Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

2. Κυκλάδων Γερμανός



Αλλ' ο σεμνός Ιεράρχης είχε παγίαν την δοκιμασίαν και θλίψιν, όχι μόνον κατά τον χρόνον των εξοριών του αλλά και κατά το εν Αθήναις μεσολαβητικόν διάστημα της παραμονής του, λόγω των αντιξοοτήτων και εσωτερικών διενέξεων που μαστίζουν αείποτε την δύσμοιρον Εκκλησίαν μας. 
.
Έζησε πτωχός, λιτοδίαιτος και ταπεινός, προσιτός και διδακτικός εις όλους μικρούς και μεγάλους. Εχειροτόνησε πολλούς ιερείς εμπλουτίσας τον ιερόν ημών αγώνα με πλειάδα διακριθέντων ιερέων επ' αρετή. Επέπρωτο όμως ο σκληρός διωγμός των ετών 1951-1953 επί μανιώδους διώκτου Σπυρίδωνος Αρχιεπισκόπου των νεοημερολογιτών, να θέση τέρμα εις την δραστηριότητά του και την επίγειον ζωήν του. 
.
Έγκλειστος ως εις φυλακήν δια τον διωγμόν, κατά παρότρυνσιν των συνεργατών και του περιβάλλοντός του έγραφε και εστήριζε το ποίμνιον εις τον αγώνα της πίστεως, καθώς και προηγουμένως εις την εξορίαν ευρισκόμενος. Δεν άνθεξεν όμως επί πολύ εις την θλίψιν των ημερών δια την ταλαιπωρημένην ζωήν του και δια το προκεχωρημένον της ηλικίας του. Διο και προσβληθείς υπό εγκεφαλικής νόσου έπεσεν ηρωϊκώς εις την εκτέλεσιν του καθήκοντος. 
.
Η είδησις του θανάτου κατετάραξε τούς πιστούς και κυρίως τούς κρυπτομένους ιερείς ένεκα του διωγμού. Εκοιμήθη την 24ην Μαρτίου 1951, παραμονήν του Ευαγγελισμού.
.
Η ωμότης του διώκτου Σπυρίδωνος αντί να απαλύνη δια το θύμα του, απεναντίας εξήφθη αγριώτερον και διέταξε την ταφήν του άνευ ιερολογίας ως κακούργου, ο κακουργήσας εις την Εκκλησίαν των παραδόσεων. 
.
Εν τούτοις, ο Θεός οικονόμησε την ιερολόγησιν του σεπτού λειψάνου του, δια τινός Αρχιμανδρίτου κεκρυμμένου (του νύν Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Κιούση), του οποίου την κατακόμβην ένθα ελειτούργει επί τη εορτή του Ευαγγελισμού ανεκάλυψε η Ένωσις των Νέων και ωδήγησε αυτόν εν μέση νυκτί εις την κλινικήν της Αγίας Ελένης, ένθα το ιερόν λείψανον του μεταστάντος εφρουρείτο υπό ισχυράς αστυνομικής δυνάμεως. 
.
Ετάφη δε ο νεκρός υπό πλήθους λαού συνδραμόντος πανταχόθεν της χώρας, ίνα ασπασθώσι μετά δακρύων τας σεπτάς χείρας του και λάβωσι την τελευταίαν ευχήν του. 
Αυτός υπήρξε ο επίλογος της αγίας ζωής και πολυσχιδούς δραστηριότητος του αξιομνημονεύτου Επισκόπου Κυκλάδων Γερμανού. 
.
Εκάλυψε η γη το τεταλαιπωρημένον σώμα του γηραιού ομολογητού Ιεράρχου, αλλά η μορφή του και το διάτορον κήρυγμά του υπέρ ορθοδόξων πατερικών αρχών και παραδόσεων, θ' αντηχεί διηνεκώς και θα παραμένει πυξίς πορείας εις τούς αγνούς αγωνιστάς κληρικούς και λαϊκούς της μαρτυρικής Εκκλησίας μας. 
.
.
Ιδού πως ανέγραψε ο συμπαθών ημερήσιος τύπος τον θάνατόν του μετά της φωτογραφίας, η οποία ευρίσκεται εις την αρχήν του ημεροδείκτου. 
.
«ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ»
.
«Έπεσε εις τας επάλξεις του ιερωτέρου θρησκευτικού αγώνος, ο πάλλευκος Ιεράρχης των Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος. Θλιβόμενος βαθύτατα δια τα άστοργα και βάρβαρα μέτρα της Κρατούσης Εκκλησίας. Προσεβλήθη από ολοσχερή ημιπληγίαν και την 4ην απογευματινήν της Παρασκευής απεδήμησεν εις Κυριον. 
.
 Εξυπηρέτησεν όσον ουδείς άλλος την Εκκλησίαν και την Πατρίδα. Αριστούχος θεολόγος ειργάσθη εις όλους τούς τομείς της Εκκλησιαστικής δράσεως προς δόξαν του Σωτήρος. Διετέλεσεν εξομολόγος της ευσεβεστάτης Βασιλίσσης Ολγας. Εδίδαξεν ως καθηγητής εις τα περιφημότερα Λύκεια του Πειραιώς, γαλουχήσας πολλούς εκ των συγχρόνων επιστημόνων. Αντιπροσώπευσε την Εκκλησίαν και το Έθνος ως ιερατικός προϊστάμενος εις Μασσαλίαν και αλλαχού. 
.
Ο βίος του υπήρξε λιτότατος και αποστολικός. Ουδέ εν ευτελέστατον νόμισμα ευρέθη εις τα θυλάκιά του. Σκοπός του υπήρξε το έργον του Χριστού. Μάρτυς αψευδέστατος του ήθους του και της πολιτείας του υπήρξε ο λαός του Παλαιού Φαλήρου. Αλλ' ιδού πως τον αντήμειψεν η κρατούσα Εκκλησία και το Κράτος. 
.
Του προσέφερε το πικρότατον κώνειον της δοκιμασίας εις την σεβαστήν ηλικίαν των 85 ετών. Τον περιεφρόνησαν ιταμώτατα. Θα καυχώνται οι αρμόδιοι ατενίζοντες τον νεκρόν. 
.
 Η Ελλάς και η Εκκλησία ασφαλώς θλίβονται και τη συνεργασία της ιστορίας κατατάσσουν τον μέγαν νεκρόν εις το Πάνθεον των ηρώων, πλησίον των μαρτύρων της πίστεως και της Ελευθερίας».                         (« Εθνικός Κήρυξ 7/4/1951» 25/3/1951)
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου