύσσομεν την ακλόνητον εμμονήν και απαραβίαστον τήρησιν αυτών, και την καταπολέμησιν πάσης καινοτομίας εις την πάτριον ημών γλώσσαν την αποδίδουσαν πλήρως τας υψηλάς και γνησίας  εννοίας των διδασκάλων της Ορθοδόξου ημών πίστεως.

Στην Αθήνα κατά πρόνοιαν Θεού εγνωρίσθη με εκπροσώπους των Γ.Ο.Χ. Αμέσως εκτίμησε το φρόνημα τους και συγκινήθηκε από τους αγώνες των. Πολλές φορές τον είδαν να παρακολουθεί διακριτικά την κάθοδό τους στο Φάληρο, για την τελετή της καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού, όπως τελευταία και την 6η Ιανουαρίου του 1935. Τον Μάϊο του ιδίου έτους ηγείτο ήδη των Ορθοδόξων.

Η πρώτη επαφή με τους Ζηλωτάς των Πατρίων Παραδόσεων έγιναν τον Δεκέμβριο του 1934 στο σπίτι του. Πρόσωπα που συνέβαλαν στην συνάντηση αυτή ήταν ο αείμνηστος μοναχός του Αγίου Όρους Αντώνιος Μουστάκας και ο εκλεκτός αδελφός Ηλίας Αγγελόπουλος. Ο ίδιος ο Χρυσόστομος πρ. Φλωρίνης δημοσίευε στον «Κήρυκα των Ορθοδόξων», δημοσιογραφικό όργανο  της Κοινότητας, άρθρα του υπέρ των πατρίων παραδόσεων και του Ορθοδόξου Ημερολογίου, με το ψευδώνυμο «Κληρικός».

Η ιστορική απόφασις των τριών Μητροπολιτών.

Η λαμπρή ημέρα για την Ορθοδοξία ήτο η 13η Μαΐου, Κυριακή της Σαμαρείτιδος. Τρεις Αρχιερείς ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, ο Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομάτης, και ο Ζακύνθου Χρυσόστομος ήρθαν να ηγηθούν του Ιερού Κινήματος. Εις τον ιερόν Ναόν «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» Κολωνού, Αθηνών, ανέτειλε η ευτυχέστερη ημέρα για τους Έλληνες ζηλωτές των Πατρώων, διότι έβλεπαν ότι δικαιώνονται οι αγώνες των.

Η Εκκλησία της Ελλάδος θορυβηθείσα από το κίνημα των τριών Ιεραρχών, αποφάσισε την εξόντωσή τους. Έκτακτο συνοδικό δικαστήριο την  1η Ιουνίου τους κατεδίκασε σε καθαίρεση και πενταετή περιορισμό σε απομακρυσμένες ερήμους Μονάς. Ο αείμνηστος Χρυσόστομος εξωρίσθη στην Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου Ολύμπου. Έμεινε εκεί ως τον Οκτώβριο του 1935, διότι ο Κυβερνήτης, ο μακαριστός Γ. Κονδύλης τον επανέφερε, λόγω της εκτιμήσεως του και της καλοκαγαθίας του, στην Αθήνα.

Επανερχόμενος στην Αθήνα σχεδίασε αμέσως ταξίδι στα Ιεροσόλυμα για να επιδιώξει σε συνεργασία με τους πατριάρχες της Ανατολής την επαναφορά του Ημερολογίου και την αποκατάσταση της γαλήνης και της Ενότητος της Εκκλησίας. Οι πατριάρχες τον υποδέχθηκαν με χαρά και του υποσχέθηκαν ότι θα βοηθήσουν με την σύγκληση προσυνόδου η μεγάλης Ορθοδόξου Συνόδου. Ο Έλληνας πρόξενος όμως εκτελώντας διαταγές εξ’ Αθηνών δεν του επέτρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Δυνάμεις σκοτεινές, αντεθνικές και αντορθόδοξες οι οποίες είχαν εισχωρήσει δυστυχώς  στον κρατικό μηχανισμό δεν επέτρεπαν την ευνοϊκή εξέλιξη μιας τέτοιας προσπάθειας.

Το θαύμα

Πέντε μήνες παρέμεινε άπρακτος στα Ιεροσόλυμα. Την 23ην Απριλίου παρακολούθησε την θεία Λειτουργία και παρεκάλεσε με πόνο τον Άγιο Γεώργιο που εόρταζε την ημέρα εκείνη να τον βοηθήσει.
Διηγείται ο ίδιος:
Παρεκάλεσα τον Άγιο να με βοηθήσει.
«Άγιε Μεγαλομάρτυς του Χριστού Γεώργιε, ο προστάτης των πτωχών και ο ελευθερωτής των αιχμαλώτων απάλλαξε με από την αιχμαλωσία αυτή.» Το βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί χτυπούν την πόρτα του δωματίου του. Ανοίγει και εισέρχεται ένα ευγενικό παλικάρι και του λέγει: «Είσαι ελεύθερος να φύγεις. Κανείς δεν θα το πάρει είδηση.»
«Πήγαινε να θεωρήσεις το διαβατήριό μου, του πρότεινε παρακλητικά ο αείμνηστος Ιεράρχης.
Το παλικάρι έφυγε πρόθυμα. Επέστρεψε μετά από λίγο και του λέγει:
«Όλα είναι έτοιμα.
Κινούμενος ο άγιος Ιεράρχης να του προσφέρει ένα φιλοδώρημα, ο νέος χάθηκε μπροστά στα μάτια του.
Κατάπληκτος ο σεβ. Χρυσόστομος διερωτάτο περί τίνος επρόκειτο. Η ψυχή του ταυτοχρόνως γέμισε γαλήνη και θάρρος.
Και παραλείποντας τα υπόλοιπα θαυμαστά της επεμβάσεως του Αγίου, καταλήγουμε ότι πέρασε απαρατήρητος και με ρουμάνικο πλοίο έφθασε στον Πειραιά.

Αγώνες και μάχες.

Σε συνεργασία με τον αείμνηστο Δημητριάδος Γερμανό, τον επίσης Γερμανό Κυκλάδων και Βρεσθένης Ματθαίο ποίμαιναν και κατήρτιζαν πνευματικά τους Ορθοδόξους. Η Εκκλησία της Ελλάδος τους καταμήνυε στα πολιτικά δικαστήρια. Η ευφράδεια του όμως τα ακαταμάχητα επιχειρήματα του και η ακτινοβολία του ήθους του, ανάγκασαν τους δικαστές να ομολογήσουν. «Έχετε απόλυτο δίκαιο, αλλά για λόγους σκοπιμότητος είμεθα υποχρεωμένοι να σας καταδικάσουμε».

Συνέχισε τον αγώνα του γράφοντας, ποιμαίνοντας, κηρύττοντας, περιοδεύοντας στα διάφορα ανά την Ελλάδα παραρτήματα, διδάσκοντας, παρηγορώντας, εξομολογώντας, δίδοντας διαλέξεις σε διάφορες αίθουσες, όπως στην αίθουσα «Παρνασσού» η της «Αρχαιολογικής Εταιρείας» και αλλού, σε ακροατήριο πολλών επισήμων, υπουργών, Βουλευτών, Στρατηγών, εκδίδοντας αδιακόπως βιβλία περί του εορτολογικού ζητήματος, ο προβεβηκώς την ηλικίαν του σώματος, νεανίζων όμως ως προς την ψυχήν, ο θερμός τον ζήλον άγιος Ιεράρχης, βαστάζοντας όλον το βάρος του αγώνος.

Διχόνοιες και σχίσματα.

Δεν άργησαν όμως να φανούν και σοβαρότερα προβλήματα τα οποία αφορούσαν τα εσωτερικά του κινήματος της Ευσεβείας των Γ.Ο.Χ. Είναι οι διαιρέσεις και οι μεταξύ των πιστών διενέξεις και έριδες, προβλήματα που εμφανίζονται άμεσα σε χώρους που δεν έχουν εκ των πραγμάτων προλάβει να θεσμοθετήσουν συγκροτημένη διοίκηση και ιεραρχία και δημιουργούνται από το μικρόβιο της φιλαρχίας,  το μεγάλο ελάττωμα  των Ελλήνων από τα αρχαία χρόνια ως σήμερα. Αυτός ο πόλεμος δοκίμασε μέχρις εσχάτων, σαν σε φλογισμένο καμίνι, τις αντοχές του ποιμνίου και του ιδίου του αγίου μας ιεράρχου.

Μια θεολογική-εκκλησιαστική διαφωνία μοίρασε τους επισκόπους και το λαό σε δύο μερίδες. Ο μακαριστός ποιμενάρχης βρέθηκε μπροστά σε μια εκρηκτική κατάσταση. Έβλεπε τον αγώνα να οδηγείται σε αποτυχία και το κίνημα ευσεβείας σε μαρασμό. Αντικανονικές ενέργειες και άθεσμες χειροτονίες, φθόνοι  και εγωϊσμοί καταρράκωναν τον αγώνα. Ο ηγέτης έβλεπε θυσίες και κόπους να χάνονται. Ζούσε το μεγαλύτερο μαρτύριο κι’ έπινε το πιο πικρό ποτήρι της ζωής του.
 Μπροστά σ’ αυτή την κρίσιμη κατάσταση, δεν έχασε το θάρρος του, γνώρισμα ενός αληθινού ηγέτη, καυτηρίασε με αποφασιστικότητα τις εκτροπές, κατήγγειλε δημόσια στο ποίμνιό του και τον ελληνικό λαό την αντικανονικότητα και την παρανομία και φρόντισε να προστατέψει το ποίμνιο του από τις εκκλησιολογικές εκτροπές, νουθετώντας το να μένει σταθερά προσανατολισμένο στην εκκλησιαστική νομιμότητα. Πολλά του οφείλει η Εκκλησία μας σήμερα γι’ αυτό το φρόνημα.

Νέοι διωγμοί.

Άλλά και οι διωγμοί εκ μέρους της επισήμου εκκλησίας συνεχίστηκαν σκληρότεροι και πιο αποφασιστικοί. Το 1951 ο νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων Βλάχος, σκληρός διώκτης των Ορθοδόξων, σε συνεργασία με την τότε κυβέρνηση Βενιζέλου – Παπανδρέου εκδίδουν την αντισυνταγματική υπ’ αριθμ. 45/51 πράξη του υπουργικού Συμβουλίου, βάσει της οποίας εκινήθη άγριος διωγμός, κλεισθέντων και σφραγισθέντων πάντων των Ναών.

Ο μακαριστός Φλωρίνης συλλαμβάνεται καί εξορίζεται στην απαράκλητη Μονή Υψηλού Μυτιλήνης τον Μάρτιο του ’51. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο πρώην διάκονός του, φιλοτιμείται να τον βοηθήσει και του υπόσχεται μία από τις καλύτερες Μητροπόλεις και κάθε άλλη ανάπαυση. Αλλά ο αείμνηστος «προείλετο συγκακουχείσθε τω λαώ του Θεού η πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν.» Εξ’ άλλου ο άγιος Φλωρίνης ητοίμασε δια του ομολογιακού του αγώνος υψηλότερη θέση εις την εν ουρανοίς κατοικίαν και άφθαρτον Μητρόπολιν.

