Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Άγιες μορφές του ιερού αγώνα

ΙΕΡΕΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΟΣ (ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ) (1860-1953)

Εὐλαβὲς ἀφιέρωμα, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει 60 ἐτῶν ἐκ τῆς ὀσιακῆς κοιμήσεως, τοῦ ἀξίου αὐτοῦ Λειτουργοῦ του Ὑψίστου, ὅστις ἠξιώθη νὰ ἱερουργῇ τὴν νύκτα ἐκείνη τῆς 14ης Σεπτεμβρίου 1925, καθἣν ἐνεμφανίσθη Τίμιος καὶ Ζωοποιὸς Σταυρός. Στοιχεῖα συνελλέχθησαν ἀπὸ συνεντεύξεις ἔτι ζώντων πνευματικῶν του τέκνων καὶ συγγενῶν του, καθὼς καὶ ἐκ τοῦ Τόμου Δτῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων τῶν «Πατρίων», τοῦ ἀειμνήστου Πενταπόλεως κυροῦ Καλλιοπίου, τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ φροντίδι τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συνδέσμου τῶν Νέων της Ἐκκλησίας μας.



Τὰ πρῶτα χρόνια


π. Ἰωάννης ἐγεννήθη τὸ ἔτος 1860 εἰς τὸ χωρίον Πεντιὰ (σημερινὸ Τρίκορφον) τῆς Μεσσηνίας ἀπὸ εὐσεβῆ οἰκογένεια. Εἶχε ἀκόμα ἕναν ἀδελφὸ ὁποῖος ἠκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο. Τὸ 1893 νυμφεύεται τὴν εὐλαβεστάτην Ἀγγελικὴν καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος, χειροτονεῖται βαθμιδὸν διάκονος καὶ ἱερεὺς ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας Παναρέτου Κωνσταντινίδου (†1897), καὶ ἀναλαμβάνει ἐφημεριακὰ καθήκοντα εἰς τὸν ἐνοριακὸν ναὸν τοῦ χωρίου του, τὸν Ἅγιο Νικόλαο.


Μὲ τὴν παρέλευσιν 15 χρόνων ἡσύχου, λευϊτικοῦ, ἐγγάμου βίου, πρεσβυτέρα Ἀγγελικὴ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω, ἐγκαταλείπουσα τοιουτοτρόπως εἰς τὸν π. Ἰωάννη τὴν μητρικὴ φροντίδα τριῶν κοριτσιῶν καὶ δύο ἀγοριῶν, ἐκ τῶν ὁποίων Ἑλένη, τὸ πρῶτον, ἦτο δεκατεσσάρων (14) ἐτῶν καὶ Λεωνίδας, τὸ τελευταῖον, ἕξ (6) μηνῶν.


Ἔχων ἐπωμισθεῖ τὴν φροντίδα τῶν πέντε του τέκνων, ἐφρόντισε τὴν ἀποκατάστασιν τῶν τριῶν κοριτσιῶν καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1923, ἀναβαίνει εἰς τὴν πρωτεύουσαν διὰ τὶς σπουδὲς τοῦ μικρότερου υἱοῦ, ἐγκαταλείπων τὴν ἰδιαιτέραν τοῦ πατρίδα καὶ μένων δίχως ἐνορίαν.


ζωὴ στὴν Ἀθήνα


Πολλάκις προσφεύγει εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν νὰ τοῦ δοθῇ μία ἐνοριακὴ θέσις διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὰ λειτουργικά του καθήκοντα καὶ νὰ μπορέσῃ νὰ ἀνταπεξέλθῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας του. Ματαίως ὅμως.


Περνοῦν ἕξ μῆνες μεγάλων στερήσεων. Πάντοτε ὅμως εἶχε σταθερὰν τὴν ἐλπίδα του πρὸς Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον διηκόνη ἐπὶ τόσα ἔτη.


Μίαν ἡμέρα, εἷς μοναχὸς ὀνόματι Μόδεστος, τὸν καλεῖ νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ ἐκκλησάκι του τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὴν νῆσον Αἴγιναν.


Καὶ τότε ἦταν ποὺ εὐλαβέστος π. Ἰωάννης πείθεται διὰ τὴν πρόνοιαν τοῦ Ὑψίστου, τοῦ ὁποίου Θείας Χάρις δὲν ἐγκαταλείπει ὅποιον Τὸν ὑπηρετεῖ μὲ θυσιαστικὸν φρόνημα, διότι ἐκεῖνο τὸ βράδυ, πρὶν λειτουργήση, τὸν ἐπισκέπτεται Ὑπεραγία Θεοτοκὸς εἰς ἐνύπνιον καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὸ τότε γραφικὸν ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου εἰς τὰ κάτω Πατήσια Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ γίνῃ ἐνορία του διὀλίγα, ὅμως, ἔτη.


Καὶ ἰδοὺ τὸ θεῖον θέλημα. Ὅταν ἐπιστρέφει εἰς τὴν οἰκίαν του ἀπὸ τὴν Αἴγιναν, εὑρίσκει ἕν σημείωμα ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτας τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν ἐκάλουν νὰ ἐξυπηρετήσῃ μονίμως τὸ μικρόν των ἐκκλησάκι. Ἐπὶ περίπου ὀχτὼ μῆνας παραμένει ἐκεῖ λειτουργός, καὶ πιστοὶ ἀπὸ ὅλας τὰς συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν οἱ ὁποῖοι ἀνεζήτουν πνευματικὴν παρηγορίαν συρρέουν εἰς τὸ ἐπιτραχήλιον τοῦ ἀκάκου παπαΓιάννη.


ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου.


ἐπιβληθεῖσα ἡμερολογιακὴ καινοτομία κατὰ τὸ ἔτος 1924, τὸν εὑρίσκει ἀκόμα ἐφημέριον τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου. Ἦταν τότε ποὺ ἀντέταξε ἕνα σθεναρὸν ΟΧΙ εἰς τὴν καινοτομήσασα ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποτειχιζόμενος ἀπὸ τοὺς καινοτόμους προϊσταμένους του καὶ συστρατευόμενος μὲ τοὺς ἀπαἰῶνος φύλακας τῶν πατρώων παραδόσεων, τὸν ἁπλοῦν πιστὸν λαόν.


στάσις του αὕτη, ὡς ἦτο φυσικὸν ἑπόμενον, τὸν φέρνει ἀντιμέτωπον μὲ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν, ὁποία καὶ τὸν ἐκδιώκει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλευθέριον.


Νέαι περιπέτειαι ἀρχίζουν διὰ τὸν παπα-Γιάννη. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε ἐξωκκλήσι εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς, εὑρίσκει τὸν Λειτουργόν του στὸ πρόσωπον τοῦ γέροντος ἱερέως. Εὕρισκε ἰδιαιτέραν ἀνάπαυσιν ὅταν ἐλειτούργη εἰς τὸ μονύδριον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, εἰς τὰς παρυφάς τοῦ Ὑμηττοῦ (Δῆμος Παπάγου), τὸ ὁποῖον καὶ εἶχε ἐρημώσει, μετὰ τὸ διάταγμα τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ Ὄθωνος τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1833, καθὼς καὶ στὴν Ὀμορφοκκλησιάν (τοῦ Βεΐκου) εἰς τὸ Γαλάτσι, τὰ ὁποῖα καὶ ὑποδέχονται τοὺς ὀρθοδόξους κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος.


Θαρραλέος εἰς τὰς διώξεις καὶ τὰς φυλακίσεις καὶ καρτερικὸς εἰς τὰς κακοπαθείας, ἐμψυχώνει πάντοτε τοὺς διωκομένους ἀγωνιστὰς καὶ ἀνυστάτως προσέτρεχε διὰ τὴν κάλυψιν τῶν πνευματικῶν των ἀναγκῶν.


Οἱ κόποι καὶ οἱ μόχθοι τοῦ πατρὸς Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἦτο εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων ἐγγάμων κληρικῶν ποὺ παρέμειναν λειτουργοὶ κατὰ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ἐπευλογήθησαν παρὰ Θεοῦ, ὅστις καὶ ἐπιφύλασσε εἰς αὐτὸν τὴν μεγίστην τιμὴν νὰ εἶναι ὁ λειτουργὸς εἰς τὴν ἀγρυπνίαν τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατὰ τὸ ἔτος 1925 εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεολόγον εἰς τὸν Ὑμηττόν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ἐκεῖνος ὁ φωτεινὸς λευκὸς Σταυρὸς, ὁ ὁποῖος ἐνέπλησε εὐφροσύνην τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, ἐνίσχυσε τοὺς ἀποκαμωμένους ἀπὸ τὰς διώξεις καὶ ἐφώτισε πολλοὺς εἰς τὸ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν πατρῶα εὐσέβειαν, συμφώνως μὲ τὰς μαρτυρίας τῶν αὐτοπτῶν.


Τὸ θαῦμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.


Ἡ πληροφορία περὶ τῆς θείας ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς τὸ μονύδριον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἔφθασεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν 15ην Σεπτεμβρίου 1925 κατὰ τὸ πάτριον ἑορτολόγιον (28 Σεπτεμβρίου ν. ἡμ.) μέσω τῆς Ἀθηναϊκῆς ἐφημερῖδος «Σκρίπ», ἡ ὁποία ἐδημοσίευσεν εἰς τὴν πρώτην σελίδα ἀνακοίνωσιν τοῦ «Συλλόγου τῶν Ὀρθοδόξων».


Ὁ περίβολος τῆς μονῆς ἀπεδείχθη πολὺ μικρὸς διὰ τοὺς περὶ τὰς δύο χιλιάδας πιστοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχον συγκεντρωθεῖ. Τὸ γεγονὸς τελέσεως θείας λειτουργίας κατὰ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, δὲν διέλαθε τῆς προσοχῆς τῶν χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἐνωμοτάρχου Ἰωάννου Καρυωτάκη, εἶχον καταφθάσει ἀπὸ ἐνωρὶς ἀπὸ τὴν κοντινὴν σχολὴν χωροφυλακῆς, χάριν τηρήσεως τῆς εὐταξίας ὅπως ἐδήλωσαν. Ὅμως ὁ πραγματικὸς δόλιος σκοπὸς τῆς παρουσίας των ἦταν ἡ σύλληψις τοῦ ἱερέως καὶ ἡ διάλυσις τῶν πιστῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ π. Ἰωάννης κατόρθωσε νὰ διαφύγῃ τῆς προσοχῆς των, συνωθούμενος εἰς τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, ἐνδεδυμένος γυναικείαν κουλουριώτικην φορεσιάν, φθάσας τοιουτρόπως ἀσφαλὴς εἰς τὸν ναόν.


Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ «Συλλόγου τῶν Ὀρθοδόξων»:


«Ἡ ὥρα ἦτο 11η καὶ ἡμίσεια πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, ὅτε ἀκριβῶς ἄνωθεν τοῦ ναοῦ καὶ μὲ κατεύθυνσιν ἐξ Ἀνατολῶν πρὸς Δυσμᾶς ἐνεφανίσθη φωτεινὸς λευκὸς Σταυρὸς τοῦ ὁποίου ἡ λάμψις περιοριζομένη μόνον ἐπὶ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ ἐκκλησιαζομένου πλήθους ἐξηφάνιζεν ἐντελῶς τὴν λάμψιν τῶν ἀστέρων, κατηύγαζε δὲ τὸν ναὸν καὶ τὸν περίβολον ὡς νὰ κατηυθύνετο ἐπ’ αὐτῶν ἠλεκτρικὸς προβολεύς. Τὸ οὐράνιον τοῦτο σημεῖον ἦτο ὁρατὸν συνεχῶς ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ κατόπιν ἤρξατο σβενύμμενον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον.


Τὸ τί ἐπηκολούθησε τὴν ἐμφάνισιν τοῦ οὐρανίου τούτου σημείου ἀδύνατον νὰ περιλάβῃ ἀνθρωπίνη ἀφήγησις. Πάντες οἱ ἐκκλησιαζόμενοι γονυπετεῖς καὶ κλαίοντες ἐκ τῆς συγκινήσεως, ἤρχισαν ψάλλοντες καὶ δοξολογοῦντες τὸν Κύριον ἐν ἐνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ. Τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας παραιτοῦνται τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἀνευρίσκουσι εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας των τὴν παιδικὴν πίστιν τῶν παιδικῶν των χρόνων. [...]


Ἡ ἀγρυπνία συνεχισθεῖσα ἐτελείωσε περὶ τὴν 4ην πρωϊνήν, ὁπότε ὁλόκληρος ἐκεῖνος ὁ ἀνθρώπινος χείμαρρος ἤρχισε κατερχόμενος πρὸς τὴν πόλιν διηγούμενος ἀνὰ πᾶν βῆμα τὸ νυκτερινὸν θαῦμα, ἐκ τῆς συγκινήσεως τοῦ ὁποίου συνείχοντο πάντες.»


Μία ὑπαίθρια λειτουργία


Τὸ ἔτος 1934 οἱ «παλαιοημερολογῖτες» τῆς Μπάλας (σημερινὴ Ροδοπόλις) τὸν καλοῦν νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ βυζαντινὸν ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου, εὑρισκόμενον ἔξωθεν τῆς Κοινότητος, στὴ θέση Βυδίστι. Ἐκεῖνο τὸ καλοκαιρινὸ πρωινό της 29ης Αὐγούστου, ὅπως μᾶς περιγράφει ἐμφατικῶς ὁ ἀναγνώστης κ. Νικόλαος Νταβαναγγέλης, ὅστις καὶ ἐχρημάτισε ἱερόπαις τοῦ π. Ἰωάννη, ἄρχισαν οἱ χριστιανοὶ νὰ συγκεντρώνονται διὰ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ. Ὅμως ἀδίκως, ἀφοῦ βρίσκουν τὸ ναΐδριο ἑρμητικὰ κλειστὸ ἀπὸ τὶς ἀστυνομικὲς ἀρχές.


Ὁ παπα-Γιάννης συνηθισμένος εἰς τὰς ἀπαγορεύσεις καὶ τοὺς διωγμοὺς δὲν πτοεῖται ἀλλὰ οὔτε κἄν σκέπτεται νὰ στερήσῃ τοὺς πιστούς τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ μὲ τοσαύτην λαχτάραν συνεκεντρώθησαν νὰ μετάσχουν. Ἀκολουθούμενος πάντοτε ἀπὸ τοὺς πιστούς, καταβαίνει εἰς τὸ χωρίον καὶ πλησίον τοῦ χώρου ὅπου εὑρίσκεται ὁ σημερινὸς Ἱερὸς Ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος Ροδοπόλεως, τελεῖ τὸ Μυστήριον εἰς τὸ ὕπαιθρον. Εἰς ἐκείνην τὴν τοποθεσίαν οἱ νομάδες Σαρακατσάνοι τῆς περιοχῆς, εἶχον σκάψει σκάμματα κυκλικοῦ σχήματος, καὶ βάθους ἑνὸς μέτρου εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἐνωρίτερον στήσει τὰ κονάκια των (ψάθινες καλύβες) καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον πρὸ καιροῦ ἐγκαταλείψει. Ἐπάνω λοιπὸν εἰς αὐτὰ τὰ θαμνάκια καὶ τοὺς λίθους ἑνὸς ἐγκαταλελειμμένου σαρακατσάνικου κονακίου καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν πεύκων ἐστήθη προχείρως ἕν θυσιαστήριον διὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ ὀλίγοι πιστοί.


Ματὰ τὸ πέρας τῆς ἐξοχικῆς αὐτῆς Λειτουργίας, ὁ π. Ἰωάννης εἶπεν εἰς τοὺς πιστούς: «Παιδιά μου, κάπου ἐδῶ νὰ κτίσουμε μία ἐκκλησία νὰ ἐξυπηρετούμαστε». Οὕτω, λοιπὸν καὶ τὸ οἰκόπεδον εὑρέθη καὶ ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἠγέρθη, μὲ ἀρκετὰς διώξεις καὶ φυλακίσεις τῶν ἱδρυτῶν του, καὶ ὁ π. Ἰωάννης παρέμεινε ἐκεῖ ἐφημέριος μέχρι τὸ ἔτος 1950 διανύων μιάμιση ὥρα ἀπόσταση μὲ τὸ ὑποζύγιον ἀπὸ τὴν οἰκίαν του εἰς τὴν Κηφισιὰν ἐπὶ 16 ἔτη, ἔχων πάντοτε συνοδὸν του τὸ προαναφερθέν πνευματικόν του τέκνον Νικόλαον.


Τακτικὸς εἰς τὰς ἀκολουθίας ὁ παπα-Γιάννης δὲν παραλείπει ἀκόμη καὶ εἰς τὸ βαθὺ γήρας τὴν καθιερωμένην νυκτερινὴν ἀκολουθίαν. Μόνον μίαν νύκτα χιονισμένην παραβιάζει τὴν τακτικήν του, σκεπτόμενος νὰ διαβάσῃ ὀλίγον ἀργότερον τὴν ἀκολουθίαν του. Ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος δὲν θέλει ὅμως νὰ διακόψῃ τόσων ἐτῶν τακτικήν, τὸν εἰδοποιεῖ τὴν κατάλληλον στιγμήν. Ἔντρομος ὁ γέρων, ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὴν μικρὴ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ποὺ φέρει πάντοτε μαζί του, νὰ τοῦ λέγει: «παπα-Γιάννη, ὄρθρου βαθέως» καὶ ὁ ἀγαθὸς γέρων σηκώνεται εὐθύς.


Ἡ κατ’ οἶκον ἐκκλησία


Εἰς τὸν μεγάλον διωγμὸν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τὸ 1951, παρὰ τὰ γηρατειά του, ὁ παπα-Γιάννης ἐργάζεται ἐξαντλητικῶς, ἔχων μεταβάλλει τὴν οἰκίαν του εἰς τὴν Κηφισίαν, εἰς τὴν ὁδὸν Κανάρη, εἰς κρυφὸν πνευματικὸν καταφύγιον ὅλων τῶν διωκομένων Γ.Ο.Χ. οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ τελοῦνται τὰ μυστήρια των, ὀρθοδόξως. Ἐξομολόγη καὶ ἐτέλη ἀκόμη καὶ εὐχέλαια καὶ ἁγιασμοὺς εἰς δύο δωμάτια εἰς τὴν πίσω αὐλὴν τῆς οἰκίας του. Τραγικὴ εἰρωνία ἀπετέλη ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ «ἐκκλησιαστικὰ ἐγκλήματα» τῶν Γ.Ο.Χ. συνέβαιναν μόλις δύο δρόμους μακρύτερα ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ τότε διώκτου νεοημερολογίτου Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου. Καὶ παρόλον ποὺ διεσταυρώνετο πολλάκις μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν ὁδόν, ἐφήρμοζε τὸ τοῦ Ἀποστόλου [«καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β΄ Ἰωάνν. 10)], γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐξενεύριζεν ἰδιαιτέρως τὸν Σπυρίδωνα. 


Χριστούγεννα τοῦ 1951


Τὰ Χριστούγεννα τοῦ ἰδίου ἔτους, ὅπως περιέγραψε εἰς τὴν Καθηγούμενην τῆς Ἱ. Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Πάρνηθος Ξένην μοναχήν, ὁ κατὰ σάρκα πατήρ της, (μετέπειτα π. Θεολόγος), τρία φορτηγὰ καρότσες, γεμάτα πιστοὺς ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἀττικῆς, ἐξεκίνησαν παραμονὴν Χριστουγέννων ἀργὰ τὸ βράδυ διὰ νὰ ἀγρυπνήσουν μακρυὰ ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ διώκτου Ἀρχιεπισκόπου, εἰς τὸ ἐξωκλήσι τῆς Ἁγ. Μαρίνης είς τὸ Πόρτο Ράφτη. Ἱερεύς ἐκείνης τῆς ἀγρυπνίας ποῖος ἄλλος ἀπὸ τὸν π. Ἰωάννη; Ἐκεῖνος εὑρίσκετο εἰς τὸ τελευταῖον φορτηγὸν κάτω ἀπὸ ἕνα σωρὸν ἀπὸ παλτὰ καὶ ἐπανωφόρια. Καθ’ ὁδόν, ἀστυνομικὸ μπλόκο, σταματάει τὰ τρία φορτηγὰ διὰ ἔλεγχον. Εἱς τὸ ἐρώτημα τῶν ἀστυνομικῶν ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς μετακινήσεως, οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ πρώτου φορτηγοῦ ἀντέταξαν τὴν ἁπλοϊκὴν δικαιολογίαν: «Πᾶμε γιὰ μπάνια», δεδομένου ὅτι ἦταν μιὰ παγωμένη νύξ τοῦ Δεκεμβρίου, μὲ ἀρκετὸν χιόνι καὶ τρία φορτηγὰ γεμάτα κυρίως ἀπὸ γιαγιάδες καὶ παπποῦδες οἱ ὁποῖοι ἔτρεμον ἀπὸ τὸ κρύον. Τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον φορτηγὸν ὅταν ἠρωτήθησαν ποὺ ὑπάγουν ἀπήντησαν: «Ὅπου πᾶνε καὶ οἱ μπροστινοί». Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπέτρεψε εἰς τοὺς Ἀστυνομικοὺς νὰ ἐπεξεργαστοῦν πολύ τὸ κατὰ τὰ ἄλλα παιδαριῶδες τοῦτο ἐπιχείρημα, καὶ τοὺς ἄφησαν ἐλευθέρους νὰ συνεχίσουν τὸν δρόμον των. Ἡ ἀγρυπνία δὲ εἰς τὸ ἀσφυκτικὰ γεμάτο ἐκκλησάκι ἐνθύμιζε πρωτοχριστιανικὰς ἐποχὰς. Ὅλο το ἐκκλησίασμα ἔψαλλε ὁμοῦ, καὶ ὁ ζηλωτὴς ἱερέας ἐξομολόγησε καὶ ἐκοινώνησεν ὅλους τοὺς παρευρισκομένους. Εἰς τὸ τέλος ὅλοι περιχαρεῖς ηὐχήθησαν ἀλλήλοις, ἀρτεύθηκαν μὲ ὀλίγα πτωχικὰ κεράσματα καὶ ἀνεχώρησαν διὰ τὰς οἰκίας των δίχως νὰ σταματήσουν νὰ ψάλλουν καθ’ ὅλη τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστροφῆς.


Τὸ τέλος


Ἕξ μῆνας πρὶν τὴν εἰς Κύριον ἐκδημίαν του, καθηλοῦται εἰς τὸν κράββατον τοῦ πόνου μετὰ ἀπὸ ἀτύχημα. Τότε τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ ἐπανελθῶν ἐκ τῆς δευτέρας πολυμήνου ἐξορίας του εἰς Μυτιλήνην, ἀείμνηστος Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης κυρὸς Χρυσόστομος. Μάλιστα εἶχε δηλώσει ὅτι: «Ὅταν θὰ ἀναχωρήσω καὶ δὲν βρεθεῖ ὀρθόδοξος ἱερέας, θὰ μοῦ διαβάσετε ἐσεῖς οἱ λαϊκοὶ ἕνα τρισάγιο καὶ θὰ μὲ θάψετε», ὀνομάζων ὡς αἱρετικοὺς ἀπὸ ἐκείνην ἤδη τὴν ἐποχήν, τοὺς καινοτόμους τοῦ νέου ἡμερολογίου προβλέπων κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν σημερινόν των κατρακύλημα εἰς τὸν Οἰκουμενισμόν.


Τὴν 15ην Δεκεμβρίου 1953, ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου, ὁ παπα – Γιάννης ἐκοιμήθη τὸν ὕπνον τοῦ Δικαίου. Ἐτάφη εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου παρὰ τὴν Λυκόβρυσιν Ἀττικῆς, τῆς ὁποίας τὴν ἀδελφότητα τακτικὰ ἐξυπηρέτη μυστηριακῶς. Τὸν ἐπικήδειον ἐξεφώνησεν ὁ ἀείμνηστος, πλοίαρχος τότε τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, Εὐάγγελος Τομαρᾶς.


Ὑπῆρξε εἷς ἀφανὴς καὶ θαρραλέος λευΐτης ἱερεύς, λακωνικὸς καὶ σοφός, μὲ μόνον φόβον, τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, συνδεδεμένον ἀρρήκτως μετὰ τοῦ θαύματος τῆς Γ΄ ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὸ ἔτος 1925.



1 σχόλιο: