Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Ἡ Ἀλήθεια τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας σὲ θέματα Πίστεως, Κανονικότητος καὶ Ἱστορίας ἔναντι θλιβερῶν ἀναληθειῶν κατηγόρων αὐτῆς μὲ ἀναφορὰ στὴν Χίο


Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὴν ὁποίαν διερχόμαστε, εἶναι περίοδος περισυλλογῆς καὶ βαθύτερης πνευματικῆς καλλιέργειας.

Ὅμως, ἐνῶ αὐτὸ μᾶς εἰσάγει σὲ ἕνα πνεῦμα κατανύξεως, εἰρήνης καὶ μετανοίας, δὲν μᾶς στερεῖ τῆς δυνατότητος νὰ μαρτυρήσουμε γιὰ τὴν Ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας, γιὰ τὴν κανονικότητα τῆς ἐκκλησιαστικότητός μας καὶ γιὰ τὴν ἀληθινὴ ἱστορικὴ διαδρομή μας, ὅταν αὐτὰ διαστρεβλώνονται.

Ἄλλωστε, ἡ νηστεία καὶ ἡ ἄσκηση καὶ κάθε ἀρετή, τότε μόνον ἔχουν ἀξία καὶ ἀντίκρυσμα, ὅταν βασίζονται στὸ σταθερὸ θεμέλιο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας.

Οἱ Καινοτόμοι ἀδελφοὶ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι εἶναι σὲ κατάκριτη κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ φροντίσουν νὰ μετανοήσουν γι’ αὐτὸ καὶ νὰ διαχωρίσουν ἔμπρακτα τὴν ὅποια σχέση τους μὲ τοὺς φορεῖς τῆς οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως, προτιμοῦν κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς ἄλλη ἐπιλογή: στρέφονται μὲ μεγάλο μένος ἐναντίον τῶν ἀκολούθων τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας τοῦ λεγομένου Παλαιοῦ Ἡμερολογίου!

Αὐτὸ ἐν μέρει εἶναι πιθανὸν νὰ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἐλέγχονται κατὰ βάθος ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑπενθυμίζουν μὲ τὴν παρουσία τους καὶ μόνον τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης καὶ ἐκτροπῆς τους.

Ἀλλά, δυστυχῶς, ὑπάρχει καὶ ἄλλη αἰτία: ἡ ἐπιθετικότητα μὲ ἄσχημες διαθέσεις ἐξυπηρετεῖ πονηρὴ σκοπιμότητα, ἐφ’ ὅσον εἶναι φανερὴ ἡ προσπάθεια ποὺ καταβάλλεται γιὰ τὴν ὑφαρπαγὴ Ναῶν καὶ Μονῶν, ποὺ κράτησαν μὲ μύριες θυσίες καὶ δυσκολίες τὴν Γνησία Ὀρθοδοξία, ὥστε νὰ περάσουν στὴν κυριότητα τῶν Νεοημερολογιτῶν.

Αὐτὸ συμβαίνει γιὰ παράδειγμα τὸν τελευταῖο καιρὸ στὸ νησὶ τῆς Χίου, μετὰ εἰδικῶς τὴν αἰφνίδια κοίμηση τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀμβροσίου Ψωμιᾶ (+2015), Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπου μὲ διάφορες ἐνέργειες, ὅπως καὶ δημοσιεύματα, διαδίδονται ἀνακρίβειες καὶ ἀναλήθειες ἀφαντάστου μεγέθους.

Ἐνώπιον λοιπὸν αὐτῆς τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως, εἶναι ἀνάγκη μὲ κάθε συντομία νὰ διευκρινισθοῦν κάποια πράγματα, ὥστε νὰ ἑδραιωθεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ παύσει ἡ παραπληροφόρηση καὶ ἡ παραπλάνηση, νὰ ἀποσοβηθεῖ δὲ -ἐκεῖ ἤ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ- ἡ διάπραξη ἀδικιῶν καὶ ἀνομιῶν.

1. Ἡμερολογιακὸ θέμα καὶ Οἰκουμενισμὸς

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ Ἐκκλησία μας χρησιμοποιοῦσε ἀνέκαθεν τὸ λεγόμενο Ἰουλιανὸ ἤ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, ὄχι διότι ἦταν τὸ καλύτερο ἤ τελειότερο, ἀλλὰ διότι βάσει αὐτοῦ καθωρίσθηκε ἀπὸ τὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὁ Πασχάλιος Κανόνας καὶ τὸ Ἑορτολόγιό της, ὥστε νὰ συνεορτάζουμε ὅλοι μαζὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τὶς κινητὲς καὶ ἀκίνητες ἑορτὲς ὅλου τοῦ ἔτους. Διότι μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἐκφράζουμε καὶ ἐξωτερικά, ὁρατὰ καὶ αἰσθητά, τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τῆς Πίστεώς μας, τὴν ὁμοφροσύνη καὶ ἀγάπη μας.

Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, δὲν δίνουμε στὸ Ἡμερολόγιο καθαυτὸ κάποια ἰδιαίτερη ἀξία καὶ σημασία γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτὸ συμπλέχθηκε μὲ τὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας στὸν ἑορτολογικό της κύκλο, συνυφάνθηκε καὶ ἱεροποιήθηκε καὶ ἔγινε ὄντως ἐκκλησιαστικό. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἀπόπειρα γιὰ ἀλλαγή του, ποὺ μόνο σύγχυση καὶ διάσπαση εἰσάγει, ἀπορριπτόταν ἀνέκαθεν.

Ὅταν ὁ αἱρετικὸς Πάπας τῆς Ρώμης Γρηγόριος ΙΓ’ καθιέρωσε τὸ λεγόμενο ἀπὸ τὸ ὄνομά του Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο τὸ 1582 στὴν Δύση καὶ θέλησε νὰ τὸ ἐπιβάλει καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ὡς προπαγανδιστικὸ καὶ προσηλυτιστικὸ μέσο, τρεῖς Πανορθόδοξες Σύνοδοι (1583, 1587, 1593) τὸ ἀπέρριψαν καὶ τὸ καταδίκασαν ἅπαξ διὰ παντός.

Ἀναστήματα κορυφαῖα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Τρανὸς καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος ὁ Πηγᾶς, ἤ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, διευκρίνισαν μὲ σαφήνεια τὴν ὀρθόδοξη ἄποψη, ὅτι γιὰ τὸ θέμα τοῦ Πασχαλίου καὶ Μηνολογίου προτιμᾶται ἡ συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνωση, καὶ ὄχι ἡ ἀκρίβεια τῶν ἀστρονομικῶν ὑπολογισμῶν, γι΄ αὐτὸ καὶ χαρακτήριζαν ἀνεπιφύλακτα τὴν Παπικὴ Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση ὡς «ἔκτρωμα» καὶ ὡς ἕναν «ἐπικίνδυνο νεωτερισμό», ἀπαράδεκτο ἀπὸ κάθε ἄποψη γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους.

Γι’ αὐτὸ καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ Κ’ αἰῶνος, ἐπὶ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ’, μία ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου γιὰ νὰ συμπέσει αὐτὸ μὲ τὸ Παπικό, θεωρήθηκε μὲ Πανορθόδοξη συμφωνία ὡς «ἀνόητη» καὶ «ἄσκοπη».
Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως προτάθηκε φανερὰ μὲ τὸ γνωστὸ συνοδικὸ Διάγγελμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1920, ποὺ εἰσήγαγε ἐπίσημα τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀφοῦ θεώρησε ἀδικαιολόγητα καὶ ἀνεπίτρεπτα τὶς ἑτερόδοξες κοινότητες καὶ ὁμολογίες, δηλαδὴ τὶς αἱρέσεις, ὡς «Ἐκκλησίες Χριστοῦ», καὶ πρότεινε τὴν ἀποδοχὴ ἑνιαίου Ἡμερολογίου γιὰ συνεορτασμὸ μαζί τους.

Τὸ 1923 ἕνα δῆθεν πανορθόδοξο συνέδριο στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπὸ τὸν ἐξακριβωμένα μασῶνο πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη δέχθηκε τὴν δῆθεν διόρθωση τοῦ Ἡμερολογίου, δηλαδὴ τὴν υἱοθέτηση οὐσιαστικὰ τοῦ Παπικοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, πρὸς ἐξυπηρέτηση τῆς παγχριστιανικῆς ἑνότητος, «χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἐκκλησιαστικὸς λόγος», ὅπως παραδέχθηκε καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου Ἑλλάδος τὸ 1971. Ἔτσι, προκλήθηκε διάσπαση καὶ διαίρεση τὸ 1924 μὲ τραγικὲς συνέπειες: ἐν ὀνόματι τοῦ οἰκουμενιστικῆς σκοπιμότητος συνεορτασμοῦ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, διασπάσθηκαν ἑορτολογικὰ οἱ ἴδιοι οἱ Ὀρθόδοξοι, γεγονὸς πρωτοφανὲς στὰ χρονικὰ τῆς Ἐκκλησίας!

 συνέχεια τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ κατήφορου ἦταν τραγική: οἱ Νεοημερολογῖτες συμμετεῖχαν στὴν ἵδρυση τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» τὸ 1948, στὸ ὁποῖο ἀποτελοῦν θεσμικὰ -ὡς τοπικὲς ἐκκλησίες καὶ ὄχι ὡς μεμονωμένα πρόσωπα- ὀργανικὰ μέλη μὲ τὶς πάσης φύσεως αἱρετικὲς προτεσταντικὲς παραφυάδες· τὸ 1965 προέβησαν στὴν λεγομένη ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων μὲ τοὺς Παπικούς, γεγονὸς ποὺ σήμανε οὐσιαστικὰ τὴν οὐνιτικῆς φύσεως ψευδένωση μαζί τους· τὸ 1975 ἐπικύρωσαν συνοδικὰ τὴν αἱρετικώτατη «Ὁμολογία Θυατείρων»· τὸ 1990 ὑπέγραψαν συμφωνία ἑνότητος μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Ἀντιχαλκηδονίους· τὸ 1993 ὑπέγραψε ἡ πλειονότητά τους τὴν Βελεμένδιο συμφωνία μὲ τοὺς Παπικούς, ποὺ ἐπρόκειτο γιὰ ἐπίσημη ἐκκλησιαστικὴ ἀλληλο-αναγνώρισή τους. Ὅσο δὲ γιὰ τὸ πλῆθος τῶν Οἰκουμενιστικῶν διακηρύξεων καὶ πράξεών τους, θὰ χρειάζονταν τόμοι ὁλόκληροι γιὰ νὰ παρουσιασθοῦν καὶ περιγραφοῦν!...

 Οἰκουμενισμὸς εἶναι μία Παναίρεση, πρᾶγμα ποὺ γίνεται δεκτὸ ἀκόμη καὶ ἀπὸ πολλοὺς Νεοημερολογῖτες, καὶ ὄχι μία ἁπλῆ κανονικὴ ἀταξία, διότι πλήττει τὸ δόγμα τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτὴ τὴν Παναίρεση δὲν ἀφορᾶ μόνον ὅσους ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους ἐκφράζουν στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα τὸν Οἰκουμενισμό. Ἡ συμμετοχὴ ἐπίσης δὲν ἀφορᾶ μεμονωμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν ἁπλῶς προσωπικὲς ἀπόψεις. Διότι πρόκειται γιὰ ὑψηλόβαθμους Κληρικοὺς καὶ λοιποὺς εἰδικούς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ὄχι τοὺς ἑαυτούς τους, ἀλλὰ τὶς τοπικὲς ἐκκλησίες τους, τὶς ὁποῖες συμπαρασύρουν στὴν ἐξακολουθητικὴ πτώση τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι οἱ Νεοημερολογῖτες, οἱ ὁποῖοι δέχονται ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ ἀποφύγουν τὴν εὐθύνη τους καὶ νὰ ἐξαιρέσουν τοὺς ἑαυτούς τους, αὐταπατῶνται οἰκτρὰ ὅταν ὑποστηρίζουν ὅτι φθάνει καὶ ἀρκεῖ ἡ ἔκφραση τῆς διαφωνίας τους καὶ ἡ διαμαρτυρία τους, ἡ ὁποία δῆθεν τοὺς διατηρεῖ ἀπρόσβλητους ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησιαστική τους ἰδιότητα.

 Παράδοση καὶ ἡ Πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία διὰ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων διδάσκει, ὅτι ἀκόμη καὶ αὐτοὶ ποὺ παραμένουν στὸ φρόνημα ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ συγκοινωνοῦν μὲ ὅσους διαδίδουν τὴν αἵρεση καὶ πράττουν αἱρετικά, συγκαταποντίζονται μαζί τους στὴν καταστροφικὴ πορεία τους.
Καὶ δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ πολυετὴς συγκοινωνία τους μὲ τὴν αἵρεση ἔστω καὶ ἐκ πλαγίου, ἀλλοιώνει τόσο βαθειὰ τὰ πνευματικά τους αἰσθητήρια, ὥστε νὰ χάνουν τὴν χάρη τῆς ἀληθινῆς καὶ συνεποῦς Ὁμολογίας καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ δικαιολογοῦν τὴν σοβαρότητα τῶν συνεπειῶν τῆς αἱρέσεως στὸν χῶρο τους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιτίθενται μὲ σφοδρότητα ἐναντίον ὅσων διαχωρίσθηκαν ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση, γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὴν πνευματική τους ταυτότητα καὶ ὑπόσταση.

Ὅσο δὲ γιὰ τοὺς ὄψιμους «ζηλωτές», τοὺς ἀντι-οικουμενιστὲς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι τὰ τελευταῖα ἰδίως χρόνια καταφέρονται ἔντονα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἄν καὶ διατελοῦν σὲ κοινωνία μὲ αὐτὸ ποὺ καταδικάζουν, πρᾶγμα ἐντελῶς ἀσυνεπὲς καὶ ἀντιφατικό, εἴθε νὰ ἐπιστέψουν τὸν ἀγῶνα τους μὲ τὴν διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τους μὲ τοὺς ἀμετανοήτους Οἰκουμενιστὲς καὶ νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν τῆς Ὁμολογίας τους, διορθώνοντες καὶ τὴν Ἡμερολογιακὴ ἀπόκλισή τους, ὥστε νὰ καταλάβουν πολὺ καλὰ καὶ τοὺς Ἀδελφούς τους Γνησίους Ὀρθοδόξους τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, προσεγγίζοντάς τους ἐμπειρικὰ καὶ παύοντας τὴν ἄχαρι πολεμικὴ ἐναντίον τους, διότι ἀλλοῦ εἶναι ὁ κοινὸς ἐχθρός! Εἴθε!

 ἐπικειμένη «ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδος» τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἡ ὁποία βαδίζει στὴν ἐπικύρωση τοῦ γνωστοῦ ἤδη κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον», ἐγκεκριμένου ἀπὸ τοὺς προκαθημένους τους, ἀποδεικνύει τὸ μέγεθος τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματός τους, καὶ παρέχει μία χρυσῆ εὐκαιρία στοὺς ἀντι-οικουμενιστὲς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζουν ἀνεπιφύλακτα τὸ κείμενο ὡς Κακόδοξο, νὰ ἐγερθοῦν ἔστω καὶ τὴν ἐσχάτη αὐτὴ ὥρα καὶ νὰ ποιήσουν τὸ θεῖο Θέλημα, παύοντες ἐπὶ τέλους νὰ δικαιολογοῦν τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ νὰ συνδυάζουν τὰ ἀσυνδύαστα! Τοὺς ἀναμένουμε!

2. Ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν

 πιὸ συνηθισμένος τρόπος τῶν Καινοτόμων τοῦ Νέου Ἡμερολογίου νὰ πλήττουν τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους τοῦ Παλαιοῦ, προκειμένου νὰ τοὺς ἐξουθενώσουν καὶ νὰ ἀποδείξουν τὴν δῆθεν ἀνυποληψία καὶ ἀκυρότητά τους, εἶναι νὰ ἐπιτίθενται μὲ πάθος κατὰ τῆς προελεύσεως τῆς Ἱερωσύνης τους. Στὴν σύγχυσή τους, λησμονοῦν τὶς πτώσεις Πίστεως τῶν Οἰκουμενιστῶν ἡγετῶν τους, ἀλλὰ καὶ τὶς προφανεῖς ἀντικανονικότητες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν «ἀριστίνδην» συνόδων τους, καὶ προσπαθοῦν νὰ πιασθοῦν ἀπὸ ὅπου δύνανται, προκειμένου νὰ εὐτελίσουν καὶ συκοφαντήσουν τὸ ὑποστατὸ καὶ ἔγκυρο τῆς ἀδιαβλήτου Ἱερωσύνης τῶν τιμίων Λειτουργῶν μας.

Ὑπενθυμίζουμε ἐδῶ γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὰ γνωστά, ὅτι μετὰ τὴν Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τοῦ 1924, ὅσοι παρέμειναν ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι στὸ ἀσάλευτο θεμέλιο τῆς ἀληθινῆς Ὁμολογίας, χωρὶς νὰ παρασυρθοῦν στὸν ἐκφραγκισμό, δηλαδὴ οἱ ἡρωϊκοὶ προπάτορές μας, ἐξυπηρετοῦνταν ἐκκλησιαστικῶς ἀπὸ λίγους Κληρικούς, ποὺ δὲν εἶχαν ἀποδεχθεῖ τὸ Νέο Ἡμερολόγιο. Ἐπίσης, τοὺς συνέτρεξαν Ἁγιορεῖτες Ἱερομόναχοι, οἱ λεγόμενοι Ζηλωτὲς Πατέρες.

Τὸ 1935, τρεῖς Ἀρχιερεῖς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπέστρεψαν στὸ Παλαιό, οἱ Δημητριάδος Γερμανός, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ Ζακύνθου Χρυσόστομος· αὐτοὶ χειροτόνησαν ἄλλους τέσσερις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοὺς Κυκλάδων Γερμανὸ καὶ Βρεσθένης Ματθαῖο.

 πιὸ σπουδαῖος Ὁμολογητὴς καὶ Ἀγωνιστὴς ἀναδείχθηκε ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, μία σπάνια φωτεινὴ μορφὴ ἁγνοῦ καὶ φλογεροῦ Ἱεράρχου, μὲ δύο Ἐξορίες, μὲ διώξεις καὶ κατατρεγμούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀκατάβλητο φρόνημα μέχρι τῆς μακαρίας Κοιμήσεώς του (+1955).

Στὸ μεταξύ, ἀπὸ ἐσωτερικὴ ἀσυμφωνία ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος καὶ τῶν συνεπειῶν του, ἀλλὰ καὶ γιὰ προσωπικοὺς λόγους, ὑπῆρξε μία ἐσωτερικὴ διάστασις τὸ 1937, ἡ ὁποία ἔφθασε στὸ ἀκραῖο σημεῖο, ὥστε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος σύστησε Παρασυναγωγή, νὰ προβεῖ μόνος του σὲ ἀντικανονικὲς χειροτονίες ἐπισκόπων.

Μετὰ τὸ 1955, οἱ διάδοχοι τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἀγωνίσθηκαν γιὰ νὰ λάβουν χειροτονία ἀπὸ Ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, πρᾶγμα ποὺ ἐπιτεύχθηκε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1960, ὅταν χειροτονήθηκε στὸ Ντιτρόϊτ τῶν Η.Π.Α. ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀκάκιος Παπᾶς ὡς Ἐπίσκοπος Ταλαντίου ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σικάγου Σεραφεὶμ καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Σεβρῶν (Γαλλίας) Θεόφιλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Σὲ ἐκείνη τὴν δύσκολη ἐποχή, ἡ Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐγκρίνει ἐπίσημα τὴν χειροτονία. Περὶ αὐτῆς ὑπῆρξε γραπτὴ βεβαίωση τοῦ Σικάγου Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ἦταν Ζηλωτὴς τῆς Πίστεως καὶ δὲν διατελοῦσε σὲ κοινωνία μὲ τοὺς Νεοημερολογῖτες.

Τὸν Μάϊο τοῦ 1962, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χιλῆς καὶ Περοῦ Λεόντιος τῆς αὐτῆς Ὀρθοδόξου Συνόδου ἦλθε στὴν Ἑλλάδα, σὲ περίοδο διωγμοῦ κατὰ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, μὲ μύριες προφυλάξεις, καὶ χειροτόνησε μαζὶ μὲ τὸν Ταλαντίου Ἀκάκιο τοὺς Ἐπισκόπους μας Κυκλάδων Παρθένιο, Γαρδικίου Αὐξέντιο καὶ Μαγνησίας Χρυσόστομο, καὶ ἐν συνεχείᾳ χειροτονήθηκαν τότε καὶ οἱ Ἐπίσκοποι Σαλαμῖνος Γερόντιος καὶ Διαυλείας Ἀκάκιος ὁ καὶ μόνος ἐπιζῶν μέχρι σήμερα. Γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς χειροτονίες ὑπάρχουν οἱ χειροτονητήριες βεβαιώσεις.

Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο ἔτος, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1962, χειροτονήθηκε στὴν Ἀστόρια τῆς Νέας Ὑόρκης τῶν Η.Π.Α. ὁ Χιώτης στὴν καταγωγὴ Ἀρχιμανδρίτης Πέτρος Ἀστυφίδης σὲ Ἐπίσκοπο Ἀστορίας, ἀπὸ τὸν ἴδιο Ἀρχιερέα, τὸν Χιλῆς Λεόντιο, μὲ σύμπραξη τοῦ Ἐπισκόπου Καράκας Σεραφεὶμ τῆς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Εἶναι σαφές, ὅτι οἱ χειροτονίες ἐκεῖνες στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀμερικὴ εἶχαν τὴν ἴδια κανονικὴ πηγὴ προελεύσεως.

 Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς μπορεῖ ὅπως εἴπαμε νὰ μὴ ἀναγνώρισε ἐπίσημα τὶς χειροτονίες ἐκεῖνες ἀμέσως, ἀλλὰ δὲν τὶς ἀμφισβήτησε ποτέ. Οἱ περισσότεροι Ἱεράρχες της τὶς ὑποστήριξαν, ὅπως καὶ ὁ σύγχρονος Ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης (Μαξίμοβιτς) ὁ Θαυματουργός, καὶ βέβαια δὲν ἐλήφθη κανένα πειθαρχικὸ μέτρο ἐναντίον ὅσων Ἀρχιερέων τέλεσαν τὶς χειροτονίες.

Γι’ αὐτὸ καὶ λίγο ἀργότερα, ὅταν τὸ 1965 ἐκλέχθηκε Προκαθήμενος τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος, ὅλες οἱ χειροτονίες ἐκεῖνες ἐπιβεβαιώθηκαν καὶ ἀναγνωρίσθηκαν καὶ ἐπισήμως. Μὲ ἐπιστολή του τῆς 15/28.12.1967, ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος δήλωσε σαφῶς καὶ ρητῶς στὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπό μας Αὐξέντιο, ὅτι ὁ Ταλαντίου Ἀκάκιος χειροτονήθηκε ὀνομαστικὰ ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σικάγου καὶ Ντιτρόϊτ Σεραφεὶμ καὶ τὸν Ρουμᾶνο Ἐπίσκοπο Θεόφιλο, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία γιὰ τὸ κῦρος τῆς χειροτονίας ἐκείνης. Ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ ἔτος (1967), ὁ Ἀστορίας Πέτρος συνενώθηκε μὲ τὴν ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐξέντιο Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποτέλεσε κανονικὸ μέλος της. Τὸν Μάϊο τοῦ 1969, ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος σὲ νέο ἐπίσημο γράμμα του βεβαίωσε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐξέντιο ὅτι οἱ χειροτονίες τοῦ 1962 γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἀναγνωρίζονται καὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες θεωροῦνται Ἀδελφοὶ σὲ κοινωνία μαζί τους. Τὸν δὲ Δεκέμβριο τοῦ 1969, ἐκδόθηκε ἐπίσημη Συνοδικὴ ἀναγνώριση τῶν χειροτονιῶν τῶν Ἀρχιερέων μας καὶ βεβαιώθηκε καὶ πάλι ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα δημοσιεύθηκαν κατὰ καιροὺς σὲ ἔντυπά μας καὶ ἔτσι εἶναι στὴν διάθεση κάθε ἐνδιαφερομένου.

Ὅσο γιὰ τὸ «ὑπερόριο» τῶν χειροτονιῶν, αὐτὸ προβλέπεται στὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ καταγράφει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης: σὲ καιρὸ συγχύσεως ἐξ αἰτίας αἱρετικῆς ἐπιβουλῆς, δὲν ἰσχύουν ὅσα ἔχουν διατυπωθεῖ γιὰ τὸν καιρὸ τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, λόγῳ τῆς ἀνάγκης. Αὐτὸ ἄλλωστε ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Ἀθανάσιος καὶ Εὐσέβιος, «ὑπερορίους χειροτονίας ἀμφότεροι ποιησάμενοι»· αὐτὸ συνέβη καὶ στὸν καιρὸ τῆς αἱρέσεως τῆς Εἰκονομαχίας (βλ. Ἐπιστολὴ ΣΙΕ’ «Μεθοδίῳ μονάζοντι», PG 99, στλ. 1645D-1648Α).

Οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος παρὰ τὴν πίεση, τοὺς διωγμοὺς καὶ τοὺς περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπάνθρωπα τοὺς ἐπιβλήθηκαν, ἀπέκτησαν μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ -ὡς ἐκ θαύματος- κανονικοὺς καὶ ἐγκύρους Ποιμένες, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴν σωτήρια ἀποστολή τους στὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Οἱ Παλαιοημερολογῖτες ποτὲ δὲν «θεοποίησαν» τὰ πρόσωπα τῶν Ποιμένων τους, ἀλλὰ τίμησαν καὶ τιμοῦν τοὺς ἀνιδιοτελεῖς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ πνευματικούς τους Πατέρες, στηρίζοντάς τους παντοιοτρόπως. Ἄν δὲν ἦταν τέτοιοι, ἀλλὰ ἅρπαγες καὶ ἄδικοι, δὲν θὰ ἔχαιραν καμμίας τιμῆς ἀπὸ τὸ θεοφιλὲς Ποίμνιό μας. Ἄν ὑπῆρξαν καὶ ἐπίορκοι Κληρικοὶ στὸν χῶρο μας, αὐτοὶ στιγματίσθηκαν καὶ ἀπομονώθηκαν, ἀπωθούμενοι ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ δημιουργοῦντες δικά τους κομμάτια, γιὰ τὴν παρασιτικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν ὅποια φθοροποιὸ δράση τῶν ὁποίων καμμία εὐθύνη δὲν φέρει ἡ Ἐκκλησία μας.

3. Οἱ Παλαιοημερολογῖτες τῆς Χίου

Εἰδικὰ ὡς πρὸς τὸ μυροβόλο νησὶ τῆς Χίου, εἶναι γνωστὸν ὅτι διέπρεψε στὴν εὐσέβεια μὲ ἅγιες καὶ ἡρωϊκὲς μορφὲς καὶ μαρτυρικὴ ἱστορία καὶ παράδοση.

Στὰ τέλη τοῦ ΙΘ’ αἰῶνος, δύο ἱερὲς μορφὲς Ὁσίων Ἀσκητῶν δεσπόζουν στὸ νησί, ὁ Ἅγιος Γέρων Παρθένιος (+1883) καὶ ὁ Ἅγιος Γέρων Παχώμιος (+1905), Ἱδρυτὲς τῶν ἐργαστηρίων ἀσκήσεως καὶ ὁσιότητος Μονῶν τοῦ Ἁγίου Μάρκου Πενθόδου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων Προβατείου ἀντίστοιχα. Οἱ Μονὲς αὐτές, ὅπως καὶ ἄλλες (Ἁγίου Ταξιάρχη, Ἁγίας Ματρώνας, Ἁγίου Κωνσταντίνου, Ἁγίου Στεφάνου κλπ.), γνωρίζουμε ὅτι παρέμειναν πιστὲς στὸ Πάτριο Ἡμερολόγιο μετὰ τὴν βιαίως ἐπιβληθεῖσα Μεταρρύθμιση τοῦ 1924.

 Ὅσιος Παχώμιος εἰδικὰ διακρινόταν γιὰ τὸν θερμὸ ζῆλο τῆς Πίστεως καὶ ἔγραψε μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση καὶ δύναμη πνευματικὴ κατὰ τῶν Λουθηροκαλβίνων καὶ γενικὰ τῶν ἑτεροδόξων ἤδη ἀπὸ τὸ 1894 στὸ βιβλίο του «Ὑπεράσπισις τῆς Ἀληθείας καὶ Νίκη κατὰ τοῦ διαβόλου». Αὐτὴ τὴν ἀκραιφνῆ ὀρθόδοξη γραμμὴ κληροδότησε στὶς Χιακὲς Μονὲς καὶ οἱ εὐχές του στήριξαν Κληρικούς, Μοναχούς, Μοναχὲς καὶ εὐσεβεῖς λαϊκοὺς στὴν τήρηση τῆς Ἀκαινοτόμητης Ὀρθοδοξίας.

Τοῦτο ὅμως εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὶς ἄμεσες σκληρὲς διώξεις ἀπὸ τὶς τοπικὲς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχές. Ἡ Μονὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπως ἐγκύρως βεβαιώνεται (βλ. Ἀντ. Ν. Χαροκόπου, Ὁ Γέροντας Παχώμιος, Ἀθῆναι 2003, σελ. 77) «ἐπειδὴ ἔμεινε πιστὴ στὸ παλαιό, καὶ παραμένει μέχρι σήμερα, καὶ λόγῳ τῶν διωγμῶν ποὺ ὑπέστη ἐξ αἰτίας τῆς ἐμμονῆς της, πολλοὶ μοναχοὶ ἐγκατέλειψαν τὴ Σκήτη καὶ ἐμόνασαν σὲ ἄλλα μέρη».

Οἱ διωκτικὲς πιέσεις ἦταν τόσο ἰσχυρὲς καὶ ἀφόρητες, ὥστε οἱ Μοναχὲς τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Στεφάνου νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ ἐξέλθουν τῆς Μονῆς τους περὶ τὸ 1930 καὶ νὰ καταφύγουν εἴτε σὲ ἄλλα μέρη τῆς Χίου, εἴτε στὴν Ἀττική, ὅπου μάλιστα ἵδρυσαν τὴν ὁμώνυμη Μονὴ στὸ Παλαιὸ Ἡράκλειο Ἀττικῆς.

Γιὰ τὸν διωγμὸ ἐκεῖνο, ὅπως καὶ γιὰ ἄλλες μορφὲς ποὺ διώχθηκαν ἐπίσης (π. Δαμασκηνὸς Σκυριώτης, π. Πολύκαρπος Βαγιᾶνος, π. Ἱερεμίας, π. Διονύσιος Κολόμβος) κάνει λόγο μὲ ἰδιαίτερη μάλιστα παραστατικότητα ὁ ἴδιος ὁ μακαριστὸς Σεβ. Ἀστορίας Πέτρος (βλ. βιβλίο του «Ἱερὲς Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, τὴν Μυροβόλο Χίο καὶ τὴν Ἀμερική», Ἀθῆναι 1990· περὶ Χίου στὶς σελ. 65-81).

 διωγμὸς ἦταν ἰδιαίτερα ὀξὺς στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου, τὴν ὁποίαν ἵδρυσε ὁ Ὅσιος Παρθένιος, ὅταν στὴν μεταπολεμικὴ ἐποχὴ ὁ τότε μητροπολίτης Χίου Παντελεήμων Φωστίνης ἐξαπέλυσε ἀπηνῆ δίωξη τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων μὲ φυλακίσεις καὶ ἐξορίες· τότε κακοπάθησε καὶ ὁ νέος Ἱερομόναχος π. Στέφανος Τσίκουρας, ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Χίου, Ψαρρῶν καὶ Οἰνουσσῶν τῆς μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας μας (+2007).

Γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἔχουν καταγραφεῖ καὶ τὰ ἑξῆς στὸ Πρῶτο Κληρικολαϊκὸ Πανελλαδικὸ Συνέδριο τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 1947 στὴν Ἀθήνα: «Ὁ κ. Μαυρογιάννης Σ. ἐκπρόσωπος Παραρτήματος Χίου, ἱστορεῖ μὲ τὰ μελανότερα χρώματα τὸν παρὰ τοῦ Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη ἀσκούμενον ἀπηνῆ διωγμόν. Τῇ διαταγῇ του συνελήφθησαν μὲ αὐτόματα ὅπλα, ὡς οἱ τελευταῖοι τῶν κακούργων οἱ Ἱερεῖς μας καὶ ἐφυλακίσθησαν καὶ ἐξορίσθησαν μετ’ αὐθαιρεσίας καὶ σκληρότητος μεγίστης. Τοὺς πάντας κατεμήνυσεν ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς. Ἔκλεισε Ἡσυχαστήριον σατραπικῷ τῷ τρόπῳ καὶ ἐσφράγισε τὸν Ἱερὸν Ναὸν Κοιμήσεως Θεοτόκου» (βλ. «Τὸ Πρῶτον Πανελλαδικὸν Συνέδριον τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἑορτολογίου», ἔκδοσις Πανελληνίου Θρησκευτικῆς καὶ Ἐθνικῆς Ὀρθοδόξου Κοινωνίας, ἐν Ἀθήναις μηνὶ Ἀπριλίῳ 1947, σελ. 98).

Σημειωτέον, ὅτι παραθέτουμε τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ὄχι γιὰ νὰ ἀναξέσουμε δυσάρεστες μνῆμες καὶ νὰ ὁδηγήσουμε σὲ ἔξαψη παθῶν, ἀλλὰ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὴν πραγματικὴ ἱστορία, ἡ ὁποία σφραγίσθηκε μὲ αἷμα, γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε περὶ τίνος ὁμιλοῦμε καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψουμε νὰ ἐπαναληφθοῦν ἀπανθρωπίες καὶ ἔκτροπα. Ὅπως ἐπίσης, καὶ γιὰ νὰ καταισχυνθοῦν ὅσοι προπαγανδίζουν ἀσύστολα ψεύδη, προκειμένου νὰ ὑπηρετήσουν ἄνομα συμφέροντα καὶ νὰ στερεώσουν τὴν πλάνη τους.
***
Εἰδικὰ στὴν Μονὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων ὑπῆρχαν ἐνάρετοι Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι «ἀποχωροῦντες ἀφ’ ἑαυτῶν γιὰ διαφόρους λόγους... μετέβαιναν σὲ ἄλλα μέρη, καὶ ἐκεῖ ἵδρυαν μοναστήρια. Σχετικῶς εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ καρεὶς ἀπὸ τὸν Παχώμιο μοναχὸς Μωυσῆς Τρυπιτίνιας ἀπὸ τὸ Καστελλόριζο ἀπεχώρησε ἀπὸ τὴ Σκήτη περὶ τὸ 1935, μετέβη στὴν Κόρινθο καὶ ἐκεῖ ἵδρυσε δύο μοναστήρια, τὴν ἀνδρικὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τὴν γυναικεία τῶν Ταξιαρχῶν» (βλ. Ἀντ. Χαροκόπου, Ὁ Γέρων Παχώμιος, σελ. 85).

 Γέρων Μωυσῆς ἦταν ἐξέχουσα μοναστικὴ φυσιογνωμία καὶ ἥλκυσε γύρω του πρόσωπα ποθοῦντα τὴν συνεπῆ Μοναχικὴ ζωή, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἱερομόναχο Κάλλιστο Μακρῆ, μετέπειτα Μητροπολίτη ΓΟΧ Κορινθίας (+1986), ὁ ὁποῖος διηγεῖτο ἐκπληκτικὰ περιστατικά, ἀποδεικτικὰ τῆς χαρισματικότητος τοῦ Ὁσίου Γέροντός του. Ὁ Γέρων Μωυσῆς ἐκοιμήθη πρὸ 70 ἐτῶν, τὸ 1946, ἐφ’ ὅσον προηγουμένως προσκλήθηκε στὴν αἰωνιότητα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ὅσιο Γέροντά του Παχώμιο τῆς Χίου.

Ὡς γνωστόν, ὁ Σεβ. Κορινθίας Κάλλιστος διετέλεσε πνευματικὸς Πατέρας καὶ Γέροντας τόσο τοῦ προηγουμένου Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας μας κυροῦ Χρυσοστόμου (Κιούση, +2010), ὅσο καὶ τοῦ νῦν Προκαθημένου μας Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου κ. Καλλινίκου, ἐκ τῶν ὁποίων ἔχουν λάβει καὶ τὶς χειροτονίες τους οἱ νεώτεροι Ἀρχιερεῖς, Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς καὶ οἱ ἐξυπηρετοῦντες τὶς Μονὲς τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου στὴν Χίο μέχρι καὶ αὐτὴ τὴν στιγμή, μέσῳ τοῦ Σεβ. Τοποτηρητοῦ Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀθανασίου Ἀγιακάτσικα.

Οἱ ἔγγαμοι Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξυπηρετοῦσαν καὶ ἐξυπηρετοῦν ἐφημεριακῶς τὴν περίφημη Γυναικεία Μονὴ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Φραγκοβουνίου εἶχαν καὶ ἔχουν χειροτονία ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας, τοὺς ὁποίους μνημόνευαν καὶ μνημονεύουν στὴν Ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ στὴν Θεία Λειτουργία, καὶ στοὺς ὁποίους εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν ἐκκλησιαστική τους ἀναφορά.

 ἀείμνηστος ἐπίσης Γέροντας π. Θεόδουλος (Γεντίδης) προερχόταν μὲν ἀπὸ τὸ Νέο, ἀλλὰ στράφηκε στὸ Πάτριο, γι’ αὐτὸ καὶ ὑπέστη διωγμὸ καὶ ἐξορίσθηκε στὴν Λέσβο, καὶ μόνον ἀφοῦ ἀποκαταστάθηκε στὴν Ἱερωσύνη μὲ χειροθεσία ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς μας μετὰ τὸ 1960, μποροῦσε νὰ ἀναλάβει ἱερατικὰ καθήκοντα στοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ νὰ ἐξυπηρετεῖ καὶ τὴν Γυναικεία Μονὴ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ὡς πνευματικὸς Πατέρας, πρᾶγμα ποὺ πολὺ ὀρθὰ τονίσθηκε σὲ πρόσφατο κείμενο τῆς Ἡγουμένης τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Παρασκευῆς Μοναχῆς.

Τὸ ἄν γιὰ θέματα κοινωνικῆς φύσεως οἱ Μονὲς εἶχαν κάποια τυπικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὴν τοπικὴ μητρόπολη τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ὅταν βεβαίως τοῦτο ἐπιτράπηκε ἀπὸ τὶς περιστάσεις, αὐτὸ δὲν σήμαινε πνευματικὴ ἐξάρτηση καὶ ὑπαγωγή. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς σχέσεις καθορίζονταν ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὴν πνευματικὴ ἀρχὴ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων. Ἡ καλλιέργεια καλῶν κοινωνικῶν σχέσεων σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο μὲ τὴν Νεοημερολογιτικὴ ἀρχή καὶ ἡ παραχώρηση ἤ λήψη ἀποτμημάτων Λειψάνων ἁγίων καὶ ἱερῶν προσώπων οὐδόλως παραβλάπτει τὴν ὁμολογιακὴ τοποθέτηση. Διότι δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν ὑπάρχει ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μετ’ αὐτῆς.

Ἐνδεικτικὸ παράδειγμα ὑπῆρξε ἡ ἀνάδειξη τοῦ προηγουμένου Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων Χίου Ἀρχιμ. Γέροντος Ἀμβροσίου. Ὁ προκάτοχός του Γέροντας Ἰωακεὶμ Μοναχός, ὅταν χρειάσθηκε ἕναν Ἱερομόναχο γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῆς Μονῆς καὶ τὴν ἀπρόσκοπτη συνέχιση τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας της, ἀποτάνθηκε στὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπό μας Αὐξέντιο. Μὲ τὴν ἄδεια τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου μας Αὐξεντίου καὶ τὴν συγκατάθεση τοῦ Μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Ἀστορίας κυροῦ Πέτρου, ὁ τότε Ἱεροδιάκονος Ἀμβρόσιος συναριθμήθηκε στὴν Ἀδελφότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἡ μετέπειτα χειροτονία τοῦ Ἱεροδιακόνου Ἀμβροσίου σὲ Ἱερομόναχο καὶ ἡ - μετὰ τὴν Κοίμηση τοῦ Γέροντος Ἰωακεὶμ - Ἐνθρόνισή του σὲ Ἡγούμενο στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἔγινε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀστορίας Πέτρο.

Τὸ ἴδιο εἶχε συμβεῖ καὶ παλαιότερα, γιὰ τὸ ζήτημα τῆς χειροτονίας ἐγγάμου Ἱερέως γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ταξίαρχου Μιχαὴλ Νενήτων. Ἡ συνεννόηση ἔγινε μεταξὺ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Εκκλησίας μας καὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, καθὼς ὁ τότε Ἡγούμενος Γέροντας Θεόδουλος ἐκαλεῖτο νὰ δώσει συμμαρτυρία. Οὐδεμία ἀνάμιξη εἶχε ἡ τοπικὴ Νεοημερολογιτικὴ ἀρχὴ τῆς Χίου οὔτε στὴν μία, οὔτε στὴν ἄλλη περίπτωση.

***
Εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖο νὰ τονισθεῖ, ὅτι πρόσωπα ἤ Μονές, ποὺ ξεκίνησαν τὴν πορεία τους μὲ τὸ Νέο, ἀλλὰ κατέληξαν στὸ Πάτριο καὶ μάλιστα ἔπαιξαν σημαντικὸ κάποτε ρόλο στὴν σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ζωή, εἶναι ἄξια ἐπαίνου γιὰ τὴν μεταστροφή τους αὐτὴ καὶ ὄχι μομφῆς, εἴθε δὲ νὰ ἀποτελέσουν ὑποδείγματα πρὸς μίμησιν καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους. Ἄν δέχθηκαν εὐλογίες ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους ὅσο καιρὸ ἀνῆκαν σὲ αὐτούς, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀνασχετικὸ παράγοντα καὶ ἐμπόδιο γιὰ τὴν μεταγενέστερη ὀρθοδοξοποίησή τους. Οὔτε οἱ πιθανὲς ἀμφιλεγόμενες θέσεις τους σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικότητα ἤ μὴ τῶν Νεοημερολογιτῶν ἀποτελοῦν παγιωμένες ἀντιλήψεις τῆς Ἐκκλησίας τῶν ΓΟΧ ἤ ἐπίσημες θέσεις της, ὥστε νὰ ἐπηρεάζουν καθοριστικὰ κατὰ κάποιον τρόπο τὴν γραμμὴ καὶ πορεία της.

Εἰδικῶς μάλιστα ἀπὸ τοῦ 2014 καὶ ἑξῆς, μὲ τὴν σύνταξη καὶ ἀποδοχὴ τοῦ ἑνωτικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ κειμένου: «Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικά», οἱ θέσεις τῆς Ἐκκλησίας μας περιγράφονται μὲ σαφήνεια καὶ ἀποτελοῦν τὴν κατευθυντήριο γραμμὴ πορείας καὶ πλεύσεως γιὰ τοὺς κατεξοχὴν ὑπευθύνους Αὐτῆς Ἀρχιερεῖς καὶ λοιποὺς Κληρικούς.

***
 Ἐκκλησία μας παραμένει πρόθυμη καὶ θυσιαστικὴ στὴν πρώτη γραμμὴ ἀντιμετωπίσεως τοῦ αἱρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ποικιλόμορφης ἐκκοσμικεύσεως, στὴν προσπάθειά της νὰ διαφυλάξει πάσῃ θυσίᾳ τὰ παραδεδομένα καὶ νὰ μαρτυρήσει τὴν καλὴν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως καὶ Ἀληθείας μὲ Ἀγάπη, σὲ καιροὺς δεινοὺς καὶ χαλεπούς. Δίνει ἔμφαση στὴν ἀληθινὴ ὁμολογία καὶ ἑνότητα τῆς Πίστεως, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶ καὶ τὴν κανονικότητα καὶ ἐκκλησιαστικότητά της.

Καὶ θὰ παραμείνει πιστὴ στὴν ἱερὰ ἀποστολή της, παρέχουσα ἀνιδιοτελῶς καὶ ἀφιλοκερδῶς τὴν ὅποια βοήθεια καὶ συμπαράστασή της, προκειμένου οἱ πιστοί της, τὰ ἱερὰ Καθιδρύματα, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα ἡ ἱστορικὴ καὶ πολιτιστικὴ συνέχεια τοῦ εὐσεβοῦς Γένους μας, νὰ διατηρηθοῦν ἀλώβητα ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἀνεμπόδιστα τὴν εὐλογημένη σωστικὴ πορεία τους, πρὸς ὄφελος πάντων.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Περὶ τοῦ Δημοψηφίσματος


Ἐξ' ἀφορμῆς τοῦ δημοψηφίσματος , πολλοὶ πιστοὶ ζητοῦν νὰ μάθουν τὴν ἐπίσημον θέσιν τῆς Ἐκκλησίας ἐπ’ αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο κινοῦνται, διότι ἤδη ἀρχιερεῖς τῆς Κρατούσης Ἐκκλησίας ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἀπόψεως, ἐνῷ οἱ Μουφτῆδες καὶ οἱ Ἰμάμηδες τῆς Θράκης ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου.

Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, ὀφείλει νὰ τονίζῃ πάντοτε ὅτι οὐδέποτε πολιτεύεται, οὔτε λαμβάνει θέσιν εἰς καθαρῶς πολιτικὰ ζητήματα. Διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς Καθολικότητος Αὐτῆς, ἡ ὁποία κηρύσσει τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἰς ἅπαντας τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτως φυλετικῆς καταγωγῆς, κοινωνικῆς τάξεως καὶ πολιτικῶν φρονημάτων. Καλεῖ δὲ πάντας εἰς μετάνοιαν καὶ ἐπιστροφὴν εἰς τὸν Χριστόν, ἔχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς Αὐτὸν μόνον καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀνθρώπους, κατὰ τὸ λόγιον: «μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. ρμγ΄ 3). Ἐὰν ἡμεῖς μετανοήσωμεν καὶ ἐπιστραφῶμεν πρὸς Κύριον, τότε θὰ λυτρωθῶμεν τῶν δεινῶν.

Βεβαίως, οἱ Κληρικοὶ καὶ οἱ Πιστοὶ τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, ὡς ἄτομα, μέλη τῆς κοινωνίας καὶ πολῖται τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ἀσφαλῶς δικαιοῦνται νὰ ἔχουν γνώμην καὶ ἄποψιν διὰ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλὰ οἱ Κληρικοὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιοῦν τὸν ἄμβωνα διὰ πολιτικὴν προπαγάνδαν, οὐδὲ νὰ ὁμιλοῦν ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας.

Εἰδικώτερον, διὰ τὸ αὐριανὸν Δημοψήφισμα, οἱ πιστοὶ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καλοῦνται νὰ πράξουν κατὰ συνείδησιν, δίχως νὰ κατακρίνουν οἱ ὀπαδοὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς ἄλλης. Διότι ἅπαντες ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα μας καὶ ἐπιθυμοῦμεν τὸ καλύτερον δι’ αὐτήν, ἀσχέτως ἂν κάποιοι θωροῦν τὸ «ΝΑΙ» ὡς καλυτέραν λύσιν καὶ ἕτεροι τὸ «ΟΧΙ». Καὶ αἱ δύο ἐπιλογαὶ θὰ ἔχουν προφανῶς δυσαρέστους συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ κληθῇ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ἄλλωστε οἱ ἐκπρόσωποι καὶ τῶν δύο πλευρῶν συμφωνοῦν εἰς τὴν παραμονὴν τῆς χώρας μας εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἕνωσιν, ἄποψιν τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἐθνικῶς συμφέρουσαν.


Διὰ τοῦτο, τὴν Κυριακὴν, ἂς ψηφίσῃ ἕκαστος ἄνευ φανατισμοῦ καὶ τὴν Δευτέραν, ἅπαντες ἀποδεχόμενοι τὸ ὅποιον ἀποτέλεσμα, ἂς παραμείνωμεν ἡνωμένοι, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀλληλεγγύῃ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ, πρὸς κοινὸν ὄφελος τῆς γλυκειᾶς μας Πατρίδος Ἑλλάδος.

ecclesiagoc.gr

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΤΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ



ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου


ἔνδοξη Ἀνάληψη τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἀποτελεῖ τό πλήρωμα καί τό κόσμημα ὅλων τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν. Εἶναι τό πλήρωμα τῆς θείας Οἰκονομίας, ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας μας πού πραγματοποίησε ὁ ἐνσαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Τά περί τῆς θείας Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου ὡς ἱστορικοῦ γεγονότος πληροφορούμαστε ἀπό τήν Καινή Διαθήκη καί συγκεκριμένα ἀπό τήν ἀναφορά στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ καί στήν  ἀρχή τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων.[1] Ὑπάρχει ὡστόσο καί σύντομη ἀναφορά στό Εὐαγγέλιο τοῦ Μᾶρκου. Σύμφωνα λοιπόν μέ τή Γραφή, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, σαράντα ἡμέρες μετά τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, ἀφοῦ ἐμφανίστηκε πολλές φορές στούς Μαθητές Του, πραματοποίησε τήν τελευταία ἐμφάνιση στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὅπου, κατά τήν εὐαγγελική διήγηση «μετά τό λαλῆσαι αὐτοῖς ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν καί ἐκάθισεν έκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ»[2]

Οἱ Μαθητές τοῦ ἀναληφθέντος Κυρίου, παρά τόν ἀποχωρισμό τους ἀπό Ἐκεῖνον καί τόν ἀπορφανισμό τους, ἐπέστρεψαν στην Ἱερουσαλήμ «μετά χαρᾶς μεγάλης». Ἡ χαρά τῶν Ἀποστόλων ὀφείλεται στήν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου περί τῆς παροχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία. Τό διατυπώνει τό Ἀπολυτίκιο τῆς Ἐορτῆς: «χαροποιήσας τούς Μαθητάς, τῇ ἐπαγγελία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καί στίς Πράξεις τονίζεται ἡ ἐνίσχυση τῶν Ἀποστόλων ἀπό τόν Παράκλητο πού θά ἔρθει κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς: «ἀλλά λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς».[3] Ἡ δέ ἐσχατολογική προσδοκία τῆς ἐνδόξου ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου, γιά τήν ὁποία ἄκουσαν ἀπό τούς ἀγγέλους οἱ Ἀπόστολοι  («ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν, πορευόμενον εἰς οὐρανόν»[4]), ὑπῆρξε ἀκόμη μία ἀφορμή χαρᾶς, παρά τόν κατά τά φαινόμενα χωρισμό τους ἀπό τόν Διδάσκαλο Χριστό.

Στήν Ἀνάληψη πραγματοποιεῖται θά λέγαμε  ἡ πληρότητα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση, δοξαζόμενη στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀχωρίστως ἐνωμένη μέ τήν θεία φύση. Καί εἶναι γεγονός ὅτι «εἰς τήν Ἀνάληψιν περατοῦται ἡ κίνησις ἐπιστροφῆς τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου ἐκ τοῦ ἀβολίστου βάθους τοῦ τάφου καί τοῦ Ἅδου πρός τόν Πατέρα, διερχομένη ἀπό τήν Ἀνάστασιν».[5]   Ὅλο τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν Ἐνανθρώπηση μέχρι τήν Ἀνάληψη, παρουσιάζει διπλή κίνηση: ἀπό ἐπάνω πρός τά κάτω καί ἀπό κάτω πρός τά ἐπάνω. Θεολογικά αὐτό ἐκφράζεται μέ τίς ἑξεῖς ἀντιθετικές λέξεις πού περιέχουν τά βιβλικά καί πατερικά κείμενα: κάθοδος καί ἄνοδος, συγκατάβαση καί ἀνύψωση, κένωση καί δόξα.[6]

Τήν συνεχῆ κίνηση τῆς καθόδου, τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἐκούσιας ταπεινώσεως καί συγκαταβάσεώς Του ἐκφράζει τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Ἡ κένωση φθάνει «μέχρι σταυροῦ καί θανάτου», ὅπου καταργεῖται ὁ θάνατος ἀπό Αὐτόν ὁ Ὁποῖος κατεβαίνει «εἰς τά κατώτερα μέρη τῆς γῆς», ἀφοῦ κατά τόν Παύλο «ὁ καταβάς αὐτός ἐστί και ὁ ἀναβάς»[7].  Ἐκεῖ συντρίβεται τό κράτος τοῦ διαβόλου μέ τήν ἐξουσία τοῦ Παντοδυνάμου Λόγου, τόν Ὁποῖον, σύμφωνα μέ τήν Ὑμνολογία τοῦ Μ. Σαββάτου, βλέπει ὁ Ἅδης «κατάστικτον τοῖς μόλωψι καί Πανσθενουργόν»[8]. Καί στή συνέχεια συντελεῖται ἡ «διάβασις», τό ἀληθινό Πάσχα, ἡ μετάβασις ὅλων μας «ἐκ θανάτου πρός ζωήν καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν» μέ τήν ζωηφόρο Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πού συνανιστᾶ «παγγενῆ τόν Ἀδάμ». Ἀπό ἐκεῖ πλέον ἐγκαινιάζεται ἡ ἀντίστροφη κίνηση, ἡ «ἐν Δόξῃ» ἄνοδος τοῦ Κενωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά φθάσει στήν ἔνδοξο Ἀνάληψη, ὁλοκληρώνοντας τό σχέδιο τῆς σωτηρίας καί ὑποσχόμενος τήν Κάθοδο τοῦ Τρίτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού θά ἔρθει γιά νά συνεχίσει ὡς «ἄλλος Παράκλητος» τό ἔργο τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. 

Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἄν καί εἶναι γεγονός ἱστορικό, ἀφοῦ πραγματοποιεῖται ἐν τόπῳ καί χρόνῳ, ἐντούτοις ἀπό τήν Ἐκκλησία κατατάσσεται στά δόγματα τῆς Πίστεώς μας καί περιλαμβάνεται στό Σύμβολο της, λόγῳ τοῦ ὑπερφυσικοῦ χαρακτῆρα της.

Κύριος ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς μετά σώματος, ὅπως διδάσκει ἡ Δογματική τῆς Ἐκκλησίας μας καί εἶναι ὁ πρῶτος καί μοναδικός πού τό ἔπραξε. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι «οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ».[9] 

στόσο, ὅμως, στήν πρό τῆς Σαρκώσεως ἐποχή, στήν Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε καί ἄλλον νά ἀναλαμβάνεται στόν οὐρανό, τόν Προφήτη Ἠλία. Πῶς αὐτό συμβιβάζεται μέ τό «οὐδείς» πού εἶπε ὁ Κύριος; Ὑπάρχει ἡ ἐξήγηση μέσα ἀπό τά ἴδια τά βιβλικά κείμενα. Γιά τόν ζηλωτή Προφήτη ἡ Γραφή λέγει ὅτι «ἀνελήφθη ἐν συσσεσμῷ ὡς εἰς τόν οὐρανόν».[10] Γιά τόν Θεάνθρωπο Χριστό λέγει ὅτι «ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν». Ἡ πρόθεση «ὡς» δηλώνει τήν διαφορά, καθότι ὁ Ἠλίας δέν μετέβη ἀκριβῶς στόν οὐρανό, ἀλλά ἔτσι ἐφάνη καί βρίσκεται σέ «χῶρο» πού γνωρίζει μόνο ὁ Κύριος,  μέχρι λίγο πρίν τήν Β΄ ἔνδοξο  Παρουσία, ὁ πύρινος Προφήτης θά ἐμφανιστεῖ καί θά κηρύξει στόν κόσμο τήν μετάνοια. 

Σύμφωνα μέ τήν πατερική Διδασκαλία, ἡ ἀνάληψη τόσο τοῦ Ἡλία, ὅσο καί ἄλλων προσώπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἶναι κατά κάποιον τρόπο  μία  μετάθεση πού τούς ἀνύψωσε μέν ἀπό τή γῆ, ἀλλά δέν τούς ἔβγαλε ἔξω ἄπό αὐτήν. Ἦταν μία «οἷον τις μετάθεσις», ὅπως θα γράψει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.[11] Δηλαδή, κανείς ἀπό τούς κοινούς θνητούς πού ἀνελήφθησαν δέν ξεπέρασε τήν περίγεια ἀτμόσφαιρα. Μόνο ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μετά τοῦ  σώματος τό ὁποῖο εἶχε λάβει ἀπό τήν Παναγία καί τό ὁποῖο ἐθέωσε.

Στήν παρούσα ἀναφορά θά ἐπισημανθεῖ ἐπίσης ὅτι ἀπό ἀνθρωπολογικῆς ἀπόψεως ἡ εἰς οὐρανούς θεία Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μετά τοῦ τεθεωμένου σώματος εἶναι κάτι πολύ σπουδαίο, καθότι  δείχνει τό γεγονός τῆς ἀνυψώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τόν Θεάνθρωπο Χριστό, καί τῆς θεώσεώς της. 

τσι, ἡ ἀξία καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος φαίνεται στή μεγάλη ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἐνδύεται ὁ ἐπίσκοπος τήν Ἀρχιερατική του στολή, καί συγκεκριμένα ὅταν φοράει τό μεγάλο ὠμοφόριο, λέγεται μιά εὐχή ἡ ὁποία ἐκφράζει αὐτή τήν θεολογική πραγματικότητα πού καλεῖται νά διακονήσει ὁ εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ ἱστάμενος ἀρχιερεύς καί νά καταστεῖ μιμητής τοῦ Μεγάλου Ποιμένος, Ἰησοῦ Χριστοῦ. : «ἐπί τῶν ὤμων Χριστέ τήν πλανηθεῖσαν ἄρας φύσιν ἀναληφθείς τῷ Θεῷ καί Πατρί προσήγαγες». 

Θά πρέπει ἐν προκειμένῳ νά σημειώσουμε ὅτι  τό ὠμοφόριο πού φορεῖ ὁ ἀρχιερεύς παραπέμπει στήν παραβολή τοῦ «Καλοῦ Ποιμένος», ὁ ὁποῖος παίρνει στούς ὤμους του τό πλανηθὲν πρόβατο γιά νά τό σώσει. Τό ὠμοφόριο συμβολίζει ἀκριβῶς αὐτό τό πρόβατο, τήν πτωτική ἀνθρωπότητα την ὁποία ἀνέλαβε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ κατά τήν Ἐνανθρώπησή Του καί τήν ὁποία ἀνύψωσε στόν οὐρανό καί θέωσε. Οἱ σχετικοί ὕμνοι τῆς Δεσποτικῆς Ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως ἐκφράζουν αὐτή τήν πραγματικότητα. Ἕνα τροπάριο λ.χ. τοῦ Κανόνος στόν Ὄρθρο τῆς Ἑορτῆς λέγει: «Τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων Χριστέ, φθορᾷ πεσοῦσαν ἐξανέστησας, καὶ τῇ ἀνόδῳ σου ὕψωσας, καὶ σαυτῷ ἡμᾶς ἐδόξασας».[12]. Καί στό Δοξαστικό τοῦ Ἐσπερινοῦ ψάλλουμε ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός «τήν πεσοῦσαν φύσιν ἡμῶν συμπαθῶς ἀνυψώσας, τῷ Πατρί συνεκάθισε».

Ἡ  Ἑορτή τῆς θείας Ἀναλήψεως ἔχει μεγάλη σημασία καί σπουδαιότητα γιά τήν ὀρθόδοξη πνευματική ζωή τῶν Χριστιανῶν. Καί τοῦτο διότι συνδέεται μέ τή θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὀποία ἀποτελεῖ τή στοχοθεσία τῆς ὅλης πνευματικῆς ζωῆς στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Θέωση εἶναι «ἡ προς Θεόν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις», ὅπως τονίζουν οἱ Πατέρες μας.[13] Ἡ θέωση, βεβαίως, δέν παράγεται ἀπό τόν κτιστό, πεπερασμένο καί πτωτικό ἄνθρωπο! Εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προσφέρεται στόν ἄνθρωπο ὑπό προϋποθέσεις, ὅταν αὐτός «ἀνοιχτεῖ» πρός τόν Θεό καί περάσει ἀπό τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆ, δηλαδή ἀφοῦ καθαρθεῖ καί φωτιστεῖ. 

Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος στήν ἀρχή τῆς Ἱστορίας προσπάθησε νά θεωθεῖ ἀλλά ἀπέτυχε, διότι ἀρνήθηκε τόν Θεό. Αὐτό ὅμως πού δέν κατόρθωσε αὐτός μέ τήν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, τό πραγματοποιεῖ ὁ Θεός μέ τήν Ἐνσαρκη παρουσία του στόν κόσμο. Τήν πραγματικότητα αὐτή ἐκφράζει πολύ χαρακτηριστικά ἕνας ὕμνος (Δοξαστικόν) ἀπό τήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου: «Ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, και θεός ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν. Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεόν τόν Ἀδάμ ἀπεργάσηται»

Θεός Λόγος προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί τήν θέωσε. Ἀξίζει νά ὑπογραμμιστεῖ ὅτι μέ τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεάνθρωπο Χριστό δέν ἐπανέρχεται ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς στήν κατάσταση πού βρισκόταν πρίν τήν πτώση του, ἀλλά ὁδηγεῖται πολύ ψηλότερα. Ἡ νέα αὐτή κατάσταση φανερώνεται μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἀνάληψη, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀποτελεῖ προσωπική ὑπόθεσή Του, ἀλλά φανέρωση τῆς δόξας τοῦ νέου ἀνθρώπου. Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ ἐλευθέρωσε τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν κοσμική ἀναγκαιότητα καί τήν ἀνύψωσε στή μακαριότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.[14]

Τώρα πλέον ὅπου ὁ «καταβάς» καί μετά σώματος «ἀναβάς» Θεάνθρωπος Κύριος πραγματοποίησε ἀντικειμενικῶς τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, θεώνοντας την φύση του, πρέπει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος νά ἀνταποκριθεῖ, νά «ἀνοιχτεῖ» καί νά «ἀναχθεῖ» πρός τόν Θεό. Αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ὅλη πνευματική ζωή ὅπως λέμε, ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά «φρονεῖ τά ἄνω[15]» ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του καί ὅπως ἡ θεία Εὐχαριστία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς προτρέπει: «Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας». Καλεῖται νά ζεῖ εὐχαριστιακά, πνευματικά, προσευχητικά καί μετανοητικά, κατά Θεόν, νά «συνεργάζεται» μέ τόν Θεό, προκειμένου νά ὁδηγηθεῖ στήν προσωπική του χαρισματική θέωση. 

Καί αὐτή ἡ μακαρία κατάσταση τῆς θεώσεως, ἔρχεται ὡς καρπός τῆς ὁμοιώσεώς του, ὅσο εἶναι δυνατόν, μετά τοῦ Θεοῦ, τῆς διατηρήσεως τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί τῆς πραγματώσεως τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἄν θέλει, μπορεῖ νά γίνει κοινωνός τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλμᾶς.[16]

Πολλά ἀκόμη θά μπορούσαν νά παρατεθοῦν ὡς θεολογικά ἐδέσματα ἀπό τήν πατερική Διδασκαλία περί τῆς Μεγάλης Ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, ἀλλά ἀρκούμαστε στά ὅσα ἀναφέρθησαν. Θά περατώσουμε τήν παρούσα ἀναφορά μας μέ τό Κοντάκιο τῆς Ἑορτῆς, τό ὁποῖο ἐμπεριέχει τήν θεολογία αὐτῆς.

«Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καί τά ἐπί γης ἐνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξη, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν  χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος, καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσι σε∙  Ἐγώ εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν, καί οὐδείς καθ᾿  ὑμῶν».

ΜΑΙΟΣ 2015



[1] Λκ. κδ΄, 50, Πρ. α΄, 1-11.
[2] Μρκ. ιστ΄, 19
[3] Πρ. α΄, 8.
[4] Τροπάριον τῆς Λιτῆς.
[5] Ἀνδρέα Θεοδώρου, περί τῆς δογματικῆς σημασίας τῆς Ἀναλήψεως εἰς ΘΗΕ, 2, 501.
[6] ΘΗΕ, 2, 500.
[7] Ἐφ. 4, 10.
[8] Βλ. Κανόνα  Ὄρθρου Μ. Σαββάτου, Ὠδή Δ΄.
[9] Ἰω. γ΄, 13.
[10] Βασ. Β΄, 11.
[11] Βλ. Ἁγίου Γργορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΚΑ΄, ΕΠΕ, 10, 24.  Ἱεροθέου, Μητρ. Ναυπάκτου, Οἱ Δεσποτικές Ἑορτές, ἔκδ. Ἱερᾶς μονῆς Γεν. τῆς Θεοτόκου Πελαγίας, σελ. 311.
[12] Τροπάριον Γ΄ Ὠδῆς τοῦ Α΄Κανόνος.
[13] Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, 3, MPG. 3, 376 Α.
[14] Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική ήθική, 2΄, 2003, σελ.  677.
[15] Κολ. 3, 2.
[16] ΕΠΕ, 10, 29.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Σύντομη Ἱστορία τῆς Μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος καὶ περὶ τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς Αὐτῆς



 παρελθὸν ἔτος 2014 σηματοδότησε τὴν Ἐπέτειο τῆς συμπληρώσεως 90 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία τοῦ 1924. Τότε, μὲ τὸ πρόσχημα μιᾶς μικρῆς δῆθεν καὶ ἀσήμαντης ἀλλαγῆς στὴν ἡμερομηνία τῶν Ἑορτῶν, ἔγινε ἕνα μέγα καὶ ἀποφασιστικό βῆμα γιὰ κάτι τὸ καινοφανὲς μὲ τὴν ἀρνητικὴ ἔννοια, γιὰ κάτι ἐντελῶς «νέο» στὴν ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας: ἄρχισε νὰ ἐπιβάλλεται μία νέα ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση, ὁ Οἰκουμενισμός.


 αἵρεση αὐτὴ ἄρχισε νὰ ἐφαρμόζεται σταδιακά, μὲ τρόπο ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ἀδιόρατο, ὥστε νὰ μὴ γίνεται ἀντιληπτὴ ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους, καὶ τὸ δηλητήριό της, καθὼς δινόταν σὲ μικρὲς δόσεις, διάβρωνε τὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ καταστήσει τὴν Ἐκκλησία τῶν Καινοτόμων «Νέα», δηλαδὴ μέρος τῆς Αἱρέσεως στὴν ὁποία αἰχμαλωτίσθηκε.


Στὸ ὄνομα μιᾶς δῆθεν ἀγάπης, ἀπεμπολήθηκε ἡ Ἁγιοπνευματικὴ Ἀγάπη τῆς Ἀληθείας, ἡ μόνη ἀληθινὴ καὶ σωτήρια.


πὸ τὴν πρώτη ἐκείνη ἐφαρμογὴ τῆς Καινοτομίας τοῦ 1924, ἄρχισε μία Ἐποποιΐα ἀντιστάσεως γιὰ τὴν διαφύλαξη τοῦ ἀτιμήτου θησαυροῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, αὐτὴ τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, στὴν πατρίδα μας καὶ ἀλλοῦ.


 ἡρωϊκὴ καὶ συνάμα τραγικὴ αὐτὴ Ἐποποιΐα εἶναι ἐν πολλοῖς ἄγνωστη στοὺς σύγχρονους Νεοέλληνες, ἀκόμη καὶ στοὺς πιστοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας· εἶναι εἴτε λησμονημένη, εἴτε παραποιημένη, εἴτε ἀκόμη καὶ διαστρεβλωμένη. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῆ μὲ τρόπο ὑπεύθυνο, περιεκτικό, κατανοητὸ καὶ σύντομο.


Τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της ἡ Ἱερὰ Σύνοδός μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο κ. Καλλίνικο, προέβη στὴν ἔκδοση καὶ κυκλοφόρηση τῆς παρούσης ἐργασίας. Ὁ σκοπός της εἶναι κυρίως ἐνημερωτικός, ἀλλὰ καὶ ἀπολογητικός.


Εἶναι ἄμεση ἀνάγκη οἱ νέες γενιές, οἱ νέοι μας, νὰ γνωρίσουν τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποσαφηνισθοῦν ὁρισμένα πράγματα. Καὶ ἀκόμη, εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθοῦν τὰ τῆς προελεύσεως τῆς κανονικῆς Ἱερωσύνης μας, διότι πολλὰ δυστυχῶς λέγονται καὶ ἀκούγονται ἀπὸ ὅσους ἀγνοοῦν τὴν πραγματικότητα ἤ, τὸ χειρότερο, τὴν παραποιοῦν καὶ κακοποιοῦν βάναυσα.


Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτιμήσουμε ὅλοι μας τὸ βάρος τῆς κληρονομιᾶς καὶ εὐθύνης ποὺ βαστάζουμε ἐμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, γιὰ νὰ φρονηματισθοῦμε, νὰ ἐμπνευσθοῦμε καὶ νὰ διδαχθοῦμε ὄχι μόνον ἀπὸ τὰ ἡρωϊκά, ἔνδοξα καὶ ἔξοχα παραδείγματα τῶν πρὸ ἡμῶν Ἀγωνιστῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ λάθη ποὺ ἔγιναν, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν.


Μὲ τὴν ἐργασία αὐτὴ καλύπτεται κατὰ κάποιον τρόπο καὶ ἡ ἐμφανὴς ἔλλειψη μιᾶς κατατοπιστικῆς καὶ ἀξιόπιστης ἐργασίας, γιὰ τὴν ἀντικειμενικὴ ἐνημέρωση κάθε ἐρευνητοῦ, ὅπως καὶ κάθε καλοπροαίρετου ἀναζητητοῦ τῆς ἀλήθειας σύγχρονου σκεπτόμενου ἀνθρώπου, γιὰ τὸ θέμα τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, κοινῶς γνωστῶν ὡς «Παλαιοημερολογιτῶν».



 ἐργασία μας αὐτή, παρὰ τὴν πληρότητα καὶ ἀξιοπιστία της, δὲν εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ σκοποῦ της ἐξαντλητικὴ καὶ λεπτομερής. Λέγει ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση σὲ κάποια θέματα, πρόσωπα καὶ ἐποχές. Θὰ ἦταν δὲ χαρά μας, ἀλλὰ καὶ εὐχή μας, νὰ ἀποτελέσει τὸ ἔναυσμα, τὴν βάση καὶ τὴν ἀρχὴ γιὰ ἕνα πιὸ πλῆρες καὶ συστηματικὸ ἔργο μὲ ἄμεση παραπομπὴ σὲ πηγὲς καὶ κείμενα.


Πάντως, ἡ παροῦσα ἐργασία μας δὲν παύει νὰ θεωρεῖται μιὰ κατάθεση ζωῆς καὶ ἐμπειρίας ἀπὸ τὸν πλοῦτο τοῦ βιώματος τῆς Ἐκκλησίας γιὰ ὠφέλεια, προβληματισμὸ καὶ αὐτοκριτική.


Εἶναι καὶ ἐκπλήρωση ἑνὸς χρέους ἔναντι τῆς προσφάτου ἱστορίας τῶν πρὸ ἡμῶν, τῶν συγχρόνων καὶ τῶν ἐπιγενομένων, ἀλλὰ καὶ μία ὑπόσχεση, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσουμε πάσῃ θυσίᾳ τὸν Ἀγῶνα τὸν καλόν, «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς Πίστεως Ἀρχηγὸν καὶ Τελειωτὴν Ἰησοῦν»!


Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος



Τό βιβλίο σέ μορφή pdf ΕΔΩ