Δέκα επτά μήνες συμπλήρωσε στην εξορία, με αξιοθαύμαστον καρτερίαν και υπομονήν, όταν οι ευγενέστατοι βουλευτές Ζορμπάς Χίου, Σκουτέρης Αττικής και Γοργίας Σερρών, ανέλαβαν να ενεργήσουν  στην Κυβέρνηση δια ανάκλησιν της εξορίας του. Οι πιέσεις των επί του τότε πρωθυπουργού Ν. Πλαστήρα, έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα και στις 18 Ιουλίου του 1952 αφήχθη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού γενόμενος δεκτός με ενθουσιασμό από ολόκληρο το Συμβούλιο της Π.Θ.Ε.Ο.Κ, των προαναφερομένων αξιοτίμων βουλευτών και πλήθος λαού των Γνησίων Ορθοδόξων, οι οποίοι τον συνόδευσαν έως την οικίαν του.

Ο προκαθήμενος Αθηνών Σπυρίδων τον κάλεσε σύντομα στο σπίτι του στο ψυχικό και του πρότεινε τα εξής:
«Άκουσε, Χρυσόστομε, εσύ έχεις μία πολύ καλή θέση στην Ιστορία της Εκκλησίας, μην αμαυρώνεις το παρελθόν σου επιμένοντας στο Παλαιό Ημερολόγιο. Βλέπεις ότι σε εγκατέλειψαν οι συνεργάτες σου και οι οπαδοί του Παλαιού Ημερολογίου διαλύθηκαν. (πράγματι ο Χριστοφόρος Χατζής και ο Πολύκαρπος Λιώσης, από δειλία επέστρεψαν στο Νέο και έγιναν μητροπολίτες). Επάνελθε στους κόλπους της Εκκλησίας, η οποία μεταξύ άλλων θα σου δώσει και τις καθυστερούμενες αποδοχές της συντάξεώς σου που ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες λίρες.»

Ο ηρωϊκός όμως ιεράρχης τον διέκοψε απότομα και του είπε: «Μακαριώτατε φρόντισε να ενώσης την Εκκλησία, επαναφέροντας σ ’ αυτήν το πατροπαράδοτο Εορτολόγιο για να ησυχάσουν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Για συντάξεις και χρήματα δεν ενδιαφέρομαι , ούτε παραβιάζω την συνείδησίν μου. Είναι ψεύδος ότι οι Παλαιοημερολογίται διελύθησαν η διαλύονται, απεναντίας το φρόνημα των χαλυβδώνεται. Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι όλοι οι Παλαιοημερολογίται διαρρεύσουν προς το Νέο Ημερολόγιο όπως ισχυρίζεσθε και μόνον ένας Παλαιοημερολογίτης να μείνει αυτός θα είμαι εγώ».Αυτή ήταν η απάντηση και η τελευταία συνάντηση του Αγίου Φλωρίνης με τον Αρχιεπίσκοπο.

Οι πιέσεις του Σπυρίδωνος συνεχίστηκαν εναντίον του Χρυσοστόμου και των άλλων κληρικών και λαϊκών με ποικίλες διώξεις και μεθοδεύσεις. Ο ηγέτης του κινήματος ευσεβείας συνέχισε με θάρρος και αυταπάρνηση τον αγώνα του ανυποχώρητος μέχρις εσχάτων.

Τα τέλη της ζωής του

Η ηλικία του όμως ήταν πλέον  προχωρημένη. Οι σωματικές του δυνάμεις ένιωθε ότι σιγά – σιγά τον εγκατέλειπαν. Το τέλος του έφθανε. Ως τα έσχατά του, παρέμεινε υπερασπιστής των πατρικών μας παραδόσεων και των πατερικών θεσπισμάτων. Έπραξε το καθήκον του ως το τέλος, έκλεισε τα μάτια του ειρηνικός και παρέδωσε την αγία του ψυχή χωρίς να δει την ενότητα της Εκκλησίας  αποκατεστημένη.  Έσπειρε όμως πλούσια το ορθόδοξο φρόνημα.
 
Στα χείλη του αρμόζουν τα λόγια του Αποστόλου Παύλου:
« Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα·  λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής» (Β’ Τιμ. 4,7)

Η οσιακή του μορφή εγκατέλειψε τον πρόσκαιρο κόσμο και ανεχώρησε δια τας αιωνίους μονάς την 6η προς 7η Σεπτεμβρίου του Σωτηρίου του έτους 1955.

Ο τελευταίος αποχαιρετισμός του έγινε την 8η Σεπτεμβρίου ημέρα Τετάρτη στον ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στην Κυψέλη. Πλήθη λαού τον συνόδευσαν έως την Πάρνηθα στη Μονή «Κοιμήσεως της Θεοτόκου»  με περισσότερα από 300 ταξί αυτοκίνητα, όπου έγινε η ταφή του. Κατά την εκφορά του προς την Μονή οι καμπάνες όλων των Εκκλησιών ηχούσαν πένθιμα κατά μία αγαθή συγκυρία, διότι εδόθη εντολή να σημαίνουν εξαιτίας των  βανδαλισμών που συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη, από τους Τούρκους, εναντίον των Ελλήνων, την προηγουμένη ημέρα. Μ’ αυτό τον τρόπο έστω και αθέλητα ολόκληρη η Ελλάδα πενθούσε για την εκδημία ενός αγίου Ιεράρχου της που θυσίασε όλη τη ζωή του υπέρ αυτής και της Ορθοδοξίας.

Ο άγιος Χρυσόστομος πρώην μητροπολίτης Φλωρίνης ανέλαβε να διασώσει την προδομένη από τους ποιμένες της, Εκκλησία, τους θεσμούς και τις παραδόσεις της, την Καθολικότητα  και αποστολικότητά της, διότι όταν οι καινοτόμοι κατάφερναν με δριμύτητα τον πέλεκυ του νεοημερολογητισμού στον κορμό της, χτυπώντας τις παραδόσεις των πατέρων μας, προετοίμαζαν το έδαφος για την παναίρεση του οικουμενισμού. Η παναίρεση αυτή κατακαίει σήμερα την Εκκλησία του Χριστού.

Το παράδειγμά του Αγίου όμως, δεν μας αφήνει περιθώρια άλλων επιλογών από την συστράτευση με την μαρτυρική Εκκλησία, η οποία δεν έχει αποδεχθεί τον μολυσμό της καινοτομίας.

Επίλογος

Ο αγώνας σκληρός, τα κύματα βουνά, ο Χριστός καθεύδει, οι πιστοί σε αγωνία, η Ορθοδοξία καταποντίζεται, ο οικουμενισμός θριαμβεύει. Η Εκκλησία όμως δεν ηττάται. Ο Χριστός εξήλθε νικών και ίνα νικήσει. Τον δρόμο του Αγίου μας Ιεράρχου τον συνεχίζουμε εμείς. Είναι οδηγός μας ο Χριστός και συμπρεσβευτής ο Άγιος μας.

Στη συνείδησή μας κατέχει τη θέση του μεγάλου και αγίου εκκλησιαστικού ανδρός, του οποίου η φωτεινή πορεία είναι για μας υποθήκη και οδός Ορθοδοξίας. Ακόμη δε περισσότερο αποκαλύπτεται το μεγαλείο  της μορφής του σήμερα, όπου τα άγια και τα τίμια της αγίας Ορθοδοξίας παραδίδονται χωρίς εντροπή στο χέρια του Οικουμενισμού.

Ο άγιος ιεράρχης μας, μας άφησε με το έμπρακτο παράδειγμά του, την διδασκαλία του, το σεμνό του ήθος, το ηρωϊκό του φρόνημα, την ακεραία ομολογιακή του στάση και την συνετή του διοίκηση αιώνιο παράδειγμα. Συνεχίζουμε τον ίδιο αγώνα μέχρι του θριάμβου της Αληθείας.

Του Αγίου Χρυσοστόμου Φλωρίνης , αδελφοί,  αιωνία η μνήμη.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου